Κάποτε ήμουν πολύ άρρωστος. Η κατάστασή μου είχε γίνει πολύ σοβαρή. Δύο γιατροί που μας επισκέφτηκαν στο σπίτι συμβούλεψαν τους γονείς μου να κάνω εισαγωγή στο νοσοκομείο «Παίδων». Έτσι και έγινε! Λίγο πριν φύγω από το σπίτι μας ξαπλωμένος πάνω σε ένα φορείο του νοσοκομειακού αυτοκινήτου, έστρεψα το βλέμμα μου προς το εικονοστάσι του σπιτιού. Η Παναγία που μπροστά της έφυγε το καντήλι, λες κι άστραψε και γλύκανε και ζωντάνεψε σαν να ήταν έτοιμη να μου μιλήσει. Και νομίζω ότι μάλλον μου μιλούσε.
Η μανούλα μου πήρε μαζί με τη βαλιτσούλα με τα ρούχα μου και το βιβλιάριο υγείας και μία εικόνα της Παναγίας της Βοήθειας. Το πρώτο βράδυ στο θάλαμο του νοσοκομείου έχοντας πολύ υψηλό πυρετό, δεν μπορούσα να κοιμηθώ και με θολά μάτια την κοιτούσα. Η μανούλα μου, που κατάλαβε τη σκέψη μου, πλησίασε την εικόνα και εγώ την ασπάστηκα με σεβασμό. Εκείνη τη νύχτα η Παναγία ήταν μαζί μας. Σε όλο το νοσοκομείο άκουγα τις καρδιές των αρρώστων παιδιών και τα ευλογούσε.
Η ασθένειά μου ήταν σοβαρή κι έπρεπε οι γονείς μου να παρευρεθούν στο συμβούλιο των ιατρών. Μία μέρα έμεινα μόνος στο άδειο δωμάτιο, αφού στα άλλα παιδιά είχε δοθεί εξιτήριο. Τράβηξαν τις κουρτίνες οι νοσοκόμες, για να κοιμηθώ. Έμεινα για λίγο μόνος. Μα απρόσμενα η πόρτα άνοιξε μόνη της και μέσα μπήκε μία γυναίκα, μια άγνωστη γυναίκα. Αναρωτήθηκα ξαφνιασμένος: «Ποια είναι;».
Η άγνωστη γυναίκα, που αν έφεγγε καλύτερα θα μπορούσα να δω τα χαρακτηριστικά της, χαμογέλασε γεμάτη καλοσύνη.
-Ήρθα να φέρω αγιασμό! Είπε γλυκά και στοργικά.
Έπειτα εγώ κοιμήθηκα. Όταν ξύπνησα, ένιωθα θαυμάσια, κι ενώ είχα μέρες πολλές να μιλήσω, μίλησα και είπα στους γονείς μου:
-Είμαι καλά! Μου πέρασε ο πόνος. Να, κοιτάξτε με. Με έκανε καλά η γυναίκα με τον αγιασμό που καθόταν δίπλα μου όση ώρα λείπατε και ακουμπούσε δίπλα στο κεφάλι μου!
Όλοι είχαν μείνει άφωνοι. Μη μπορώντας να συγκρατήσουν τα δάκρυα χαράς που πλημμύρισαν τα μάτια τους. Οι γονείς μου με αγκάλιασαν μ’ ένα βλέμμα γεμάτο τρυφερότητα. Κι εγώ τους αγκάλιασα με ένα βλέμμα που μαρτυρούσε όλη τη λατρεία μου γι’ αυτούς. Κι η Παναγιά, η δική μου, του νοσοκομείου, ήταν και εκείνη ανάμεσά μας.