Η Παναγιά μαζί με άλλες πιστές μαθήτριες του Ιησού, Τον ακολουθούσε όπου πήγαινε και δίδασκε. Από όπου περνούσε ο Χριστός, ο κόσμος που ήθελε να Τον ακούσει γινόταν όλο και περισσότερος. Οι άνθρωποι χαίρονταν να ακούνε για την αγάπη του Θεού, την πίστη, τη θυσία, την ελεημοσύνη κι ανακουφίζονταν να βλέπουν τα καθημερινά θαύματα γύρω τους. Αγαπούσαν και πίστευαν τον Χριστό Σωτήρα κι Ελευθερωτή. Υπήρχαν, όμως, και κάποιοι που δεν Τον ήθελαν και αυτοί ήταν οι εκπρόσωποι του ιουδαϊκού νομού, οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι.
Όταν συνέλαβαν τον Ιησού με πλαστές κατηγορίες, η Παναγία, μαζί με τους μαθητές και τις μαθήτριές Του, ήταν πάντα κοντά και παρακολουθούσε με αγωνία. Τότε θυμήθηκε τα λόγια του γέροντα Συμεών και πραγματικά ένιωθε να τρυπάει την καρδιά της ένα μαχαίρι.
Καθώς οι Ιουδαίοι είχαν φορτώσει στον Χριστό τον σταυρό κι ανέβαινε για τον Γολγοθά, η Παναγία έτρεχε πλάι του και προσπαθούσε δακρυσμένη να Τον ανακουφίσει. Και όταν Τον ανέβασαν στον σταυρό, πάλι βρέθηκε πλάι του μαζί με τον μαθητή του, τον Ιωάννη.
Ποια ήταν η Μαρία εκείνη τη στιγμή; Μία μάνα που έκλαιγε κάτω από το μαρτύριο του παιδιού της. Μία μάνα που ήξερε πως πάνω στον σταυρό ήταν ο Υιός του Θεού.
Η Παναγία στεκόταν κάτω από τον σταυρό κι έλεγε: «Και αν υπομένεις σταυρικό θάνατο σαν κακούργος, εσύ υπάρχεις ο Υιός και Θεός μου». Δίπλα της συγκινημένος έκλαιγε βουβά ο μαθητής Ιωάννης. Και ο Ιησούς αντικρίζοντας τον πόνο της ψυχής της πολυαγαπημένης μητέρας Του, μέσα από τον δικό Του σωματικό πόνο, γύρισε και είπε:
– Γυναίκα, να, ο Ιωάννης! Αυτός θα είναι πια από τώρα ο γιος σου.
Κι ύστερα, γυρνώντας στον Ιωάννη, είπε:
– Να η μητέρα σου!
Με αυτόν τον τρόπο παρέδωσε τη μητέρα Του στον Ιωάννη για να την προστατεύει, να την αγαπάει και να την φροντίζει. Τελευταία έγνοια του Χριστού, προτού πεθάνει, ήταν η μονάκριβη μητέρα Του. Έπειτα, αφού συγχώρεσε τους σταυρωτές του, είπε: «Τετέλεσται» κι, αφού έγειρε το κεφάλι, παρέδωσε το πνεύμα στα χέρια του Θεού.
Μεγάλος σεισμός έγινε στη φύση, σεισμός τάραξε και της Παναγίας το σώμα και την ψυχή. Η ματιά της στράφηκε προς τον ουρανό για να συναντήσει μαζί με την προσευχή της τον Θεό.
Ο κόσμος έτρεχε και κάποιος φώναξε: «Αληθινά αυτός είναι ο Υιός του Θεού». Η Παναγία μας το ήξερε αυτό από τη στιγμή που ο Άγγελος τής είχε φέρει το χαρμόσυνο άγγελμα. Ήξερε πως ο Υιός θα ξαναγύριζε στον Πατέρα. Αλλά, σαν μάνα, έκλαιγε γοερά! Το χαμόγελο ξαναγύρισε στα χείλη της, όταν μετά από τρεις μέρες πληροφορήθηκε την Ανάσταση του Ιησού.