Ο Χριστός είχε έρθει στη γη. Η χάρη του Θεού είχε σκεπάσει τον κόσμο. Όταν συμπληρώθηκαν οι μέρες σύμφωνα με το νόμο, το παιδί έπρεπε να το φέρουν οι γονείς στον ναό του Σολομώντα, για να ευλογηθεί από τους ιερείς. Ο Ιωσήφ και η Παναγία σύμφωνα με τα έθιμα της φυλής τους προσέφεραν στον ναό ένα ζευγάρι τρυγόνια. Στην είσοδο του ναού, τους υποδέχτηκε ο δίκαιος γέροντας Συμεών. Μόλις αντίκρισε τον Ιησού, γύρισε το βλέμμα προς τον ουρανό και είπε:
–Κύριε, επίτρεψε του δούλου σου να πεθάνει, γιατί ήρθε η ώρα, αφού είδα τον βασιλιά του Ισραήλ!
(Νῦν ἀπολύεις τὸν δοῦλόν σου, Δέσποτα, κατὰ τὸ ῥῆμά σου ἐν εἰρήνῃ, ὅτι εἶδον οἱ ὀφθαλμοί μου τὸ σωτήριόν σου, ὃ ἠτοίμασας κατὰ πρόσωπον πάντων τῶν λαῶν, φῶς εἰς ἀποκάλυψιν ἐθνῶν καὶ δόξαν λαοῦ σου Ἰσραὴλ» (Λουκ. β´ 29-31).)
Αμέσως μετά πήρε στην αγκαλιά του τον μικρό Χριστό και τον ευλόγησε. Τότε στράφηκε προς την Παναγία και της είπε προφητικά:
– Το παιδί αυτό θα γίνει αιτία, ώστε πολλοί να πιστέψουν και να σωθούν κι άλλοι που δεν θα πιστέψουν, να χαθούν. Τη δική σου, όμως, καρδιά θα πληγώσει σαν κοφτερό μαχαίρι ένας μεγάλος πόνος.
Η Παναγία δεν καταλάβαινε τη σημασία των λόγων του Συμεών, αλλά φύλαξε βαθιά μέσα στην καρδιά της τα λόγια του, έλεγε η γιαγιά μου όποτε μας διηγιόταν αυτήν την ιστορία. Στην εκκλησία είναι μεγάλη γιορτή και λέγεται Υπαπαντή. Εορτάζεται στις 2 Φεβρουαρίου.
Μαθαίνω για την εορτή της Υπαπαντής και
τον Άγιο Συμεών τον Θεοδόχο.