-Κι όπως προανέφερε, παιδιά, ο παππούς Μάριος, η Παναγία έμενε μαζί με τον μαθητή Ιωάννη, τον αδερφό του Ιάκωβο και τη μητέρα τους Σαλώμη, η οποία ήταν συγγενής της. Εκεί διαρκώς προσευχόταν και παρακαλούσε τον Yιό της για όλο τον κόσμο. Ζούσε περιμένοντας να έρθει η στιγμή που θα ξανασυναντηθούν.
Μία μέρα λαμπερή μετά από τις ώρες της προσευχής, εμφανίστηκε μπροστά της Άγγελος κυρίου και τις μετέφερε τα λόγια του Υιού της:
-Μητέρα μου, ήρθε ο καιρός για να σε πάρω κοντά μου. Μην αισθανθείς ταραχή γι΄ αυτό, αλλά με χαρά να δεχθείς αυτή την απόφαση του Θεού Πατέρα. Έτσι θα έρθεις κι εσύ στην αθάνατη και αιώνια ζωή.
Η Παναγία χωρίς να ταραχτεί καθόλου, αφού τόσα χρόνια προετοίμαζε τον εαυτό της για αυτό το γεγονός, ταπεινά όπως και παλαιότερα δέχτηκε τη θεϊκή απόφαση. Πήγε αμέσως στο όρος των Ελαιών που πήγαινε συχνά και εκεί προσευχήθηκε θερμά. Τα δέντρα έγειραν την κορυφή τους και προσκύνησαν τη Θεοτόκο, καθώς περνούσε ανάμεσά τους. Ακόμα και τα άψυχα δέντρα έδειξαν σεβασμό και τίμησαν τη μητέρα του Θεού.
Όταν γύρισε στο σπίτι, άναψε λαμπάδες, φώναξε τους συγγενείς και τις γειτόνισσες και τους αφηγήθηκε τα λόγια του Άγγελου και τους έδειξε ένα κλαδί φοινικιάς, που της είχε παραδώσει για να πειστούν. Οι άνθρωποι άρχισαν να κλαίνε και να θρηνούν, μόλις κατάλαβαν ότι η Παναγία σε λίγο θα πεθάνει, δηλαδή θα κοιμηθεί για πάντα. Η Θεοτόκος τους παρηγορούσε λέγοντάς τους ότι θα συναντηθεί με τον Χριστό, τον Υιό της, κάτι που τόσο πολύ λαχταρούσε η ψυχή της. Επίσης διαβεβαίωνε όλους ότι θα ζητάει από τον Ιησού να τους σκεπάζει πάντοτε στον δύσκολο αγώνα της ζωής τους, όχι μόνο αυτούς, αλλά και όλη την ανθρωπότητα.
Όλη αυτή η συνάντηση με τους ανθρώπους ήταν ένας μεγάλος αποχαιρετισμός. Οι άνθρωποι τιμούσαν τη Θεοτόκο για όλα όσα πρόσφερε στη γη και η Παναγία σαν στοργική μητέρα απάλυνε τον πόνο του αποχωρισμού.
Σε όλη αυτή την προετοιμασία της Κοιμήσεως της Θεοτόκου έφτασαν και οι Απόστολοι, οι οποίοι βρίσκονταν στα πέρατα του κόσμου και δίδασκαν το μήνυμα της Βασιλείας του Θεού. Νεφέλη φωτεινή τους έφερε στην οικία της Παναγίας, καθώς και τον Άγιο Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη, τον Απόστολο Τιμόθεο και άλλους ιεράρχες. Παρών ανάμεσά τους ήταν και ο Απόστολος Παύλος. Συγκινημένος και θλιμμένος συνάμα γονάτισε στα πόδια της Παναγίας και είπε:
-Χαίρε, εσύ που είσαι μητέρα της ζωής. Αν και δεν είδα με τα μάτια μου τον Χριστό, τώρα καθώς σε βλέπω, είναι σαν αντικρίζω Εκείνον.
Η Παναγία κοιτώντας τους στοργικά, είπε:
-Μαθητές του Υιού και Θεού μου, μην μεταβάλλετε σε πένθος και λύπη τη χαρά μου.
Αποχαιρέτησε έναν έναν όσους βρίσκονταν εκεί, ξάπλωσε στο απλό κρεβάτι της, σταύρωσε τα χέρια κι άφησε την ψυχή της να ανέβει και να ακουμπήσει τα πόδια του Θεού. Οι Απόστολοι σήκωσαν το πανάχραντο σώμα της και με αναμμένες λαμπάδες πορεύτηκαν προς τον τάφο στη Γεσθημανή. Εκεί την έθαψαν. Για τρεις μέρες ακούγονταν ύμνοι και μελωδίες αγγέλων. Την τρίτη μέρα ανοίγοντας τον τάφο της Παναγίας, το σώμα της δεν βρισκόταν πλέον εκεί. Είχε αναστηθεί. Ο Χριστός πήρε κοντά του το σώμα της μητέρας Του, το σώμα που Τον είχε κυοφορήσει και που έπρεπε να παραμείνει άφθαρτο.
Από τότε η Παναγία πρεσβεύει για όλους τους ανθρώπους και όλοι οι πιστοί Χριστιανοί καταφεύγουμε με τις παρακλήσεις της στη χάρη της Παναγίας και νιώθουμε ανάλογα με την πίστη μας τη βοήθεια της και την παρουσία της στη ζωή μας. Η Παντάνασσα δεν εγκαταλείπει τους ανθρώπους. Αναχωρώντας από τον κόσμο με τον θάνατό της, είναι μαζί μας με τα θαύματα που επιτελεί με τη μεσολάβηση της στον Υιό και Θεό της, χάριν εκείνων οι οποίοι ζητούν ταπεινά και με πίστη τις πρεσβείες της.
Κάθε χρόνο στις 15 Αυγούστου ζούμε και εμείς το Πάσχα του καλοκαιριού, σαν τώρα δηλαδή. Τι θαυμαστή που είναι η παρουσία της Παναγίας στη ζωή των μαθητών του Χριστού, αλλά και στη ζωή όλων των ανθρώπων!