Σκέψου πώς γιορτάζουν οι Χριστιανοί τα Χριστούγεννα στις μέρες μας.
Διάβασε το παρακάτω μήνυμα του Ιησού προς τους ανθρώπους και
γράψε στο τετράδιό σου τι θα απαντούσες στον Χριστό.
Τι σημαίνουν τα Χριστούγεννα για σένα;
«Όπως θα ξέρεις πλησιάζουμε ξανά στην ημερομηνία των γενεθλίων μου. Κάθε χρόνο γίνεται η γιορτή προς τιμή μου. Έτσι και φέτος αυτές τις μέρες ο κόσμος προετοιμάζεται γι’ αυτήν: κάνει πολλά ψώνια, γίνονται διαφημίσεις μέχρι και στο ράδιο και την τηλεόραση και κανείς δεν μιλάει για κάτι άλλο, εκτός από το τι λείπει και τι άλλες δουλειές πρέπει να γίνουν μέχρι να έρθει εκείνη η μέρα. Είναι ευχάριστο να ξέρω ότι τουλάχιστον μία μέρα τον χρόνο κάποιοι με σκέφτονται.
Όπως θα γνωρίζεις, πριν από πολλά χρόνια ξεκίνησαν να γιορτάζουν τα γενέθλιά μου. Στην αρχή φαίνονταν να καταλαβαίνουν και με ευχαριστούσαν γι’ αυτό που έκανα για εκείνους, όμως σήμερα κανείς δεν γνωρίζει τι γιορτάζουν τις άγιες αυτές ημέρες. Οι άνθρωποι συναντώνται και περνούν πολύ καλά, όμως κανείς δεν ξέρει περί τίνος πρόκειται.
Θυμάμαι πέρυσι την ημέρα των γενεθλίων μου, που έκαναν μία μεγάλη γιορτή προς τιμήν μου. Στο τραπέζι υπήρχαν όλα τα εδέσματα, ήταν διακοσμημένο όμορφα και υπήρχαν πολλά δώρα. Αλλά… ξέρεις τι; Ούτε που με κάλεσαν, ενώ ήμουν επίτιμος καλεσμένος. Κανείς δεν θυμήθηκε να με καλέσει, αν και η γιορτή ήταν για μένα. Μάλιστα, όταν έφτασε η μεγάλη μέρα, με άφησαν απ’ έξω. Μου έκλεισαν και την πόρτα… Εγώ ήθελα να βρεθώ στο τραπέζι μαζί τους. Η αλήθεια είναι ότι δεν εξεπλάγην, γιατί τα τελευταία χρόνια όλοι μου κλείνουν την πόρτα.
Μιας και δεν με κάλεσαν, σκέφτηκα να παρευρεθώ, χωρίς να κάνω θόρυβο. Έτσι μπήκα και στάθηκα σε μία γωνίτσα. Όλοι διασκέδαζαν και ήταν χαρούμενοι. Κάποιοι έλεγαν ιστορίες και γελούσαν, περνούσαν πολύ καλά, μέχρι που έφτασε ένας γέρος παχουλός, ντυμένος στα κόκκινα, με άσπρα γένια και φώναζε «Χοχοχο». Έπειτα κάθισε βαριά σε μία πολυθρόνα κι όλοι έτρεξαν προς αυτόν, φωνάζοντας «Άγιε Βασίλη», λες και η γιορτή ήταν γι’ αυτόν!
Ήρθαν τα μεσάνυχτα κι όλοι άρχισαν να αγκαλιάζονται. Άπλωσα κι εγώ τα χέρια μου ελπίζοντας πως κάποιος θα με αγκαλιάσει. Όμως, κανείς δεν με αγκάλιασε… Ξαφνικά άρχισαν όλοι να ανταλλάσσουν δώρα κι ένας-ένας τα άνοιγαν μέχρι που τελείωσαν όλα. Πλησίασα να δω μήπως παρ’ ελπίδα υπήρχε κάποιο για μένα, αλλά δεν υπήρχε τίποτα. Πώς θα αισθανόσουν αν την ημέρα των γενεθλίων σου αντάλλασσαν όλοι δώρα μεταξύ τους και εσένα δεν σου δώριζαν τίποτα;
Τότε κατάλαβα ότι εγώ, ο Χριστός, περίσσευα σε εκείνη τη γιορτή. Βγήκα χωρίς να κάνω θόρυβο, έκλεισα την πόρτα κι αποσύρθηκα. Κάθε χρόνος που περνάει είναι χειρότερα. Ο κόσμος θυμάται μόνο το δείπνο, τα δώρα και τις γιορτές. Κανείς δεν θυμάται εμένα. Θα ήθελα αυτά τα Χριστούγεννα να επιτρέψεις να έρθω καλεσμένος στο γιορτινό σπίτι σου, να αναγνωρίσεις ότι πριν από δύο χιλιάδες είκοσι δύο χρόνια ήρθα σε αυτόν τον κόσμο, για να δώσω τη ζωή μου για σένα στον Σταυρό και να σε σώσω. Το μόνο που θέλω σήμερα είναι να το πιστέψεις με όλη σου την καρδιά!»