Tο ίδιο εκείνο πρωί, καθώς ο Δαβίδ τούς έπαιζε με τη λύρα του, ακούστηκαν δυνατά χτυπήματα στην πύλη. Ήταν ένας απεσταλμένος του ίδιου του βασιλιά Σαούλ που έφερνε μια διαταγή για τον Ιεσσαί. Ο Ιεσσαί δεν μπορούσε να πιστέψει στ’ αυτιά του.
«Ο βασιλιάς ζητάει τον νεότερο γιο σου, τον Δαβίδ, να έρθει αμέσως στο παλάτι και να παίξει μουσική γι’ αυτόν».
Ο Δαβίδ ήταν φοβισμένος και γοητευμένος μαζί. Καθώς έφευγε, τα εφτά αδέρφια του στέκονταν στην πύλη ξύνοντας τα κεφάλια τους. Να ζητήσει ο βασιλιάς τον Δαβίδ, τον μικρότερο αδερφό τους;
Τώρα πια δεν κορόιδευαν.
«Γεια σας», τους φώναξε ο Δαβίδ. Και μετά έφυγε καβάλα στο άλογο, ακολουθώντας τον απεσταλμένο.
Ο βασιλιάς Σαούλ καθόταν στον θρόνο του και περίμενε τον νέο μουσικό. Ο στρατηγός του, ο Αβεννήρ, τον είχε συμβουλέψει ν’ ακούει καλή μουσική. «Θα σε κάνει να νιώσεις καλύτερα η μουσική», τον διαβεβαίωσε ο στρατηγός.
Ο Σαούλ ούτε πρόσεξε που ο Δαβίδ μπήκε στο δωμάτιο. Καθόταν και κοίταζε στο κενό. Τα μάτια του ήταν θολά. Φαινόταν κουρασμένος και ανήσυχος. Το πρόσωπό του ήταν χλωμό σαν νεκρού. Ο Δαβίδ καθάρισε τη φωνή του και άρχισε να τραγουδά.
Η μουσική του πλημμύρισε τα δωμάτια του βασιλικού ανακτόρου, όπως πλημμύριζε και τους λόφους της Βηθλεέμ. Μιλούσε για την ηρεμία των χωραφιών, την απλή ζωή του βοσκού, τη χαρά αυτών που εμπιστεύονται τον Θεό. Ο Δαβίδ εμπιστευόταν τον Θεό. Παρ’ ό,τι απορούσε για ποιο πράγμα τον είχε διαλέξει o Κύριος, περίμενε υπομονετικά ο Θεός να τον οδηγήσει στον σωστό δρόμο.
Σιγά-σιγά τα μάτια του Σαούλ άρχισαν να φωτίζονται. Το χρώμα άρχισε να επιστρέφει στα μάγουλά του, και το πρόσωπό του να ζωντανεύει. Στράφηκε προς τον νέο μουσικό και ψιθύρισε βραχνά, «Συνέχισε, μου αρέσει αυτό!».
Ο Δαβίδ συνέχισε, «Ο Κύριος είναι o Ποιμένας μου, δεν θα μου στερήσει τίποτα…». Η μουσική, σαν ανάλαφρη πεταλούδα, πετούσε μέσα στο δωμάτιο του βασιλιά.
Από τότε ο Σαούλ συχνά έλεγε στον Δαβίδ να παίξει τη λύρα του και να τραγουδήσει γι’ αυτόν. Άρχισε ακόμα και να χαμογελά ή έφερνε καλεσμένους να φάνε μαζί του στο τραπέζι. Τότε ξαφνικά οι χαρούμενες μέρες έφτασαν στο τέλος τους.
Ήρθαν καβαλάρηδες από την κοιλάδα Ηλά. «Ο στρατός των Φιλισταίων», είπαν, «πέρασε από την άλλη πλευρά της κοιλάδας».
«Όπου να ‘ναι θα μας επιτεθούν. Σαούλ, πρέπει να οδηγήσεις τους άντρες σου».
Έτσι, ο Σαούλ έφυγε γρήγορα για την κοιλάδα, όπου βρισκόταν ο στρατός του. Και ο Δαβίδ γύρισε στο σπίτι του, στη Βηθλεέμ.
χλωμός: που έχει χάσει το χρώμα του, που από κόκκινο που είναι το χρώμα του δέρματος λόγω του αίματος και της ζεστασιάς, γίνεται προς το λευκό.
ανάκτορο: το σπίτι του άνακτος, του βασιλέως· στις μέρες μας λέγεται και παλάτι.
κοιλάδα: μακρόστενη περιοχή ανάμεσα σε βουνά, που μπορεί να διασχίζεται και απο ποτάμι.