Εκείνον τον καιρό είχαν ξεσηκωθεί πολλές φήμες για πόλεμο. Πολλοί έλεγαν ότι οι Φιλισταίοι μάζευαν στρατό για να επιτεθούν. Οι Ισραηλίτες είχαν πολλούς εχθρούς, αλλά οι χειρότεροι ήταν οι Φιλισταίοι.
Οι τρεις μεγαλύτεροι αδερφοί του Δαβίδ, ο Ελιάβ, ο Αμιναδάβ και ο Σαμά, ήταν στρατιώτες. Μερικές φορές έρχονταν στο σπίτι με άδεια κι έλεγαν πόσο περήφανοι ένιωθαν που ήταν στρατιώτες.
«Τώρα πείτε μου», τους είπε ο Ιεσσαί σε μια τους επίσκεψη, «είναι αλήθεια αυτά που λένε για τον βασιλιά; Έχω ακούσει ότι έγινε στρυφνός και κατσούφης. Λένε ότι ακόμη και η οικογένειά του τον φοβάται. Μερικοί μάλιστα λένε πως έχει τρελαθεί».
«Πραγματικά κάτι συμβαίνει, πατέρα», είπε λυπημένος ο Ελιάβ. «Ο βασιλιάς Σαούλ υποπτεύεται και ζηλεύει τον καθένα. Κανείς απ’ όσους είναι γύρω του δεν είναι ασφαλής πια».
«Έτσι είναι», συνέχισε ο Αμιναδάβ.
«Κάθεται μέρες αφηρημένος, κοιτάζοντας στο κενό. Το ηθικό του στρατού ολοένα πέφτει».
Ο Ιεσσαί αναστέναξε. «Αναρωτιέμαι τι θα απογίνουμε. Τα πράγματα άλλαξαν, δεν είναι όπως ήταν».
«Αυτό άφησέ το σε μας, πατέρα», είπε ο Σαμά.
«Είμαστε στρατιώτες τώρα. Θα συντρίψουμε τους Φιλισταίους».
«Θέλω κι εγώ να γίνω στρατιώτης», πετάχτηκε ο Δαβίδ. Του άρεσε πολύ ν’ ακούει τις διηγήσεις των αδερφών του από τις μάχες. Ωστόσο έπρεπε να μένει στο σπίτι και να φροντίζει τα πρόβατα του πατέρα του.
«Βέβαια», γέλασαν τ’ αδέρφια του, «εσύ είσαι ακόμη μωρό». «Ε, ονειροπαρμένε, έκανες τίποτα καινούργια τραγούδια για τα πρόβατα τελευταία;».
στρυφνός: ο δύστροπος, αυτός που όλα του φταίνε και δεν ικανοποιείται με τίποτα.
κατσούφης: αυτός που δεν είναι χαρούμενος, αλλά στεναχωρημένος ή και θυμωμένος με κάτι· συνήθως κοιτάει κάτω όλην την ώρα.
αφηρημένος: χωρίς να προσέχει τι γίνεται γύρω του.
ονειροπαρμένος: αυτός που φαντάζεται πράγματα που δεν θα κάνει ποτέ, που τον παίρνουν τα όνειρα.