Ο στρατός του βασιλιά Σαούλ ήταν στρατοπεδευμένος στην ανατολική πλαγιά της κοιλάδας Ηλά. Ο στρατός των Φιλισταίων είχε στρατοπεδεύσει στη δυτική μεριά της ίδιας κοιλάδας. Αλλά πόση ήταν η διαφορά! Οι στρατιώτες του Σαούλ έμοιαζαν πιο πολύ με γεωργούς που είχαν βγει σε κυνήγι, παρά με στρατιώτες σε πόλεμο. Μόνο λίγοι απ’ αυτούς φορούσαν πραγματικές πανοπλίες ή κρατούσαν όπλα. Οι περισσότεροι είχαν ραβδιά και όπλα από πέτρα, που τα είχαν φτιάξει στα σπίτια τους. Αλλά οι Φιλισταίοι είχαν σιδερένια όπλα και ασπίδες. Φορούσαν ακόμη χάλκινα κράνη.
Ο Δαβίδ άνοιγε δρόμο ανάμεσα στα ραβδιά, τις λόγχες και τα πόδια των συμπατριωτών του. Ήθελε να δει τους τρεις αδερφούς του στην πρώτη γραμμή. Ξαφνικά κάποιος τον χτύπησε στο πίσω μέρος του κεφαλιού. Ο Δαβίδ γύρισε.
«Δαβίδ! Τι γυρεύεις εδώ; Εδώ είναι ο στρατός του βασιλιά! Νομίζεις ότι φυλάς πρόβατα;».
Ο Ελιάβ τον κοίταζε αγριεμένος.
«Ο πατέρας μ’ έστειλε…».
«Μη φέρνεις βόλτα τα πράγματα, όπως θέλεις», τον διέκοψε ο Αμιναδάβ. «Ήρθες να δεις τη μάχη, έτσι δεν είναι;».
Μετά άρπαξε τον Δαβίδ από την πλάτη και τον έσπρωξε. Ο Δαβίδ έκανε τρία βήματα προς τα πίσω και έπεσε κάτω ανάσκελα.
«Δεν θέλετε ούτε τη φωνή μου ν’ ακούτε!», φώναξε ο Δαβίδ. «Αδερφός σας είμαι. Ήρθα να σας φέρω τρόφιμα, κι εσείς μου φέρεστε σαν να ήμουν κάτι βρώμικο!». Μετά σηκώθηκε όρθιος και κίνησε να φύγει.
Εκείνη ακριβώς τη στιγμή έγινε κάτι που έκανε ολόκληρο το στρατό του βασιλιά Σαούλ να τρεμουλιάσει από φόβο. Ο Δαβίδ στάθηκε να κοιτάξει.