Το κείμενο που διαβάσαμε μόλις, αποτελείται από προτάσεις.
Οι προτάσεις είναι ομάδες λέξεων, όπου την αρχική λέξη την γράφουμε με κεφαλαίο, και μετά την τελευταία λέξη της πρότασης βάζουμε σημείο στίξης. Eίτε τελεία “.” , είτε ερωτηματικό “;” , αν η πρότασή μας ρωτάει, είτε θαυμαστικό “!“, αν η πρότασή μας δείχνει θαυμασμό για κάτι.
Οι προτάσεις μπορεί να είναι τόσο μικρές, όσο απλώς μια λέξη. Μπορούν όμως να είναι και πολύ μεγάλες, όσο μια παράγραφος.
Ας δούμε δύο προτάσεις μέσα από το κείμενο. Μια πολύ μεγάλη και μια πιο μικρή.
“Από την κορυφή του λόφου, όπου καθόταν το μικρό βοσκόπουλο, μπορούσε να βλέπει πολλά μίλια μακριά.”
“Ο μικρός βοσκός κοίταξε ολόγυρα.”
Ας πάρουμε τώρα τη μικρή πρόταση: “Ο μικρός βοσκός κοίταξε ολόγυρα.“
1. Τι μας λέει αυτή η πρόταση ότι συμβαίνει; Ότι Κάποιος κάπου κοιτάει.
2. Ποιος είναι αυτός που κοιτάει; “Ο μικρός βοσκός.”
3. Πώς τον λένε τον μικρό βοσκό; “Δαβίδ.” (Αυτό δεν μας το λέει η πρόταση αλλά το ξέρουμε από τις προηγούμενες πρότασεις.)
Από μια πρόταση, λοιπόν, συνήθως μαθαίνουμε ποιος κάνει κάτι. Αυτό που κάνει “κοιτάζει, παίζει, τραγουδά” το λέμε ΡΗΜΑ και τις λέξεις που μας λένε ποιος το κάνει, τις λέμε ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ.
Και μετά μπορούμε αυτό που έχουμε διαβάσει να το ζωγραφίσουμε κιόλας,
όπως βλέπετε από κάτω.