Εξακόσιοι γενναίοι πολεμιστές τον ακολούθησαν.
«Θα σε βοηθήσουμε να νικήσεις τον Σαούλ», του είπαν. Αλλά ο Δαβίδ αρνήθηκε. «Αν ο Θεός», απάντησε, «θέλει να πάρει το βασίλειο από τον Σαούλ, δεν χρειάζεται τη βοήθειά μας. Θα περιμένουμε και θα δούμε».
O Δαβίδ και οι εξακόσιοι άντρες του κρύβονταν σε σπηλιές και σε μικρά δάση. Μια φορά αναγκάστηκαν να κρυφτούν σε μια γειτονική εχθρική χώρα. Ο Σαούλ τούς κυνηγούσε από τη μια άκρη του Ισραήλ στην άλλη.
Μια μέρα έφτασαν εκεί που κρυβόταν ο Δαβίδ τρομερά νέα. Ο βασιλιάς Σαούλ ήταν νεκρός! Ο Δαβίδ αιστάνθηκε σαν να δέχτηκε ένα ισχυρό χτύπημα ο ίδιος.
Είχε σκοτωθεί σε μια άλλη μεγάλη μάχη εναντίον των Φιλισταίων. Πολλοί από τους γιους του είχαν κι εκείνοι σκοτωθεί. Ο Δαβίδ θρήνησε τον Σαούλ και τους γιους του. Η χώρα χωρίστηκε στα δύο. Μερικοί έμειναν πιστοί στον μοναδικό γιο του Σαούλ που είχε επιζήσει. Αλλά η μισή χώρα ανακήρυξε νέο βασιλιά της τον Δαβίδ.
Εφτά χρόνια πέρασαν από τότε που ο Δαβίδ είχε σκοτώσει το Γολιάθ. Άλλα εφτά χρόνια θα περνούσαν προτού η χώρα ενωθεί ξανά, και γίνει ο Δαβίδ μοναδικός βασιλιάς της.
Τι δοξασμένη μέρα ήταν εκείνη!