Ένα ανώγι ήτανε. Και το ετοίμασε ο νοικοκύρης για να πάνε ο Ιησούς και οι μαθητές να φάνε το Πάσχα, τη μεγάλη τη γιορτή. Σαν ήρθε η ώρα για φαΐ, έκατσε ο Κύριος στη μέση στο τραπέζι και ολόγυρα οι δώδεκα. Τους είδε έτσι μαζεμένους και ήταν εκεί όχι μονάχα οι δώδεκα. Όλοι οι άνθρωποι που ζήσανε στη γη και αυτοί που θα ‘ρθουν μέχρι τη συντέλεια του κόσμου εκεί ήταν στοιβαγμένοι. Και σε όλους τους ανθρώπους της Θείας Ευχαριστίας το μυστήριο εκείνη τη στιγμή παρέδωσε και άρχισε να λέει:
– Πολύ πεθύμησα αυτό το Πάσχα όλοι μαζί να φάμε, προτού τα πάθη μου αρχίσουν· και δεν θα ξαναφάω πια, σε σας το λέω, ώσπου να ‘ρθει η βασιλεία του Θεού.
Σαν είπε έτσι, πήρε το ψωμί που ήτανε μπροστά του, το ευλόγησε και το έκοψε με προσοχή. Κάθε κομμάτι το ‘δινε σε κάθε μαθητή. Ακόμα κι ο Ιούδας πήρε το δικό του μερτικό.
– Αυτό, είπε ο Χριστός, είναι το Σώμα μου. Πάρτε το να το φάτε· λάβετε, φάγετε.
Ύστερα πήρε το ποτήρι με το κρασί που ήταν μπρος του, εσήκωσε τα μάτια του ψηλά στον ουρανό και τον Θεό ευχαρίστησε για το ψωμί, για το κρασί, δώρο κι αυτό δικό Του. Και πάλι είπε:
– Αυτό είναι το αίμα μου. Να πιείτε από τούτο όλοι. Πίετε εξ αυτού πάντες· τούτο εστί το Αίμα μου. Είναι το αίμα το δικό μου, που χύνεται για το χατήρι όλων, για να συγχωρεθούν οι αμαρτίες των ανθρώπων. Και δεν θα πιω ξανά απ’ τον χυμό αυτού του αμπελιού ως την ημέρα εκείνη, που όλοι μαζί θα πιούμε ένα κρασί καινούργιο, εκεί στη βασιλεία του Πατέρα μου.
Θαμπώσανε τα μάτια των μαθητών από αγάπη, κι ίσως από δάκρυα. Άρχισαν να ψέλνουν ύμνους στον Θεό κι έτσι αυτοί από τους ανθρώπους πρώτα μεταλάβανε το σώμα και το αίμα του Ιησού.