ΔΙΑΒΑΖΟΥΜΕ ΑΡΓΑ ΚΑΙ ΚΑΘΑΡΑ:
Ήταν υπέροχα στους πράσινους λόφους έξω από τη Βηθλεέμ. Από την κορυφή του λόφου, όπου καθόταν το μικρό βοσκόπουλο, μπορούσε να βλέπει πολλά μίλια μακρυά. Από κάτω τα πλούσια χωράφια απλώνονταν σαν πράσινο χαλί στην κοιλάδα. Μακριά, στα δεξιά του, τα σπίτια της Βηθλεέμ ήταν συγκεντρωμένα γύρω από την αγορά. Στο φως του ήλιου έμοιαζαν με ένα σωρό από τετράγωνες μεγάλες πέτρες. Στα αριστερά του τα πρόβατα έβοσκαν στην παρακάτω πλαγιά. Ξαφνικά μια δυνατή φωνή έσπασε τη σιγαλιά των λόφων, και η ηχώ της αντήχησε σ’ όλην την κοιλάδα.
«Δαβίδ! Δαβίδ!»
Ο μικρός βοσκός κοίταξε ολόγυρα. Είχε μελαψό πρόσωπο, μαύρα φωτεινά μάτια, μαύρα σγουρά μαλλιά και δυνατό σώμα. Αυτός που ερχόταν τρέχοντας προς τον λόφο φωνάζοντας, ήταν ο αδερφός του, ο Ελιάβ.
«Δαβίδ! Βιάσου, πάμε στο σπίτι!».