Βλέπω την εικόνα και γράφω λέξεις που έχουν σχέση με τα όσα δείχνει η εικόνα στο τετράδιό μου. Έπειτα, διαβάζω το κείμενο και βλέπω πόσες λέξεις απ’ όσες έγραψα υπάρχουν σ’ αυτό.
Ο βασιλιάς Σαούλ κοίταξε τον Δαβίδ. Δεν είχε αναγνωρίσει τον μουσικό που του είχε παίξει τόσες φορές. Μετά κοίταξε τον γίγαντα. Ένα βεβιασμένο χαμόγελο διαγράφηκε στα χείλη του. «Δεν μπορείς να πολεμήσεις τον γίγαντα» του είπε. «Δεν ξέρεις καν τι πας να κάνεις».
Ο Δαβίδ προσπάθησε να αγνοήσει τα λόγια του Σαούλ. «Δεν φοβάμαι αυτόν τον άθεο Φιλισταίο!», του απάντησε.
«Πόσων χρονών είσαι;», τον ρώτησε o βασιλιάς.
«Είμαι δεκαέξι. Δεκαέξι και μισό».
«Και θέλεις να πιστέψω ότι μπορείς να πολεμήσεις με γίγαντες;».
«Έχω σκοτώσει αρκούδες και λιοντάρια!», του απάντησε ο Δαβίδ.
Ο βασιλιάς Σαούλ βυθίστηκε σε σκέψεις για λίγο. Μετά είπε, «Εντάξει, πήγαινε. Μπορείς να πολεμήσεις με τον Φιλισταίο, αφού κανείς άλλος δεν θέλει».
Ο Σαούλ επέμεινε να φορέσει ο Δαβίδ τη δική του βασιλική πανοπλία. Μετά έβαλε τα όπλα του στα χέρια του Δαβίδ. Ο Δαβίδ φαινόταν σαν ένα μικρό αγόρι που έπαιζε τον στρατιώτη. Το κράνος του βασιλιά σχεδόν σκέπαζε τα μάτια του. «Αυτά δεν θα ωφελήσουν», είπε τελικά ο Δαβίδ. «Θα πολεμήσω τον γίγαντα με τον δικό μου τρόπο!» και έβγαλε τη βασιλική πανοπλία και πήγε να συναντήσει τον Γολιάθ.