Τ’ αδέρφια του όμως ήταν θυμωμένα. Τον κοίταζαν συνέχεια σαν να έλεγαν, «Άλλο και τούτο! Κοιτάξτε πού μας έμπλεξε αυτό το τρελόπαιδο!».
Αλλά ο Δαβίδ γονάτισε και μάζεψε από κάτω πέντε στρογγυλές πέτρες. Μετά τράβηξε τη σφεντόνα από την ζώνη του. Κρατώντας με το άλλο χέρι το ραβδί του, κατέβηκε στην κοιλάδα. Τώρα ήταν η σειρά του γίγαντα να εκπλαγεί.
«Τι νομίζεις πώς είμαι;», φώναξε στον Δαβίδ. «Κανένα σκυλί; Εγώ ζήτησα έναν κανονικό στρατιώτη, κι εδώ έρχεται ένας βοσκός, κρατώντας ραβδί! Θα σε κάνω φαΐ για τα όρνια!».
Ο Γολιάθ έκανε τρία μεγάλα βήματα μπροστά.
«Αυτό εσύ το λες!», του φώναξε με τη σειρά του ο Δαβίδ. «Έρχεσαι εναντίον μου με όλη τη φανταχτερή πανοπλία σου. Αλλά εγώ έρχομαι εναντίον σου στο όνομα του Κυρίου. Είναι ο Θεός του στρατού μου, κι αυτόν προκάλεσες. Σήμερα ο Κύριος θα σε παραδώσει στα χέρια μου».
Ο Δαβίδ απείχε μόνο δεκαπέντε μέτρα από τον γίγαντα. Έβαλε το χέρι στο σακούλι του, πήρε μια πέτρα και την έβαλε στη σφεντόνα. Σημαδεύοντας το μέτωπο του γίγαντα, ακριβώς ανάμεσα στα μάτια, φαντάστηκε την πέτρα να τσακίζει το κρανίο του Γολιάθ.
«Κύριε», ψιθύρισε, «βοήθησέ με να σημαδέψω καλά και κάνε την πέτρα μου να πάει ίσια». Μετά στριφογύρισε τη σφεντόνα πάνω από το κεφάλι του και πέταξε την πέτρα στον αέρα.
«Σμακ!».
Η πέτρα έσχισε τον αέρα και βρήκε ακριβώς τον στόχο της. Για μια στιγμή ο Γολιάθ τρίκλισε. Μετά έβγαλε μια φοβερή κραυγή, παραπάτησε προς τα μπρος και σωριάστηκε στο έδαφος, σαν ένας γιγάντιος κορμός δέντρου.
«Ω!»
Ο Δαβίδ μπορούσε να νιώσει το έδαφος να τρέμει κάτω από τα πόδια του. Έγινε απόλυτη σιωπή. Οι στρατιώτες, και από τις δύο πλευρές, είχαν σηκωθεί στις μύτες των ποδιών τους για να καταλάβουν τι είχε συμβεί. Ο Δαβίδ έτρεξε δίπλα στον Γολιάθ, τράβηξε το σπαθί του γίγαντα και το σήκωσε ψηλά πάνω από το κεφάλι του.
«Ζααπ!».
Το κεφάλι του γίγαντα κύλησε μακριά από το σώμα του. Ο Δαβίδ το έπιασε από τα μαλλιά και το σήκωσε στον αέρα. Ξαφνικά η ανατολική πλευρά της κοιλάδας μετατράπηκε σ’ ένα βουερό κύμα ανθρώπων που μούγκριζαν. Οι Ισραηλίτες ξεχύθηκαν στην κοιλάδα κυνηγώντας στην άλλη πλευρά της τους Φιλισταίους που έφευγαν τρομαγμένοι. Τους κυνήγησαν μέχρι τη Γεθ και την Ασκαλώνα.