Στον Δαβίδ άρεσε που γύρισε στο σπίτι. Είχε επιθυμήσει τα πρόβατά του και τους λόφους, όπου έκανε τα τραγούδια του και μιλούσε στον Θεό. Αλλά συχνά σκεφτόταν τον καιρό που έπαιζε τη λύρα για τον βασιλιά Σαούλ. Ονειρευόταν πως κάποια μέρα ο βασιλιάς θα έστελνε να τον φωνάξει πάλι. Ακόμη δεν καταλάβαινε πως ο Θεός τον ετοίμαζε για κάτι άλλο.
Κάθε ηλιοβασίλεμα, όταν o Δαβίδ έφερνε τα πρόβατά του πίσω στο μαντρί, τα ζώα συνωστίζονταν γύρω από το στενό άνοιγμα του πέτρινου μαντρότοιχου. Ο Δαβίδ φώναζε το καθένα με τ’ όνομά του. Μετά, όταν όλα έμπαιναν μέσα και ήταν ασφαλή, άπλωνε το πανωφόρι του μπροστά στην πόρτα και ξάπλωνε κάτω κοιτάζοντας τα αστέρια πριν αποκοιμηθεί. Είχε γίνει πια ένα με την πόρτα του μαντριού. Κανείς δεν μπορούσε να μπει μέσα και να κάνει κακό στα πρόβατά του. Μέχρι που μια νύχτα…
«Γκκρααάου!». Ακούστηκε ένας τρομερός βρυχηθμός! Ο Δαβίδ πετάχτηκε ένα μέτρο ψηλά, κοιμισμένος, όπως ήταν, και έπειτα στάθηκε όρθιος στα πόδια του. Για μια στιγμή έμεινε ακίνητος σαν παράλυτος. Μόνο τα μάτια του κινούνταν. Α-ρ-γ-ά, πολύ αργά, έστριψε το κεφάλι δεξιά και βρέθηκε να κοιτάζει ίσια στα μάτια ένα… λιοντάρι! Το θηρίο είχε ανεβεί και στεκόταν πάνω στο μαντρότοιχο. Το πελώριο σώμα του λουζόταν στο φως του φεγγαριού. Το λιοντάρι ήταν έτοιμο να πηδήξει κάτω και να καταβροχθίσει τον ίδιο ή κάποιο πρόβατο. Αθόρυβα ο Δαβίδ έσκυψε ψάχνοντας με το χέρι του για το ραβδί του, χωρίς ν’ αφήνει ούτε μια στιγμή το λιοντάρι από τα μάτια του. Και τότε…
Ο Δαβίδ πήδηξε στον αέρα σαν πάνθηρας που ορμάει στο θήραμά του. Προσγειώθηκε στη ράχη του λιονταριού και, περνώντας το ραβδί του κάτω από τον λαιμό του, έσφιξε με όλη του τη δύναμη τον μαλακό λαιμό του θηρίου. Για μια στιγμή το λιοντάρι έμεινε ακίνητο. Γρύλισε μια φορά και μετά σωριάστηκε κάτω, σαν να ήταν κουρέλι. Κατρακύλησε από τον τοίχο και έπεσε στο ένα πλευρό του.
Ήταν νεκρό! Ο Δαβίδ τού είχε σπάσει τον λαιμό!
Τη νύχτα εκείνη ο Δαβίδ άργησε πολύ να αποκοιμηθεί, «Σ’ ευχαριστώ Θεέ μου», ψιθύρισε. «Το ξέρω, δεν θα μπορούσα να κάνω κάτι τέτοιο μόνος μου. Σ’ ευχαριστώ που μου έδωσες δύναμη να σκοτώσω το λιοντάρι!».