Τι μάχη! Τι μέρα! Ο στρατός του Σαούλ κατατρόπωσε τους άθεους Φιλισταίους. Και όλα αυτά χάρη σ’ ένα μικρό βοσκό, ο οποίος τόλμησε να απαντήσει στην πρόκληση ενός γίγαντα που είχε προκαλέσει τον Θεό του.
Εκείνο το σούρουπο, πριν ο Δαβίδ φύγει από την κοιλάδα, γονάτισε εκεί που είχε σκοτώσει το γίγαντα και προσευχήθηκε λέγοντας, «Σ’ ευχαριστώ, Κύριε, που έδωσες τη νίκη στον λαό Σου!».
Ο Δαβίδ είχε γίνει εθνικός ήρωας. Η φήμη του νεαρού που σκότωσε τον γίγαντα απλώθηκε παντού σαν πυρκαγιά. «Θέλουμε τον Δαβίδ για βασιλιά μας!», φώναζε ο λαός, καθώς ο στρατός γύριζε πίσω θριαμβευτής. Αυτό έκανε τον βασιλιά Σαούλ να ζηλέψει και να θυμώσει ακόμη περισσότερο. Φοβόταν ότι ο Δαβίδ θα του έπαιρνε το βασίλειο. Αλλά ο Δαβίδ δεν ήθελε να στραφεί εναντίον του Σαούλ ή να του κάνει κακό. Τον σεβόταν σαν τον πραγματικό αρχηγό και βασιλιά του Ισραήλ. «Κύριε», προσευχήθηκε o Δαβίδ, «προσεύχομαι για ειρήνη στη χώρα μας. Κάνε ο Σαούλ κι εγώ να ζήσουμε ειρηνικά».
Αλλά αυτό δεν ήταν δυνατό να γίνει από τη στιγμή που μέσα στην ίδια την καρδιά του Σαούλ γινόταν ένας άγριος πόλεμος. Ένιωθε πως ο Δαβίδ τον απειλούσε και ότι δεν είχε άλλη εκλογή από το να σκοτώσει τον νεαρό στρατιώτη του. Και κυνήγησε το Δαβίδ χωρίς έλεος, Ο Δαβίδ αναγκάστηκε να φύγει μακριά από τον Σαούλ.