Το πρωί ο Δαβίδ διηγήθηκε στην οικογένειά του τι είχε συμβεί. Τ’ αδέρφια του κούνησαν με αμφιβολία το κεφάλι τους:
«Σκότωσε ένα λιοντάρι; Ποιος, ο Δαβίδ; Πώς μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο;».
Τον άκουγαν και κρυφογελούσαν κάτω από τα μουστάκια τους. Είχαν πιστέψει μερικές φορές τις ιστορίες του, ότι είχε σκοτώσει αρκούδες. Αλλά τις είχε σκοτώσει από απόσταση, με τη σφεντόνα του. Στο κάτω-κάτω ο Δαβίδ ήξερε να χειριστεί καλά τη σφεντόνα. Αυτό το παραδέχονταν. Αλλά να τσακίσει τον λαιμό ενός λιονταριού; Αυτό ήταν απίστευτο.
«Δεν ήμουν εγώ που το έκανα», τους είπε ο Δαβίδ. «Ο Θεός το έκανε».
«Ο Θεός;». Τ’ αδέρφια του έβαλαν τα γέλια. Αλλά, όταν πήγαν για να δουν το νεκρό λιοντάρι, σταμάτησαν να γελούν. Χωρίς να πουν άλλη λέξη, πήγαν ο καθένας στη δουλειά του.
Ο Ιεσσαί ένιωσε περήφανος για τον μικρότερο γιο του.
«Πολύ καλή δουλειά, Δαβίδ!», φώναξε. «Αξίζει μια μέρα να ξεκουραστείς. Θέλω να πας στην Ηλά, όπου βρίσκονται τα άλλα τ’ αδέρφια σου. Θα χρειαστούν και άλλα τρόφιμα. Ψάξε τους στην πρώτη γραμμή του στρατού του βασιλιά Σαούλ».
«Αχ, το ήξερα πως θα το πεις αυτό, πατέρα!», φώναξε ο Δαβίδ, καθώς αγκάλιαζε και σήκωνε τον πατέρα του ψηλά στον αέρα. Ήθελε τόσο πολύ να δει τον στρατό του βασιλιά!
Θυμάσαι από το προηγούμενο μάθημα πού είναι η κοιλάδα Ηλά;
Για βρες την ξανά στον χάρτη!