Ἡ προφητεία τοῦ Προφήτου Ἠσαΐου: «ἐξελεύσεται ράβδος ἐκ τῆς ρίζης Ἰεσσαί, καί ἄνθος ἐκ τῆς ρίζης ἀναβήσεται» (Ἠσ. ἰα’, 7). Αὐτήν τήν προφητεία εἶχε ὑπ’ ὄψη του ὁ ἱερός Κοσμᾶς ὁ ποιητής, ὅταν ἔγραφε: «Ράβδος ἐκ τῆς ρίζης Ἰεσσαί, καί ἄνθος ἐξ αὐτῆς Χριστέ ἐκ τῆς Παρθένου ἀνεβλάστησας…»
Ρίζα εἶναι ὁ Ἰεσσαί, ὁ πατήρ τοῦ Δαυίδ· ράβδος εἶναι ὁ βασιλεύς Δαυίδ· ἄνθος ποῦ βγῆκε ἀπό τήν ρίζα καί τήν ράβδο εἶναι ἡ Θεοτόκος. Καί ὁ καρπός ποῦ προῆλθε ἀπό τό ἄνθος τῆς Παναγίας εἶναι ὁ Χριστός. Αὐτό τό παρουσιάζει θαυμάσια ἡ ἱερά ἁγιογραφία.
Ἡ σημερινή Κυριακή, ἡ ὁποία προηγεῖται τῶν Χριστουγέννων, ὀνομάζεται Κυριακή πρό τῆς Χριστοῦ Γεννήσεως καί ἀποτελεῖ τήν κορύφωση τῆς προετοιμασίας καί τόν προάγγελο τῆς μεγάλης ἑορτῆς τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ, πού κατά τόν Ἅγιο Ἰωάννη τό Χρυσόστομο εἶναι «ἡ μητρόπολις» τῶν ἑορτῶν, γιατί τό γεγονός πού ἑορτάζομε κάτ’ αὐτή εἶναι ἡ προϋπόθεση ὅλων τῶν ἄλλων σταθμῶν τῆς σωτηρίας μας. Ἄν δέν γεννιόταν ὁ Χριστός οὔτε θά βαφτιζόταν, οὔτε θά δίδασκε καί θά θαυματουργοῦσε, οὔτε θά ἔπασχε καί θά ἀνασταινόταν.
Ἤδη μέ τή γέννηση τοῦ Χριστοῦ ἡ σωτηρία τοῦ γένους μας ἔχει δυνάμει συντελεσθεῖ. Ἡ θεία καί ἡ ἀνθρώπινη φύση ἔχουν ἑνωθεῖ ἐν Χριστῷ. Ὁ Θεός καί ἄνθρωπος Ἰησοῦς Χριστός ἀποτελεῖ τήν ζῶσαν εἰκόνα καί τήν ἐγγύηση τῆς μελλοντικῆς ἐν Χριστῷ ἀνακεφαλαιώσεως τῶν πάντων.
Τά ἀναγνώσματα τῆς ἡμέρας περιέχουν πολλά ἑβραϊκά ὀνόματα, τά ὁποῖα ἀποτελοῦν μιά ἁλυσίδα μέ πρῶτο κρίκο τόν Ἀδάμ καί τελευταῖο τόν δίκαιο Ἰωσήφ καί, σύμφωνα μέ τό συναξάρι τῆς ἡμέρας, ἐπιτελοῦμε τήν μνήμη ὅλων αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι μέ τίς πράξεις τους εὐαρέστησαν τόν Θεό.
Τό ἀποστολικό μας ἀνάγνωσμα προέρχεται ἀπό τήν πρός Ἑβραίους ἐπιστολή τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. Πρόκειται γιά τήν περικοπή ὅπου ἐξαίρεται ἡ πίστη τοῦ Πατριάρχη Ἀβραάμ, καθώς καί ἄλλων ἐπιφανῶν ἀνδρῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης.
Ἡ πίστη τοῦ Ἀβραάμ φανερώθηκε ὅταν τόν κάλεσε ὁ Θεός νά ἐξέλθει ἀπό τήν πατρική του γῆ καί τήν οἰκογένειά του καί νά πάει νά κατοικήσει ἐκεῖ πού θά τοῦ ὑποδείκνυε ὁ ἴδιος ὁ Θεό. Ὁ Ἀβραάμ τό δέχτηκε χωρίς κἄν νά ρωτήσει ποιός θά ἦταν ὁ τόπος κατοικίας του καί χωρίς τόν παραμικρό δισταγμό.
Μέ πυξίδα τήν πίστη καί ἀπόλυτη ὑπακοή, ἔφυγε ἀπό τό σπίτι του λαμβάνοντας τήν ὑπόσχεση ἀπό το Θεό ὅτι θά ἀναδείκνυε τόν ἐκλεκτό λαό ἀπό τό γένος του. (Γεν. 12, 1-3).
Μέ ἀπόλυτη πίστη καί ἐμπιστοσύνη στό Θεό ὁ Ἀβραάμ κατοίκησε ἐκεῖ ὅπου τοῦ ὑπέδειξε, χωρίς νά θεωρήσει ὅτι ἦταν καί πάλι ἡ μόνιμη τοῦ κατοικία, ἀλλά ἀνέμενε τήν ἐκπλήρωση τῶν ἐπαγγελιῶν, τῶν ὑποσχέσεων τοῦ Θεοῦ καί τήν ἔλευση τοῦ Μεσσία Ἰησοῦ Χριστοῦ στόν ὁποῖο ἀνήκει ἡ οὐράνια καί αἰώνια Ἱερουσαλήμ.
Ὁ Ἀβραάμ δείχνει ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη καί ἀποδοχή αὐτῶν πού ἀποκαλύπτει ὁ Θεός χωρίς νά περιμένει ἀνταλλάγματα γιατί εἶχε πάντα τήν αἴσθηση τοῦ παρεπίδημου, δηλαδή τοῦ περαστικοῦ καί τοῦ προσωρινοῦ. Ἡ ἔγνοια τοῦ ἦταν στήν οὐράνια πατρίδα, ὅπου καί νά πήγαινε αἰσθανόταν τήν στοργική ἀγκαλιά τοῦ Θεοῦ καί τήν ἀγάπη Του, γι αὐτό δέν τόν ἔνοιαζε ἄν θά ἄλλαζε τόν τόπο διαμονῆς του, τό ὁποῖο ἦταν ἕνα ἀπό τά πολλά πού τοῦ ζητήθηκαν νά θυσιάσει.
Ἡ ἀποστολική περικοπή ἀναφέρει στή συνέχεια ἀπό τή ροή τῆς Ἱερᾶς Ἱστορίας περιστατικά ζώσης καί θαυματουργικῆς πίστεως τῶν ἀνθρώπων. Ἡ δύναμη τῆς πίστεως ὑπερβαίνει καί νικάει ὅλους τούς πειρασμούς, τούς διωγμούς, τίς ἀρρώστιες, τίς φυλακίσεις, τούς λιθοβολισμούς, τίς θλίψεις, τίς κακουχίες.
Σέ ὅλο λοιπόν τό ἀποστολικό ἀνάγνωσμα τῆς ἡμέρας γίνεται ἀναφορά σέ μιά σειρά γεγονότων πίστεως, μέ τά ὁποῖα οἱ ἄνθρωποι τοῦτοι δίκαια καί ἔμπρακτα ἀποδείχθηκαν ἀφοσιωμένοι στό Θεό. Ἐξαίρεται ἡ πίστη ἐπιφανῶν ἀνδρῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, οἱ ὁποῖοι ὑπέμειναν θλίψεις, διωγμούς, στερήσεις καί βασανιστήρια γιά τήν πίστη τους στόν ἀληθινό Θεό. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοί «Ἐλιθάσθησαν, ἐπρίσθησαν, ἐπειράσθησαν, ἐν φόνῳ μαχαίρας ἀπέθανον, περιῆλθον ἕν μηλωταίς, ἕν αἰγεῖοις δέρμασιν, ὑστερούμενοι, θλιβόμενοι, κακουχούμενοι, ὧν οὐκ ἤν,ἥν,ἦν ἄξιος ὁ κόσμος, ἐρημίαις πλανώμενοι καί ὄρεσι καί σπηλαίοις καί ταῖς ὀπαῖς τῆς γῆς».
Ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἀναφέρεται ὀνομαστικά σέ μερικούς ἀπό αὐτούς, ὅπως στό Γεδεῶν, τόν Σαμψῶν, το βασιλέα Δαυίδ καί ἄλλους. Μάλιστα ἀναφέρει ὁ Παῦλος ὅτι ὁ κόσμος δέν εἶναι ἄξιος νά ἔχει τέτοιους ἀνθρώπους δίκαιους. Ὅταν μιλᾶ γιά «κόσμο» ἐννοεῖ τόν κόσμο τῆς φθορᾶς καί τῆς πτώσεως.
Οἱ σύγχρονοι τώρα ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι ζοῦμε σέ μιάν ἐποχή στήν ὁποία ὅλα εἶναι ὅλα πιό εὔκολα, δέν κινδυνεύουμε οὔτε ἀπό ἐξευτελισμούς καί μαστιγώσεις, δεσμά καί φυλακίσεις λιθοβολισμούς, δοκιμασίες, στερήσεις, καταπιέσεις, θλίψεις καί κακουχίες, παρά μόνο ἀπολαμβάνουμε τίς πλούσιες δωρεές τοῦ Θεοῦ, ἐν τούτοις, δέ δείχνουμε αὐτή τήν ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη τήν ὁποία ἔδειχνε ὁ Ἀβραάμ, τήν ἀφοσίωση στό Θεό καί τό θέλημά του, χωρίς νά ζητᾶμε ἀνταλλάγματα.
Ἀντίθετα γογγύζουμε σέ κάθε δοκιμασία, ζητᾶμε νά μάθουμε τό γιατί σέ ὅλα ὅσα μᾶς συμβαίνουν χωρίς νά λέμε, ἄς γίνει τό θέλημα Σοῦ, ὅπως ἀκριβῶς ἔπραξε ὁ Ἀβραάμ.