Τοῦ ἐν Ἁγίοις πατρὸς ἡμῶν Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου.
«Τόν ἕκτο μῆνα στάλθηκε ὁ Γαβριήλ στήν Παρθένο.» Ποιόν 6ο μῆνα;
Ἀπό τότε πού ἡ Ἐλισάβετ δέχτηκε τό χαρμόσυνο μήνυμα δηλαδή ἀπό τότε πού συνέλαβε τόν Ἰωάννη. Τό ἀποκαλύπτει ὁ ἴδιος ὁ Ἀρχάγγελος ὅταν λέει στήν Παρθένο: “Νά ἡ Ἐλισάβετ, ἡ συγγενής σου, καί αὐτή συνέλαβε υιό στά γεράματα της καί αὐτός εἶναι ὁ ἕκτος μῆνας τῆς ἐγκυμοσύνης της, αὐτῆς πού θεωρεῖτο στεῖρα”. Ὁ ἕκτος μῆνας, λοιπόν, εἶναι ὁ ἕκτος μῆνας ἀπό τή σύλληψη τοῦ Ἰωάννη.
Γιατί ὁ Θεός οἰκονόμησε ὁ Ἰωάννης νά εἶναι μεγαλύτερος κατά ἕξι μῆνες ἀπό τόν Χριστό;
Γιατί ἔπρεπε ὁ στρατιώτης τοῦ Χριστοῦ ὁ Ἰωάννης νά φτάσει πρῶτος! Ἔπρεπε ὁ ἀκόλουθος νά προηγηθεῖ, ἔπρεπε νά προπορευθεῖ αὐτός πού θά ἀποκάλυπτε τή Δεσποτική Παρουσία.
Γιατί ἦταν ἀρραβωνιασμένη ἡ Παρθένος μέ τόν Ἰωσήφ;
Ἡ Παρθένος ἦταν ἀρραβωνιασμένη μέ ἕναν ἄνδρα, ἀρραβωνιασμένη ὄχι παντρεμένη, ἀρραβωνιασμένη ἀλλά ἄθικτη. Γιατί ὅμως ἦταν ἀρραβωνιασμένη; Γιά νά μή μάθει πολύ γρήγορα ὁ διάβολος τό μυστήριο.
Ποιό ἦταν αὐτό τό μυστήριο;
Τό μυστήριο αὐτό ἦταν ὅτι διαμέσου παρθένου ἐπρόκειτο νά ἔλθει ὁ Βασιλιᾶς. Αὐτό τό γνώριζε ὁ πονηρός, γιατί εἶχε ἀκούσει τίς προφητεῖες τοῦ Ἠσαΐα πού ἔλεγαν: «Νά, θά συλλάβει ἡ Παρθένος καί θά γεννήσει υἱό!”. Κάθε φορά λοιπόν, ὅπως εἶναι φυσικό, ἐξέταζε ὅ,τι ἀναφερόταν στήν Παρθένο, ὥστε ὅταν ἀντιληφθεῖ ὅτι ὁλοκληρώνεται αὐτό τό μυστήριο, νά προετοιμάσει τίς κατηγορίες του. Γιά αὐτό ὁ Δεσπότης ἦλθε στή γῆ διαμέσου ἀρραβωνιασμένης, γιά νά ξεγελάσει δηλαδή τόν πονηρό.
Τί λέει ὁ Προφήτης Ἠσαΐας γιά τόν Ἰωσήφ καί την Παρθένο;
«Θά δοθεῖ αὐτό τό κλειστό βιβλίο σέ ἕναν ἄνθρωπο, πού γνωρίζει γράμματα καί ὁ ὁποῖος θά πεῖ: Δέν μπορῶ νά τό διαβάσω.» Γιά ποιόν φυλάγεται; «Φυλάγεται γιά κατοικία τοῦ Δημιουργοῦ τοῦ σύμπαντος». Ἀπό ποιούς θά δοθεῖ; Εἶναι φανερό πώς θά δοθεῖ ἀπό τούς ἱερεῖς.
Σέ ποιόν θά δοθεῖ;
Θά δοθεῖ ἀπό τούς ἱερεῖς στόν Ἰωσήφ τόν ξυλουργό. Οἱ ἱερεῖς, λοιπόν, ἀρραβώνιασαν τή Μαρία μέ τόν Ἰωσήφ, ἐπειδή ἦταν σώφρονας, καί τήν ἔδωσαν σέ αὐτόν περιμένοντας τόν καιρό τοῦ γάμου, καί αὐτός βέβαια τή φύλαξε ἀμόλυντο την Παρθένο.
Ἀπό ποιόν στάλθηκε ὁ Ἀρχάγγελος Γαβριήλ στήν Παρθένο;
Στάλθηκε ἀπό τόν Τριαδικό Θεό.
Καί τί ἐντολές εἶχε πάρει ἀπό το Θεό;
[ἀκολουθεῖ ἕνας ἰδεατός διάλογος πού χρησιμοποεῖ ὁ Ἅγιος γιὰ νὰ ἀναφέρει ὅλα τὰ σημεῖα ποὺ καταρρίπτουν κάθε ἔνσταση.]
Περίπου τέτοιες ἐντολές εἶχε πάρει ἀπό τόν Θεό: «Ἔλα λοιπόν ἀρχάγγελε, γίνε ὑπηρέτης τοῦ φοβεροῦ καί κρυμμένου μυστηρίου, ὑπηρέτησε τό θαῦμα. Βιάζομαι ἐξαιτίας τῆς εὐσπλαχνίας μου νά κατέβω ἀπό τόν οὐρανό καί νά ἀναζητήσω τόν πλανεμένο Ἀδάμ. Ἡ ἁμαρτία ἐξασθένισε τόν ἄνθρωπο, πού πλάστηκε σύμφωνα μέ τήν εἰκόνα μου· σάπισε τό δημιούργημα τῶν χεριῶν μου καί θάμπωσε τήν ὀμορφιά πού ἔπλασα. Ὁ λύκος κατατρώει τό δημιούργημά μου, εἶναι ἔρημη ἡ θέση του στόν παράδεισο. Ἐπιθυμῶ νά ἐλεήσω τόν κατατρεγμένο ἄνθρωπο καί νά συλλάβω τόν ἐχθρό διάβολο. Ἐπιθυμῶ αὐτό τό μυστήριο νά μήν τό μάθουν ὅλες οἱ οὐράνιες δυνάμεις, σέ σένα μόνον τό ἐμπιστεύομαι. Πήγαινε λοιπόν στήν Παρθένο Μαρία…».
Πῶς εἶπε στόν Ἀρχάγγελο ὁ Θεός νά ἐμφανιστεῖ στή Μαρία;
«Κόσμια ἐμφανίσου στόν ἔμψυχο ναό μου, πές σε αὐτήν πρῶτα τή χαρούμενη εἴδηση. Ἐσύ πές στή Μαριάμ τό· Χαῖρε κεχαριτωμένη, ὥστε ἐγώ νά ἐλεήσω τήν ἐξουθενωμένη Εὔα.»
Τί μονολογοῦσε ὁ Ἀρχάγγελος ὅταν τά ἄκουσε αὐτά;
«Παράξενη εἶναι αὐτή ἡ ὑπόθεση, ξεπερνάει κάθε σκέψη. Ὁ φοβερός στά Χερουβίμ, ὁ ἀθέατος στά Σεραφίμ, ὁ ἀκατάληπτος σέ ὅλες τίς οὐράνιες ἀγγελικές δυνάμεις, ὑπόσχεται μία ξεχωριστή ἐπικοινωνία στήν κόρη, προμηνύει μία αὐτοπρόσωπη παρουσία Του, βιάζεται αὐτός πού καταδίκασε τήν Εὔα νά δοξάσει τόσο πολύ την θυγατέρα της; Εἶναι δυνατόν ἀνθρώπινη κοιλιά νά χωρέσει τόν Ἀχώρητο;”
Τί ἀπάντησε ὁ Δεσπότης στόν Ἀρχάγγελο;
«Γιατί ταράζεσαι καί παραξενεύεσαι, Γαβριήλ; Δέν σέ ἔστειλα προηγουμένως στόν ἱερέα Ζαχαρία; Δέν τοῦ μετέφερες τή χαρμόσυνη εἴδηση τῆς γεννήσεως τοῦ Ἰωάννη; Δέν ἐπέβαλες στήν τιμωρία τῆς σιωπῆς τόν ἱερέα πού δέν σέ πίστεψε; Δέν καταδίκασες στόν γέροντα σέ ἀφωνία; Ἐσύ δέν τό ἀνακοίνωσες καί ἐγώ τό ἐπικύρωσα; Δέν συνέλαβε ἡ στείρα γυναῖκα; Δέν ὑπάκουσε ἡ μήτρα της; Δέν ἐξαφανίστηκε ἡ ἀρρώστια τῆς ἀτεκνίας; Δέν ὑποχώρησε ἡ ἀπραξία τῆς φύσης; Τώρα δέν κυκλοφορεῖ αὐτή πού προηγουμένως ἦταν στεῖρα; Μήπως γιά μένα τόν Δημιουργό ὑπάρχει κάτι πού νά εἶναι ἀκατόρθωτο; Πῶς λοιπόν σέ κυρίεψε ἡ ἀμφιβολία;»
Τί ἀπάντησε ὁ Ἄγγελος;
«Δέσποτα, τό νά θεραπεύσεις τά σφάλματα τῆς φύσης, τό νά ἠρεμήσεις στήν τρικυμία τῶν παθῶν, τό νά ἀνακαλέσεις στή ζωή νεκρωμένα ἀνθρώπινα μέλη, τό νά διατάξεις τή φύση ὥστε νά γεννήσει μία στείρα γυναῖκα, νά θεραπεύσεις τή στείρωση σέ γερασμένα μέλη, τό νά μετασχηματίσεις ἕνα γερασμένο ξερό καλάμι σέ χλοερό, τό νά κάνεις τήν ἄγονη γῆ ξαφνικά πηγή σπαρτῶν, εἶναι πράγματα πού γίνονται πάντοτε μέ τή δική Σου δύναμη. Μάρτυρες πού ἀποδεικνύουν ὅλα τά παραπάνω εἶναι ἡ Σάρα, ἡ Ρεβέκκα καί ἡ Ἄννα, οἱ ὁποῖες, ἐνῶ ἦταν ὑποδουλωμένες στή φοβερή ἀσθένεια τῆς στειρώσεως, ἀπελευθερώθηκαν ἀπό σένα. Τό νά γεννήσει ὅμως παρθένος χωρίς τή συμμετοχή ἄνδρα, αὐτό ξεπερνάει ὅλους τούς νόμους τῆς φύσης, ἀλλά καί προαναγγέλλει τή δική Σου παρουσία στήν κόρη. Ἐσένα δέν σέ χωροῦν τά πέρατα τοῦ οὐρανοῦ καί τῆς γῆς, πῶς θά σέ χωρέσει μία παρθενική μήτρα;»
Ὁ Δεσπότης ἀπάντησε: «Πῶς μέ χώρεσε ἡ σκηνή τοῦ Ἀβραάμ;»
Ὁ Ἄγγελος εἶπε: «Ἐπειδή, Δέσποτα, ὑπῆρχε ἕνα πέλαγος φιλοξενίας, ἐκεῖ ἐμφανίστηκες στόν Ἀβραάμ, δηλαδή στή σκηνή του, ἐπειδή τά πάντα γεμίζει ἡ παρουσία Σου. Πῶς ὅμως θά φέρεις τό πῦρ τῆς θεότητος στή Μαριάμ; Ὁ θρόνος Σου φλέγεται ἀκτινοβολῶντας ἀπό τήν αἴγλη Σου καί θά μπορέσει ἡ εὐκολόκαυστος παρθένος νά σέ δεχτεῖ;»
Ὁ Δεσπότης λέγει:
«Πράγματι, ἄν ἡ φωτιά στήν ἔρημο ἔβλαψε τή βάτο, κατά τόν ἴδιο τρόπο καί ἡ παρουσία μου θά βλάψει τή Μαρία. Ἄν ἐκείνη ἡ φωτιά ἡ ὁποία σκιαγραφοῦσε τήν παρουσία ἀπό τόν οὐρανό τῆς θεϊκῆς φωτιᾶς πότιζε τή βάτο καί δέν τήν ἔκαιγε, τί θά ἔλεγες γιά τήν Ἀλήθεια πού κατεβαίνει ἀπό τόν οὐρανό ὄχι σάν πύρινη φλόγα, ἀλλά σάν βροχή;»
Τότε πλέον ὁ Ἄγγελος ἐκτέλεσε τή διαταγή πού πῆρε καί ἀφοῦ παρουσιάστηκε στήν Παρθένο της εἶπε πανηγυρικά:
Τότε πλέον ὁ Ἄγγελος ἐκτέλεσε τή διαταγή πού πῆρε καί ἀφοῦ παρουσιάστηκε στήν Παρθένο της εἶπε πανηγυρικά: «Χαῖρε, Κεχαριτωμένη, ὁ Κύριος εἶναι μαζί σου! Ποτέ πιά ὁ διάβολος δέν θά εἶναι ἐναντίον σου· ἀπό ἐκεῖ ὅπου ἐμφανίστηκε ὁ θάνατος, ἀπό ἐκεῖ μπῆκε ἡ ζωή. Ἀπό τή γυναῖκα προέρχονται ὅλες οἱ συμφορές, ἀλλά καί ἀπό τή γυναῖκα πηγάζουν ὅλα τά καλά. Θά γίνεις μητέρα Αὐτοῦ πού καταδίκασε καί λύτρωσε τόν ἄνθρωπο. Χαῖρε, ἀμίαντη μητέρα τοῦ Νυμφίου Χριστοῦ· χαῖρε, ὁ ζωντανός ναός τοῦ Θεοῦ. Χαῖρε, ἐσύ πού εἶσαι κατοικία οὐρανοῦ καί γῆς· χαῖρε, εὐρύχωρε τόπε τῆς ἀχώρητης φύσης».
Πηγή: Δημητρίου Γ. Τσάμη, Θεομητορικόν, τ. β΄,
Ἐκδ. Λυδία, Θεσσαλονίκη, 2000.