Ἡ ἔνδοξος καί καλλίνικος μάρτυς τοῦ Χριστοῦ Ἰφιγένεια καταγόταν ἀπό τήν Τοκάτη τοῦ Πόντου. Γεννήθηκε τό 53 μ.Χ. ἀπό γονεῖς εἰδωλολάτρες, οἱ ὁποῖοι ὡστόσο ἐγνώρισαν τήν ἀληθινή πίστη εἰς τόν Σωτῆρα Χριστόν ἀπό τόν Ἅγιο Ἀπόστολο Ἀνδρέα τόν Πρωτόκλητο καί βαπτίστηκαν οἰκογενειακῶς ἀπό ἐκεῖνον.
Στά χρόνια τῆς βασιλείας τοῦ σκληροῦ διώκτη τῶν Χριστιανῶν καί εἰδωλολάτρη αὐτοκράτορος Νέρωνος, οἱ γονεῖς τῆς Ἰφιγένειας συνελήφθησαν καί κλείστηκαν στή φυλακή. Λίγο ἀργότερα ὁ Διοικητής τῆς περιοχῆς ἀπέστειλε στρατιῶτες οἱ ὁποῖοι συνέλαβαν καί τήν νεαρή καί πανέμορφη κόρη τους, τήν δεκαπεντάχρονη Ἰφιγένεια καί τήν ὁδήγησαν ἐνώπιον τοῦ ἡγεμόνα, γιά νά τήν ἀνακρίνει. Ἡ Ἰφιγένεια, παρ’ ὅλο τό νεαρό τῆς ἡλικίας της, ὁμολόγησε σθεναρά, ἐνώπιον τοῦ σκληροῦ εἰδωλολάτρη Διοικητῆ Μάρκου, τήν πίστη της στόν Χριστό καί ὅτι γιά τό Ἅγιο ὄνομά Τοῦ ἦταν ἕτοιμη νά δώσει ἀκόμη καί αὐτή τήν ζωή της.
Ἐπανειλημμένα προσπάθησε ὁ διώκτης της μέ λόγια κολακευτικά καί ὑποσχέσεις νά μεταπείσει τήν Ἰφιγένεια νά ἀρνηθεῖ τόν Χριστό· βλέποντας ὅμως τό σθεναρό τοῦ χαρακτῆρα της, ἔδωσε σκληρές ἐντολές στούς στρατιῶτες του νά βασανίσουν την πάγκαλο κόρη.
Οἱ στρατιῶτες λαμβάνοντας λεπτά σίδερα, αἰχμηρά, τά ἔμπηγαν στά νύχια της μάρτυρος, ἀπό τά ὁποῖα τό αἷμα ἔρρεε σάν ποταμός. Ἐν συνεχείᾳ, ἀφοῦ τήν γύμνωσαν κατέκοψαν τούς μαστούς καί τό σῶμα της μέ μαχαίρια καί κατόπιν τέσσερις στρατιῶτες, πού τήν κρατοῦσαν ἀπό τά πόδια καί τά χέρια, τῆς ἐξάρθρωσαν ὅλα τά μέλη. Ἡ ἁγία ἀπό τούς φρικτούς πόνους ἔχασε τίς αἰσθήσεις της καί λιποθύμησε. Ὁ Διοικητής λυπήθηκε γι’ αὐτό πού ἔπραξε, ἀλλ’ ἦταν ὑποχρεωμένος νά τήν θανατώσει, ἐκτελῶντας τό βασιλικό διάταγμα. Μετανοῶντας δέ γιά ὅσα ἔπραξε στό μαρτυρικό σῶμα της, τό πλησίασε μέ σεβασμό καί ζήτησε ἀπό τή μάρτυρα νά τόν συγχωρήσει· ἡ ἁγία ἀκούγοντας τά λόγια του, ἄνοιξε γιά λίγο τά μάτια της καί χαμογελῶντας ψιθύρισε:
«Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ἐλέησον τόν δοῦλον Σου»· καί πάλι χαμογελῶντας πρόσθεσε: «Πιστεύω εἰς τήν ἐκ νεκρῶν ἀνάστασιν».
Καί μέ τούς λόγους αὐτούς παρέδωσε τήν ἁγία καί πάγκαλο ψυχή της στά χέρια τοῦ Νυμφίου Χριστοῦ, πού τόσο ἀγάπησε, την 16η Νοεμβρίου τοῦ ἔτους 68 μ.Χ., σέ ἡλικία 15 ἐτῶν.
Ὁ Διοικητής ἔφερε ἀπό τήν ἐξορία τούς γονεῖς της μάρτυρος στούς ὁποίους ἀνακοίνωσε ὅσα ἔλαβαν χώρα. Οἱ γονεῖς της μέ ὑπερηφάνεια καί ἐνθουσιασμό ἔμαθαν γιά τή θυγατέρα τους καί δοξολογοῦσαν τόν Θεό. Στή συνέχεια μετέβησαν στόν τόπο, ὅπου ὑπῆρχε ἡ λάρνακα μέ τό μυρωμένο καί μαρτυρικό σῶμα τῆς ἁγίας καί τό ἀσπάστηκαν πλημμυρισμένοι ἀπό οὐράνια χαρά, αἰνώντας καί εὐχαριστῶντας τόν Σωτῆρα Χριστό, πού ἀξίωσε τό παιδί τους νά λάβει τό στεφάνι τοῦ μαρτυρίου γιά τό ὄνομά του καί τήν πίστη τους σέ Ἐκεῖνον.
Ὁ Διοικητής βιώνοντας ὅλες αὐτές τίς ἀγίες καί συγκινητικές στιγμές μέ μία ἰσχυρή κραυγή ὁμολόγησε καί ἐκεῖνος τήν πίστη του στόν Χριστό καί μαζί μέ τούς γονεῖς τῆς Ἰφιγένειας ἐργάστηκε στό ἑξῆς γιά τή διάδοση τοῦ χριστιανισμοῦ στά μέρη τοῦ Πόντου. Αὐτός ὑπῆρξε ὁ βίος τῆς ἁγίας μάρτυρος Ἰφιγένειας τοῦ Πόντου, δια τῶν πρεσβειῶν τῆς ὁποίας, Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον καί σῶσον ἡμᾶς. Ἀμήν.
Πόσο ἡ εὐλογία καί ἡ σκέπη τῆς ἁγίας Ἰφιγένειας ἦταν παροῦσα στή ζωή τῶν Ἑλλήνων τοῦ Πόντου, πού προσέτρεχαν στή χάρη Της σέ κάθε ἀνάγκη καί κίνδυνο.