Ἡ εὐσεβής Ἁγία Ἑλένη μητέρα τοῦ αὐτοκράτορα Κωνσταντίνου ἀφοῦ πῆρε μαζί της στράτευμα καί πλῆθος ἀρχόντων πῆγε στήν Παλαιστίνη καί μετά ἀπό μακρά ἀναζήτηση βρῆκε κάποιον ἑβραῖο, ὁ ὁποῖος ὀνομαζόταν Ἰούδας, πού γνώριζε τούς Ἁγίους Τόπους.
Ἐπειδή ὅμως αὐτός δέν ἤθελε νά τούς ὑποδείξει τό μέρος τοῦ Γολγοθᾶ, τόν ἔριξαν μέσα σέ ἕνα ξηρό φρέαρ, χωρίς νερό καί χωρίς ψωμί, ὅπου ἔμεινε ἐπί ἑπτά μέρες. Ἀφοῦ πέρασαν οἱ ἑπτά μέρες μήν μπορῶντας νά ὑποφέρει ὁ Ἰούδας τήν πεῖνα καί τή δίψα φώναζε μεγαλοφώνως:
– Ἐλευθερῶστε με καί θά σᾶς δείξω τόν τόπο πού σταυρώθηκε ὁ Χριστός.
Ἀμέσως μόλις τόν ἔβγαλαν ἀπό τό φρέαρ, ὑπέδειξε τόν τόπο ἀλλά δέν γνώριζε ποῦ ἀκριβῶς βρισκόταν ὁ Σταυρός. Προσευχήθηκε τότε ἡ Ἁγία Ἑλένη πρός τόν Κύριο καί ἀμέσως ἔγινε σεισμός μεγάλος. Ὁ τόπος σείστηκε σέ βάθος καί εὐωδία ἄρρητη, ὡς εὐῶδες θυμίαμα, ἐξῆλθε ἀπό τό σημεῖο πού ἦταν κρυμμένος ὁ Τίμιος Σταυρός. Θαύμασαν τότε ὅλοι καθώς καί ἡ βασίλισσα. Ὁ Ἰούδας εὐχαριστῶντας τόν Χριστό, πίστεψε σέ Αὐτόν!
Ἀφοῦ πῆραν λοιπόν σκαπάνες καί μέ τή βοήθεια πολλῶν ἀρχόντων, ἔσκαψαν σέ βάθος μεγάλο καί βρῆκαν τρεῖς σταυρούς. Δηλαδή το Σταυρό τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καί τούς σταυρούς τῶν δύο λῃστῶν οἱ ὁποῖοι σταυρώθηκαν μαζί μέ τόν Κύριο. Χάρηκε τότε πάρα πολύ ἡ βασίλισσα. Ἐπειδή ὅμως δέν γνώριζε ποιός ἀπό τούς τρεῖς ἦταν ὁ σταυρός πάνω στόν ὁποῖο σταυρώθηκε ὁ Κύριος, ρωτοῦσε τόν Ἰούδα.
Συνέβη ἐκείνη τή στιγμή νά περνάει ἔξω ἀπό τά τείχη τῶν Ἱεροσολύμων μία νεκρική συνοδεία. Ὁ Ἰούδας τότε παρακινημένος ἀπό θερμή πίστη, κάλεσε καί ἔφεραν τό νεκρό μπροστά στή βασίλισσα. Ἀκούμπησαν τότε στήν κεφαλή τοῦ νεκροῦ τόν πρῶτο σταυρό ἀλλά δέν συνέβη κανένα σημεῖο. Ἔφεραν καί τόν δεύτερο σταυρό ἀλλά πάλι κανένα σημεῖο δέν ἐφάνη γιατί οἱ σταυροί αὐτοί ἦταν οἱ σταυροί τῶν δύο λῃστῶν.
Κατόπιν ἔθεσαν ἐπί τοῦ νεκροῦ καί τόν τρίτο Σταυρό, ὁ ὁποῖος ἦταν ὁ Σταυρός τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Τότε ἀμέσως ἀνέστη ὁ νεκρός καί μέ τό θαῦμα αὐτό ἀποκαλύφθηκε ἡ δύναμις τοῦ Τιμίου Σταυροῦ!
Τό θαῦμα αὐτό τό εἶδαν πολλοί Ἑβραῖοι καί πίστεψαν στόν Χριστό. Ἡ Ἁγία Ἑλένη ἀγαλλομένη εὐχαρίστησε τόν κύριο ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστό! Κατόπιν ἡ βασίλισσα κάλεσε τόν Ἰούδα, ὁ ὁποῖος ἐν τῷ μεταξύ βαφτίστηκε καί ὀνομάστηκε Κυριακός, καί τοῦ ἀνέθεσε νά βρεῖ τούς Τίμιους Ἥλους διά τῶν ὁποίων κάρφωσαν τόν Χριστό. Ὁ Κυριακός μαζί μέ ἄλλους χριστιανούς προσευχήθηκαν καί τότε ἔλαμψε ὁ τόπος πού βρίσκονταν οἱ Ἧλοι καί ἀφοῦ ἔσκαψαν, τούς βρῆκαν. Ἔγινε χαρά μεγάλη καί πάλι.
[Ὁ δέ Κυριακός ἀργότερα ἔγινε ἐπίσκοπος Ἱεροσολύμων καί ὄχι μόνο ἐπίσκοπος Ἱεροσολύμων ἠξιώθη νά γίνει ὁ θεῖος Κυριάκος, ἐξαιτίας τῆς θερμής του πίστης στόν Χριστό, ἀλλά ἐπέδειξε ἁγιωτάτη πολιτεία καί συγκαταριθμήθηκε μετά τῶν Ἁγίων. Τελεῖται δέ ἡ μνήμη του την 28η Ὀκτωβρίου. Τὸ μαρτύριο τοῦ ὁποίου βλέπε παρακάτω.]
Ἡ Ἁγία Ἑλένη, ἀφοῦ ἔκτισε πολλούς ναούς στά Ἱεροσόλυμα καί ἐπρόκειτο νά ἐπιστρέψει πλέον στήν Κωνσταντινούπολη, πρόσταξε καί ἔκοψαν μέ πριόνι στά δύο τό Τίμιο Ξύλο κατά τό πάχος αὐτοῦ ἀπό πάνω ἕως κάτω καί ἔτσι σχηματίστηκαν δύο Σταυροί ἀφήνοντας τά Ἱεροσόλυμα τόν ἕνα Σταυρό καί παίρνοντας τόν ἄλλο μαζί μέ τούς τίμιους Ἥλους, ἐπέστρεψε μέ χαρά μεγάλη στόν υἱό της τόν αὐτοκράτορα Κωνσταντῖνο.
Ὁ Μέγας Βασιλεύς Κωνσταντῖνος, ὅταν πληροφορήθηκε τόν ἐρχομό τῆς μητέρας του, βγῆκε νά τήν προϋπαντήσει καί προσκύνησε μέ μεγάλη χαρά τό Τίμιο Ξύλο. Παρέδωσε στήν ἐκκλησία τοῦ Πατριάρχου τόν Τίμιο Σταυρό μαζί μέ τή θήκη πού περιεῖχε τούς τίμιους Ἥλους. Ἀπό τούς τέσσερις αὐτούς Τίμιους Ἥλους, τούς μέν δύο τούς τοποθέτησαν στό βασιλικό στέμμα, καί τούς ἄλλους δύο τούς ἀπόθεσαν σέ τόπο ἅγιο καί ἱερό πρός προσκύνηση.
Ἀμέσως μετά τήν ἀνεύρεση τοῦ Τιμίου Σταυροῦ ἡ Ἁγία Ἑλένη ἔχτισε στόν Γολγοθᾶ τόν Ναόν τῆς Ἀναστάσεως καί στήν συνέχεια τόν Ναόν τῆς Γεννήσεως στό Σπήλαιον τῆς Βηθλεέμ καί τόν Ναόν τοῦ Ὄρους τῶν Ἐλαίων. Καί ὅταν ὁ Πατριάρχης Μακάριος ἔστησε τόν Τίμιον Σταυρόν στόν ναόν τοῦ Πατριαρχείου γιά προσκύνηση ἀπό τόν πιστόν λαόν, ἦταν ἡ 14η Σεπτεμβρίου τοῦ 326 μ. Χ. καί γι’ αὐτό καθιερώθηκε ἀπό τότε νά ἑορτάζεται τό γεγονός τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου καί Ζωοποιοῦ Σταυροῦ ἀπό τήν Ἐκκλησίαν τήν ἡμέραν αὐτήν. Τήν ἴδιαν ἥμερα ἑορτάζεται καί ἡ δεύτερη Ὕψωση τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, πού ἔγινε ἀπό τόν αὐτοκράτορα Ἡράκλειον (628 μ.Χ.), ὅταν ἐνίκησε τούς Πέρσες, οἱ ὁποῖοι εἶχαν κλέψει τόν Τίμιον Σταυρόν ἀπό τά Ἱεροσόλυμα.
Σήμερα τό μεγαλύτερον τεμάχιον τοῦ Τιμίου Σταυροῦ διασώζεται στόν Ἅγιον Ὄρος, στήν Ἱ. Μονή Ξηροποτάμου.
Ὁ ἅγιος Κυριακός, πρώην Ἰούδας, μετά τήν φανέρωση τοῦ Τιμίου Σταυροῦ ἐπίστευσε, ἐβαπτίσθη Χριστιανός καί ἔγινε, ὅπως προαναφέραμε, Ἐπίσκοπος Ἱεροσολύμων καί ἔζησε ὡς τίς ἥμερες τοῦ εἰδωλολάτρου αὐτοκράτορος Ἰουλιανοῦ τοῦ Παραβάτου. Αὐτός ὅταν ἔφθασε στά Ἱεροσόλυμα, μετά τήν ἐκστρατεία του κατά τῶν Περσῶν, ἔμαθε γιά τόν ἅγιον Κυριακόν τί ἦταν καί τί ἔγινε καί τόν διέταξε αὐστηρά νά θυσιάση στά εἴδωλα. Ό ἅγιος, ὅμως, ἀρνήθηκε ἀποφασιστικά καί ἤλεγξε μέ τόλμην τήν εἰδωλολατρία τοῦ Ἰουλιανοῦ.
Τότε ἐκεῖνος διέταξε νά τοῦ κόψουν τό δεξί του χέρι, διότι καθώς εἶπε: «Πολλές ἐπιστολές ἔχει γράψει τό χέρι αὐτό, μέ ἀποτέλεσμα νά ἀπομακρυνθοῦν πολλοί ἀπό τά εἴδωλα τοῦ Δωδεκαθέου».
Ὕστερα διέταξε νά ρίξουν λιωμένο μολύβι μέσα στό στόμα τοῦ Ἁγίου, πού ὁμολογοῦσε καί δοξολογοῦσε τόν Χριστόν καί στή συνέχεια τόν ἔβαλαν οἱ δήμιοι μπρούμυτα σέ πυρακτωμένη σιδερένια κλίνη, πού ἦταν ἕνα ἀπό τά ὄργανα βασανισμοῦ τῶν Χριστιανῶν.
Ὅταν ἦλθε ἡ μητέρα του, πού εἶχε γίνει καί αὐτή πιστή Χριστιανή, στόν τόπον τοῦ μαρτυρίου τοῦ παιδιοῦ της, ὁ Ἰουλιανός διέταξε νά τήν κρεμάσουν ἀπό τά μαλλιά καί νά σκίζουν τό κορμί της μέ σιδερένια νύχια, πού ἦταν κι αὐτό ἄλλο ἕνα ἐργαλεῖο βασανισμοῦ τῶν Χριστιανῶν, καί ἐνώ τήν ἔκαιγαν μέ ἀναμμένες λαμπάδες, παρέδωσε τό πνεῦμα της στόν Κύριον. Ὕστερα ἔρριξαν τόν ἅγιον Κυριακόν, σέ ἕνα μεγάλο καμίνι καὶ τόν ἐθανάτωσαν μέ ξίφος, κόβοντας τό κεφάλι του.