Ἀκάθιστος ὕμνος ἐπικράτησε νά λέγεται ἕνας ὕμνος «Κοντάκιο» τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας,
πρός τιμήν τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, ἀπό τήν ὄρθια στάση, πού τηροῦσαν οἱ πιστοί κατά τή διάρκεια τῆς ψαλμωδίας του.
Ψάλλεται ἐνταγμένος στό λειτουργικό πλαίσιο τῆς ἀκολουθίας τοῦ Μικροῦ Ἀποδείπνου, σέ ὅλους τούς Ἱερούς Ναούς, τίς πέντε πρῶτες Παρασκευές τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, τις πρῶτες τέσσερις τμηματικά, καί τήν πέμπτη ὀλόκληρος. Εἶναι ἕνας ὕμνος πού ἀποτελεῖται ἀπό προοίμιο καί 24 οἴκους (στροφές) σέ ἑλληνική ἀλφαβητική ἀκροστιχίδα, ἀπό τό Α ὡς τό Ω.
Θεωρεῖται ὡς ἕνα ἀριστούργημα τῆς βυζαντινῆς ὑμνογραφίας· ἡ γλῶσσα του εἶναι σοβαρή καί ποιητική καί εἶναι ἐμπλουτισμένος ἀπό κοσμητικά ἐπίθετα καί πολλά σχήματα λόγου (ἀντιθέσεις, μεταφορές, κλπ). Τό θέμα του εἶναι ἡ ἐξύμνηση τῆς ἐνανθρώπισης τοῦ Θεοῦ μέσῳ τῆς Θεοτόκου, πρᾶγμα πού γίνεται μέ πολλές ἐκφράσεις χαρᾶς καί αγαλλίασης, οἱ ὁποῖες τοῦ προσδίδουν θριαμβευτικό τόνο.
Τό περιεχόμενό του ἀπηχεῖ τίς δογματικές θέσεις τῆς Γ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, πού συνῆλθε στήν Ἔφεσο, στή βασιλική τῆς Θεοτόκου, τό 431 μ.Χ. ἀπό τόν Αὐτοκράτορα Θεοδόσιο Β΄. Σέ αὐτήν συμμετεῖχαν 200 ἐπίσκοποι, ἀνάμεσα στούς ὁποίους ὁ Ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξάνδρειας. Καταδίκασε τίς διδαχές τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως Νεστόριου, ὁ ὁποῖος ὑπερτόνιζε τήν ἀνθρώπινη φύση τοῦ Ἰησοῦ ἔναντι τῆς θείας, ὑποστηρίζοντας ὅτι ἡ Παναγία γέννησε τόν ἄνθρωπο Ἰησοῦ καί ὄχι τόν Θεό. Ἡ Σύνοδος διακήρυξε ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶναι τέλειος Θεός καί τέλειος ἄνθρωπος, μέ πλήρη ἕνωση τῶν δύο φύσεων καί ἀπέδωσε ἐπίσημα στήν Παρθένο Μαρία τόν τίτλο «Θεοτόκος».
Κατά τό ἔτος 626 μ.Χ., καί ἐνῶ ὁ Αὐτοκράτορας Ἡράκλειος μαζί μέ τό βυζαντινό στρατό εἶχε ἐκστρατεύσει κατά τῶν Περσῶν, ἡ Κωνσταντινούπολη πολιορκήθηκε αἰφνίδια ἀπό τούς Ἀβάρους. Οἱ Ἄβαροι ἀπέρριψαν κάθε πρόταση ἐκεχειρίας καί τήν 6η Αὐγούστου κατέλαβαν τήν Παναγία τῶν Βλαχερνῶν. Σέ συνεργασία μέ τούς Πέρσες ἑτοιμάζονταν γιά τήν τελική ἐπίθεση, ἐνῶ ὁ Πατριάρχης Σέργιος περιέτρεχε τά τείχη τῆς Πόλης μέ τήν εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Βλαχερνίτισσας καί ἐνθάρρυνε τον λαό στήν ἀντίσταση. Τή νύχτα ἐκείνη, φοβερός ἀνεμοστρόβιλος, πού ἀποδόθηκε σέ θεϊκή ἐπέμβαση, δημιούργησε τρικυμία καί κατάστρεψε τόν ἐχθρικό στόλο, ἐνῶ οἱ ἀμυνόμενοι προξένησαν τεράστιες ἀπώλειες στούς Ἀβάρους καί τούς Πέρσες, οἱ ὁποῖοι ἀναγκάστηκαν νά λύσουν τήν πολιορκία καί νά ἀποχωρήσουν ἄπρακτοι.
Στίς 8 Αὐγούστου, ἡ Πόλη εἶχε σωθεῖ ἀπό τή μεγαλύτερη, ὡς τότε, ἀπειλῆ τῆς ἱστορίας της. Ὁ λαός, θέλοντας νά πανηγυρίσει τή σωτηρία του, τήν ὁποία ἀπέδιδε σέ συνδρομή τῆς Θεοτόκου, συγκεντρώθηκε στόν Ναό τῆς Παναγίας τῶν Βλαχερνῶν. Τότε, κατά τήν παράδοση, ὄρθιο τό πλῆθος ἔψαλλε τόν ἀπό τότε λεγόμενο «Ἀκάθιστο Ὕμνο», εὐχαριστήρια ὠδή πρός τήν ὑπέρμαχο στρατηγό τοῦ Βυζαντινοῦ κράτους, τήν Παναγία, ἀποδίδοντας τά «νικητήρια» καί τήν εὐγνωμοσύνη τοῦ «τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ».
Ὁ Κανόνας τοῦ Ἀκάθιστου εἶναι ἔργο τῶν Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ (οἱ εἱρμοί) καὶ Ἰωσὴφ Ξένου τοῦ Ὑμνογράφου (τὰ τροπάρια). Πηγὲς τοῦ Ὕμνου εἶναι ἡ Ἁγία Γραφὴ καὶ οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Συνθέτης, σύμφωνα με τήν παράδοση, εἶναι ὁ μεγάλος βυζαντινός ὑμνογράφος τοῦ 6ου αἰῶνα μ.Χ., Ρωμανός ὁ Μελωδός (1 Ὀκτωβρίου).
Ὁ χρόνος καὶ ἡ αἰτία τῆς σύνθεσης τοῦ Ὕμνου, παραμένουν ἀκόμα ἀνεξακρίβωτα ἀπὸ τοὺς μελετητές. Ἕνα εἶναι τὸ ἀδιαμφισβήτητο στοιχεῖο, πού μᾶς δίνουν οἱ σχετικές πηγές, ὅτι ὁ ὕμνος ἐψάλλετο ὡς εὐχαριστήριος ᾠδὴ πρὸς τὴν Ὑπέρμαχο Στρατηγὸ τοῦ Βυζαντινοῦ κράτους. Οἱ εἱρμοί τοῦ Κανόνος τοῦ Ἀκάθιστου Ὕμνου εἶναι ἔργο τοῦ Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ (676 – 749 μ.Χ.) (4 Δεκεμβρίου), ἐνῶ τά τροπάρια τοῦ Ἰωσήφ Ξένου τοῦ Ὑμνογράφου (3 Ἀπριλίου).
Γενικό θέμα τοῦ ὕμνου εἶναι ὁ Εὐαγγελισμός τῆς Θεοτόκου, ὁ ὁποῖος πηγάζει ἀπό τήν Ἁγία Γραφή καί τούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καί περιγράφει τά ἱστορικά γεγονότα, ἀλλά προχωρεῖ καί σέ θεολογική καί δογματική ἀνάλυσή τους.
Ὁ «Κανόνας» (τὰ Τροπάρια τῶν Χαιρετισμῶν), μὲ ἐννέα ᾠδὲς, οἱ εἱρμοὶ τῶν ὁποίων αρχίζουν ως εξής:
α΄) Ἀνοίξω τὸ στόμα μου…
γ΄) Τοὺς σοὺς ὑμνολόγους Θεοτόκε…
δ΄) Ὁ καθήμενος ἐν δόξῃ…
ε΄) Ἐξέστη τὰ σύμπαντα…
στ΄) Τὴν θείαν ταύτην…
ζ΄) Οὐκ ἐλάτρευσαν…
η΄) Παίδας εὐαγεῖς…
θ)΄ Ἅπας γηγενής…
Ὁ «Ἀκάθιστος Ὕμνος» περιλαμβάνει:
Ὑπάρχουν 144 συνολικά «Χαῖρε» στούς Χαιρετισμούς πρός τή Θεοτόκο.
Τά «Χαῖρε» αὐτά εἶναι μαργαριτάρια, διαμάντια, ἀνεκτίμητα πετράδια τῆς ἁγίας μας Ἐκκλησίας, ἀξίζουν παραπάνω ἀπό χρυσό καί ἄργυρο.
«Χαῖρε», λέει, «αὐλή λογικῶν προβάτων».
Τί σημαίνουν τά λόγια αὐτά;
Ό ποιητής ποῦ ἔκανε τόν Ἀκάθιστο ὕμνο μιλάει ἐδῶ γιά «πρόβατα», που ἀσφαλῶς ἔχουν τσοπάνο, μιλάει καί γιά «αὐλή», μαντρί.
Τά πρόβατα εἶναι δύο εἰδῶν: εἶναι κατ’ ἀρχήν πρόβατα φυσικά, αὐτά ποῦ ξέρουμε ὅλοι. Τά πρόβατα διακρίνονται ἀπό τά ἄλλα ζῶα μέ τρία γνωρίσματα ποῦ ἔχουν. Τό πρῶτο γνώρισμα τούς εἶναι ἥμερα. Δέν ἀγριεύουν σέ κανένα, δέν ἐπιτίθενται. Δέν ἔχουν δόντια σάν τοῦ λύκου νά δαγκώνουν. Δέν ἔχουν κέρατα σάν τῶν βοδιῶν νά τρυποῦν καί νά ξεσχίζουν. Δέν ἔχουν νύχια σάν τῆς γάτας νά πληγώνουν. Εἶναι ἄκακα καί ἥσυχα. Ἰδίως τά μικρά ἀρνάκια εἶναι χαριτωμένα. Τά παιδιά τ’ ἀγαποῦν κι ὅταν ἔρχεται ἤ ὥρα νά σφάξουν τό ἀρνάκι, παρακαλοῦν τόν πατέρα νά μήν τό σφάξει. Εἶναι ζῶα ἀγαπητά, πολύ προσφιλῆ.
Ἀκόμα, τό πρόβατο εἶναι ὠφέλιμο, τό ὠφελιμότερο ἴσως ζῶο. Δίνει τό γάλα του, πού γίνεται τυρί καί βούτυρο δίνει τό κρέας του, που γίνεται ἐκλεκτό φαγητό. Δίνει τό δέρμα του, ποῦ γίνεται ὑποδήματα, παπούτσια. Δίνει τά κόκαλα του, που γίνονται κουμπιά. Δίνει ἀκόμα καί τά ἔντερα του, που γίνονται χορδές που παίζει κιθάρα ό ὀργανοπαίκτης. Τό πρόβατο εἶναι ὅλο χρήσιμο.
Ἀκόμα, τό πρόβατο εἶναι ὑπάκουο. Ἀκολουθεῖ τόν τσοπάνο, ὅπου πάει ἐκεῖνος πάει κι αὐτό. Ὅταν τό φωνάζει, τρέχει καί πάει κοντά του, καί δέ φεύγει ἀπό τόν τσοπάνο. Γιά αὐτό ό τσοπάνος γνωρίζει ἕνα πρός ἕνα τά πρόβατα του.
Ἄλλά ἕκτος ἀπό τά φυσικά ὑπάρχουν καί τά λογικά πρόβατα, οἱ Χριστιανοί, που πρέπει κι αὐτοί νά ἔχουν ἀνάλογα γνωρίσματα. Πρῶτον ὅπως τό πρόβατο εἶναι ἥμερο, ἔτσι κι ό Χριστιανός νά εἶναι ἥσυχος, εἰρηνικός. Νά ἀποφεύγει ὅσο τό δυνατόν φιλονικίες, καυγάδες, πολέμους καί μάχες.
Νά εἰρηνεύουν οἱ Χριστιανοί μεταξύ τους. Ἰδίως οἱ Χριστιανές γυναῖκες πρέπει μέσα στό σπίτι νά διατηροῦν τή γαλήνη καί ἠρεμία, που ἀναπαύει τούς συζύγους καί τά παιδιά τους καί τό ἐκτιμοῦν ἰδιαιτέρως.
Δεύτερον ὅπως τά πρόβατα εἶναι ὠφέλιμα, ἔτσι οἱ Χριστιανοί πρέπει νά ‘ναι ἀγαθοεργοί, νά προσφέρουν πάντα τό καλό στήν κοινωνία. Χριστιανός που δέν ἔχει καλά ἔργα εἶναι σάν τό στέρφο πρόβατο. Καί τρίτον ὅπως τό πρόβατο ὑπακούει στόν τσοπάνο του, ἔτσι κι ό Χριστιανός πρέπει νά ὑπάκουη.
Ό μαθητής στό δάσκαλο, τό παιδί στόν πατέρα, ἡ γυναῖκα στό σύζυγο, ό πολίτης στούς νόμους καί τίς ἀρχές, καί ό Χριστιανός νά ὑπάκουη στούς ποιμένας τῆς Ἐκκλησίας του, ἐφόσον βέβαια κι αὐτοί ὑπακούουν στόν Χριστό.