Οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες:
ὁ Μέγας Βασίλειος, ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος
καί ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος
εἶναι οἱ δικοί μας Ἅγιοι.
Εἶναι οἱ Ἅγιοι
τῶν μαθητῶν καί τῶν δασκάλων, ἀφοῦ καί μαθητές καί δάσκαλοι καλοί ἦταν. Ξεκίνησαν ἀπό τά παιδικά τους χρόνια μ’ ὁρμή καί λαχτάρα γιά τίς κορφές τῆς γνώσης καί τίς κατέκτησαν. Κι ὕστερα κατέβηκαν ἀπ’ αὐτές,
γιά νά βροῦν τόν συνάνθρωπο καί νά τόν διακονήσουν.
Εἶναι οἱ δικοί μας Ἅγιοι.
Οἱ Ἅγιοι ὅλων τῶν ἀνθρώπων. Γιατί ἀγάπησαν βαθιά καί χωρίς διάκριση τόν κάθε ἄνθρωπο: τόν ἄρρωστο, το φτωχό, τόν πονεμένο, τόν πεινασμένο, τόν ὀρφανό, τόν ἀδικημένο καί τόν διηκόνησαν φροντίζοντας τήν ψυχή καί τό σῶμα του, μέ θυσία ὄχι μόνο τῆς πατρικῆς περιουσίας τους, ἀλλά καί τῆς ἴδιας τῆς ζωῆς τους.
Μέγας Βασίλειος
(330-379)
Ὁ Μέγας Βασίλειος σπούδασε φιλολογία, φιλοσοφία, νομική, ρητορική, γεωμετρία, ἀριθμητική, ἀστρονομία, μουσική, ἰατρική. Ἐλάχιστοι ἔλαβαν τόν τίτλο «Μέγας». Ἕνας ἀπό αὐτούς ὑπῆρξε ὁ κορυφαῖος ἅγιος τῆς Ἐκκλησίας μας Μέγας Βασίλειος, ὁ ὁποῖος ἔλαβε ἐπάξια αὐτόν τόν τίτλο, διότι σφράγισε μέ τήν προσωπικότητά του τήν ἱστορία σέ μιά ἀπό τίς κρισιμότερες ἱστορικές φάσεις τῆς ἀνθρωπότητας. Γεννήθηκε τό 330 στή Νεοκαισάρεια τοῦ Πόντου.
Ὁ πατέρας του Βασίλειος ἦταν ὀνομαστός ρήτορας τῆς περιοχῆς καί ἡ μητέρα του Ἐμμέλεια ἦταν ἀπόγονος ἀριστοκρατικῆς, ρωμαϊκῆς οἰκογένειας. Ἦταν ἔνθερμοι Χριστιανοί. Σπουδαῖο ρόλο στήν ζωή του ἔπαιξε ἡ γιαγιά τοῦ Μακρίνα, ἡ ὁποία ὑπῆρξε μαθήτρια τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Νεοκαισαρείας. Αὐτή τόν μύησε στήν χριστιανική εὐσέβεια. Στήν οἰκογένεια ὑπῆρχαν ἄλλα ὀκτώ παιδιά, τά περισσότερα εἶχαν ἀφιερωθεῖ στή διακονία τῆς Ἐκκλησίας (Γρηγόριος Νύσσης, ἀσκητής Ναυκράτιος, μοναχή Μακρίνα, Πέτρος ἐπίσκοπος Σεβάστειας).
Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος
(329-390)
Ὁ ἅγιος Γρηγόριος εἶναι ἕνας ἀπό τούς τρεῖς μεγάλους ἱεράρχες καί οἰκουμενικούς διδασκάλους τῆς Ἐκκλησίας μαζί μέ τόν Μέγα Βασίλειο καί τόν Ἰωάννη τόν Χρυσόστομο. Μετά τόν ἀπόστολο καί εὐαγγελιστή Ἰωάννη, εἶναι ὁ δεύτερος, στόν ὁποῖο ἡ Ἐκκλησία ἀπένειμε τόν τίτλο τοῦ Θεολόγου, ὁ τρίτος εἶναι ὁ ἅγιος Συμεῶν ὁ νέος Θεολόγος.
Ὁ ἅγιος Γρηγόριος εἰδικώτερα εἶναι ὁ τριαδικός θεολόγος, γιατί σέ κάθε του λόγο, κεντρική διδασκαλία του εἶναι πάντα τό μυστήριο τῆς Ἁγίας Τριάδος.
Γεννήθηκε τό 329 μ. Χ. στήν Ἀριανζό τῆς Καππαδοκίας, κοντά στήν κωμόπολη Ναζιανζό, γι’ αὐτό καί πῆρε τήν ὀνομασία Ναζιανζηνός. Οἱ γονεῖς του, Γρηγόριος καί Νόννα ἦταν εὐγενεῖς γαιοκτήμονες.
Ἡ οἰκονομική εὐχέρεια τῶν γονέων του ἐπέτρεψε νά λάβει μεγάλη μόρφωση. Ἄλλωστε καί ὁ ἴδιος ἀγαποῦσε μέ πάθος τά γράμματα καί τή μόρφωση. Σπούδασε στά καλλίτερα σχολεῖα τῆς Καισάρειας καί ἀργότερα, τό 351, πῆγε στήν Ἀλεξάνδρεια, καί μετά στήν Ἀθήνα νά συμπληρώσει τίς σπουδές του στή ρητορική καί τή φιλοσοφία στίς ἐκεῖ ὀνομαστές σχολές, ἔχοντας ὡς καθηγητές του τούς ὀνομαστούς καθηγητές Ἰμέριο καί Προαιρέσιο, καί ὡς συμμαθητές του τόν Μ. Βασίλειο καί τόν Ἰουλιανό, τόν μετέπειτα αὐτοκράτορα.
Ἡ ἐπίδοση τῶν σπουδῶν του στήν Ἀθήνα ἦταν τέτοια, ὅπως καί οἱ σπάνιες ἱκανότητές του, ὥστε ἀναγορεύτηκε καθηγητής καί δίδαξε ἐκεῖ ρητορική καί φιλοσοφία γιά ἕνα χρόνο.
Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος
(349; – 407)
Ἡ Ἐκκλησία τόν ὀνόμασε Χρυσόστομο γιά τήν ὡραιότητα τῶν λόγων του, ἐνῶ γιά τή ρητορική δεινότητα ὀνομάστηκε «Δημοσθένης τοῦ Χριστιανισμοῦ». Ἐξέχουσα προσωπικότητα τῆς Χριστιανοσύνης, Μέγας Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας, Οἰκουμενικός Δάσκαλος κι ἕνας ἀπό τούς Τρεῖς Ἱεράρχες, μαζί μέ τόν Μέγα Βασίλειο καί τόν Γρηγόριο τόν Θεολόγο.
Ὁ Ἰωάννης γεννήθηκε στήν Ἀντιόχεια τό 347. Ἔμεινε ὀρφανός ἀπό πατέρα σέ μικρή ἡλικία καί ἀνατράφηκε μέ τή φροντίδα τῆς μητέρας του Ἀνθούσας. Σπούδασε ρητορική κοντά στόν φημισμένο δάσκαλο τῆς ἐποχῆς Λιβάνιο. Ὁ δάσκαλός του τόν ἐκτιμοῦσε τόσο πολύ γιά τήν εὐφυΐα καί τή ρητορική του δεινότητα, πού ἔλεγε πώς θά τόν ἄφηνε διάδοχό του στή σχολή, ἄν δέν τόν εἶχαν κερδίσει οἱ Χριστιανοί.
Ὁ Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἀναδείχθηκε σέ μέγιστο ἐκκλησιαστικό συγγραφέα. Τό ἔργο του εἶναι ἐντυπωσιακό, τόσο σέ ἔκταση, ὅσο καί σέ θεολογική πληρότητα. Ἀποτελεῖται ἀπό ὁμιλίες, πραγματεῖες καί ἐπιστολές. Τό πιό γνωστό ἔργο του στόν πολύ κόσμο εἶναι ἡ Θεία Λειτουργία (Λειτουργία τοῦ Χρυσοστόμου), πού τελεῖται κατά κύριο λόγο κάθε Κυριακή στίς Ἐκκλησίες.