Κάθε χρόνο παιδιά στίς 16 Ἰανουαρίου, ἡ Ἐκκλησία μας ἑορτάζει τήν «Προσκύνηση τῆς τιμίας ἁλύσεως (ἁλυσίδας) τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου». (Πράξ. ιβ΄ 1-19)
Ἐκεῖνον τόν καιρό ὁ βασιλιάς Ἡρώδης Ἀγρίππας, ὁ Α΄, ἐγγονός τοῦ μεγάλου Ἡρώδη, ἔβαλε χέρι σέ μερικούς ἀπό τά μέλη τῆς Ἐκκλησίας γιά νά τούς κακοποιήσει. Ἔτσι, θανάτωσε μέ ἀποκεφαλισμό τόν Ἰάκωβο, τόν ἀδελφό τοῦ ἀποστόλου καί εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου.
Κι ὅταν εἶδε ὅτι καί οἱ ἄρχοντες καί ὅλος ὁ λαός τῶν Ἰουδαίων εὐχαριστήθηκαν μέ τήν ἐνέργειά του αὐτή, ἀποφάσισε στή συνέχεια νά συλλάβει καί τόν Πέτρο. Ἦταν μάλιστα τότε οἱ ἡμέρες τῆς ἑορτῆς τῶν ἀζύμων. Τόν συνέλαβε λοιπόν καί τόν ἔκλεισε στή φυλακή παραδίδοντάς τον σέ τέσσερις τετράδες στρατιωτῶν γιά νά τόν φρουροῦν. Διότι ἤθελε μετά τήν ἑορτή τοῦ Πάσχα νά τόν ἀνεβάσει στό δικαστήριο καί νά τόν δικάσει μπροστά στόν λαό. Ἔτσι λοιπόν ὁ Πέτρος ἐφρουρεῖτο μέσα στή φυλακή.
Ἡ Ἐκκλησία ὅμως τῶν Ἱεροσολύμων ἀνέπεμπε στόν Θεό ἀδιάκοπα πολλές καί θερμές προσευχές γιά τή διάσωσή του. Τήν προηγούμενη λοιπόν νύχτα τῆς ἡμέρας ἐκείνης πού ὁ Ἡρώδης σκόπευε νά τόν ὁδηγήσει στό δικαστήριο, ὁ Πέτρος κοιμόταν ἥσυχα ἀνάμεσα σέ δύο στρατιῶτες δεμένος μέ δύο ἁλυσίδες, ἐνῶ φρουροί μπροστά στή θύρα φύλαγαν τό δεσμωτήριο. Ξαφνικά ἕνας ἄγγελος Κυρίου ἐμφανίστηκε καί φῶς ἔλαμψε μέσα στό κελλί πού κοιμόταν ὁ Πέτρος.
Τότε ὁ ἄγγελος ξύπνησε τόν Πέτρο σκουντώντας τον μέ δύναμη στό πλευρό, καί τοῦ εἶπε: «Σήκω γρήγορα. Κι ἀμέσως ἔπεσαν οἱ ἁλυσίδες ἀπό τά χέρια του».
Τοῦ εἶπε ἀκόμη ὁ ἄγγελος: «Δέσε τήν ζώνη στόν χιτώνα σου καί τά σανδάλια στά πόδια σου. Καί ὁ Πέτρος ἀμέσως ἔκανε ὅπως διατάχθηκε».
Τότε τοῦ λέει ὁ ἄγγελος: «Φόρεσε τό ἐξωτερικό σου ροῦχο καί ἀκολούθησέ με». Καί ὁ Πέτρος βγῆκε ἀπό τό κελλί καί ἀκολουθοῦσε τόν ἄγγελο. Δέν εἶχε ἀντιληφθεῖ ἀκόμη ὅτι εἶναι πραγματικό αὐτό πού γινόταν ἀπό τόν Θεό μέσῳ τοῦ ἀγγέλου. Νόμιζε δηλαδή, ὅτι βλέπει στόν ὕπνο του κάποια ὀπτασία.
Ἀφοῦ πέρασαν τόν πρῶτο καί τόν δεύτερο φρουρό, ἦλθαν στή σιδερένια ἐξώπορτα πού ὁδηγοῦσε ἀμέσως στήν πόλη. Καί ἡ πόρτα αὐτή ἄνοιξε ἀπό μόνη της καί βγῆκαν ἔξω. Πέρασαν μαζί ἕνα στενό καί ξαφνικά ὁ ἄγγελος ἐξαφανίστηκε ἀπό τά μάτια τοῦ Πέτρου. Τότε ὁ Πέτρος συνῆλθε ἀπό τήν κατάσταση τῆς ἐκπλήξεως καί τῆς ἐκστάσεως, ἐξαιτίας τῆς ὁποίας νόμιζε ὅτι ἔβλεπε ὅραμα, καί εἶπε:
«Τώρα καταλαβαίνω ὅτι πραγματικά ἔστειλε ὁ Κύριος τόν ἄγγελό του καί μέ ἠλευθέρωσε ἀπό τό κακοῦργο χέρι τοῦ Ἡρώδη κι ἀπό κάθε κακό πού ὁ λαός τῶν Ἰουδαίων περίμενε νά πάθω.»
Ὅταν κατάλαβε ποῦ ἦταν, πῆγε στό σπίτι τῆς Μαρίας, τῆς μητέρας τοῦ Ἰωάννη πού τόν ἔλεγαν καί Μάρκο. Ἐκεῖ ἦταν μαζεμένοι ἀρκετοί καί προσεύχονταν.
Ὅταν χτύπησε τήν ἐξώπορτα, βγῆκε μία ὑπηρέτρια, ἡ Ρόδη, νά δεῖ ποιός εἶναι. Κι ὅταν ἀναγνώρισε τή φωνή τοῦ Πέτρου, ἀπό τήν χαρά της δέν ἄνοιξε τήν πόρτα, ἀλλά ἔτρεξε μέσα ἀναγγέλλοντας ὅτι ὁ Πέτρος στέκεται μπροστά στήν ἐξώπορτα. Αὐτοί τῆς εἶπαν: «Εἶσαι τρελή!». Αὐτή ὅμως ἐπέμενε ὅτι εἶναι ἀλήθεια. Αὐτοί ἔλεγαν: «Εἶναι ὁ ἄγγελός του».
Ὁ Πέτρος στό μεταξύ χτυποῦσε ἐπίμονα. Ἐπιτέλους τοῦ ἄνοιξαν κι ὅταν τόν εἶδαν, ἔμειναν κατάπληκτοι. Αὐτός τούς ἔκανε νόημα μέ τό χέρι νά σωπάσουν καί τούς διηγήθηκε πῶς ὁ Κύριος τόν ἔβγαλε ἀπό τήν φυλακή, καί συμπλήρωσε: «Διηγηθεῖτε τά αὐτά στόν Ἰάκωβο καί στούς ἀδελφούς».
Ὕστερα ἔφυγε ἀπό τά Ἱεροσόλυμα καί πῆγε σ’ ἄλλον τόπο. Ὅταν ξημέρωσε, ἔγινε μεγάλη ἀναστάτωση στούς στρατιῶτες, γιά τό τί ἄραγε νά ἔγινε ὁ Πέτρος.
Ὁ Ἡρώδης διέταξε νά ψάξουν νά τόν βροῦν καί, ἐπειδή δέν τόν βρῆκε, ἀνέκρινε τούς φύλακες καί διέταξε νά τούς ἐκτελέσουν. Ὕστερα κατέβηκε ἀπό τήν Ἰουδαία καί ἔμενε στήν Καισάρεια.