Ἀκριβῶς ἐκείνην τήν ἐποχή, ὅταν Αὐτοκράτορας τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἦταν ὁ Λέων Γ’ ὁ Ἴσαυρος, ξέσπασε ἡ Εἰκονομαχία. Ἡ προσκύνηση τῶν ἱερῶν Εἰκόνων ἐθεωρεῖτο εἰδωλολατρία. Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός ἀναδείχθηκε θερμός ὑποστηρικτής τῶν Ἁγίων Εἰκόνων καί μέ τά συγγράμματά του κατετρώπωσε τήν αἵρεση της εἰκονομαχίας. Ὁ Αὐτοκράτορας ὁ Λέων ὁ Γ’ προκειμένου νά ἀπαλλαγεῖ ἀπό τήν παρουσία τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, τόν συκοφάντησε στόν χαλίφη Οὐάλιδ μέ τήν κατηγορία, ὅτι σκέπτεται νά καταλάβει κρυφά τήν Δαμασκό.
Ὁ χαλίφης διέταξε νά συλληφθεῖ ἀμέσως ὁ Ἅγιος Ἰωάννης καί νά τοῦ κοπεῖ τό δεξί χέρι μέσα στήν πλατεῖα τῆς Δαμασκοῦ. Ἡ διαταγή ἐκτελέστηκε ἀμέσως. Ὁ Ἅγιος ἔλαβε τό κομμένο χέρι του καί ὅλη τή νύχτα ἱκέτευε τήν Παναγία γονατισμένος νά τόν θεραπεύσει προκειμένου νά συνεχίσει τόν σκληρό ἀγῶνα του ὑπέρ τῆς Ὀρθοδοξίας. Κατάκοπος, ὅπως ἦταν, ἀποκοιμήθηκε γιά λίγο καί τότε εἶδε σέ ὅραμα τήν Παναγία μέσα ἀπό τήν Ἁγία Εἰκόνα της νά τοῦ λέει, ὅτι ἀπό τώρα καί στό ἑξῆς τό χέρι του θά εἶναι θεραπευμένο.
Ὁ Ἅγιος ξύπνησε καί εἶδε πραγματικά, ὅτι τό χέρι του εἶχε ἀποκατασταθεῖ καί ἦταν ὑγιές. Ἀπό τή χαρά του φρόντισε καί ἔβαλε ἀργυρό ὁμοίωμα τοῦ χεριοῦ τοῦ κάτω ἀπό τό ἀριστερό μέρος τῆς Εἰκόνας τῆς Παναγίας. Ἕνεκα τούτου τοῦ περιστατικοῦ ὀνομάστηκε ἡ Εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Τριχερούσας.
Μετά ἀπό τό θαυματουργικό αὐτό γεγονός ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός ἀποφασίζει νά γίνει μοναχός στή Λαύρα τοῦ Ἁγίου Σάββα τοῦ Ἡγιασμένου στήν Παλαιστίνη. Μαζί του εἶχε καί τήν Ἁγία Εἰκόνα τῆς Τριχερούσας. Τό ἔτος 1217 ὁ Ἅγιος Σάββας ὁ Χιλανδαρηνός, υἱός τοῦ Βασιλέως τῆς Σερβίας Στεφάνου Νεμάνια, τοῦ μετέπειτα ὀνομασθέντος Συμεῶν, περνῶντας ἀπό τήν Ἱερά Μονή τοῦ Ἁγίου Σάββα τοῦ Ἡγιασμένου, πῆρε μαζί του τήν Εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Γαλακτοτροφούσης καί τήν Εἰκόνα τῆς Παναγίας Τριχερούσης καί τίς μετέφερε στήν Ἱερά Μονή Χιλανδαρίου τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ὅπου ἡ Ἁγία Εἰκόνα παρέμεινε μέχρι τό ἔτος 1347. Τότε ἔρχεται στό Ἅγιο Ὄρος ὁ Σέρβος Κράλης Δροῦσαν, ὁ ὁποῖος ἀναχωρῶν γιά τήν πατρίδα του, πῆρε τήν Εἰκόνα τῆς Τριχερούσης ὡς εὐλογία. Ἡ Εἰκόνα φιλοξενήθηκε στήν Ἱερά Μονή Στουντενίτσης τῆς Σερβίας.
Ὅταν στίς ἀρχές τοῦ 15ου αἰῶνα οἱ Σέρβοι πληροφορήθηκαν ὅτι κινδυνεύουν νά ὑποδουλωθοῦν στούς Τούρκους, ἀμέσως παίρνουν τήν Ἁγία Εἰκόνα τῆς Παναγίας Τριχερούσας ἀπό τό Σερβικό Μοναστήρι καί τήν τοποθετοῦν στή ράχη ἑνός γαϊδουράκου καί ἀφήνουν τό ζῶο ἐλεύθερο νά τό ὁδηγήσει ὅπου ἡ Παναγία θελήσει.
Καί πράγματι, κατά θαυματουργικό τρόπο, τό ἥσυχο αὐτό ζῶο διέσχισε ὅλη τή Σερβία, τήν Μακεδονία καί ἦρθε στό Ἅγιο Ὄρος, στήν Ἱερά Μονή Χιλανδαρίου, ὅπου οἱ μοναχοί τήν ὑποδέχθηκαν μέ τιμές καί λιτανεῖες. Τό εὐλογημένο αὐτό γαϊδουράκι, σύμφωνα μέ τήν ἱερή παράδοση, μόλις τοποθετήθηκε ἡ Εἰκόνα στό Ἱερό τοῦ Μοναστηριοῦ, ἔπεσε νεκρό.
Μέχρι σήμερα ἡ Ἁγία αὐτή Εἰκόνα τῆς Παναγίας Τριχερούσας θεωρεῖται ὡς ἡ Ἡγουμένη-Πολιοῦχος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Χιλανδαρίου καί Προστάτης τοῦ Σέρβικου Ὀρθόδοξου λαοῦ.
Αὐτή καθεαυτή ἡ Ἁγία Εἰκόνα εἶναι ἡ πλέον ἄριστα διατηρημένη παλαιά Βυζαντινή Εἰκόνα τῆς Θεοτόκου. Τό πρόσωπο τῆς Μητέρας τοῦ Θεοῦ εἶναι τόσο παραστατικό καί τό βλέμμα Της τόσο γλυκό, ὥστε προκαλεῖ μεγάλο δέος καί συγκίνηση σὲ ὅσους τήν προσκυνοῦν. Ἡ Εἰκόνα γιά λόγους προστασίας καί μεγαλοπρέπειας φέρει ἕνα χρυσό ἐπικάλυμμα-πουκάμισο πάνω στό ὁποῖο εἶναι ἐπικολλημένοι πέντε χιλιάδες πολύτιμοι λίθοι.