Ὁ Ἰορδάνης ποταμὸς εἶναι ὁ πιὸ φημισμένος ποταμὸς τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Ἀρχίζει ἀπὸ τοὺς πρόποδες τοῦ ὄρους Ἑρμῶν καθὼς καὶ ἀπὸ τὰ ὄρη Λίβανο καὶ Ἀντιλίβανο στὸν βορρᾶ, καὶ φθάνει στὴ λίμνη τῆς Τιβεριάδας. Ξαναφεύγει ἀπὸ τὸ χαμηλότερο σημεῖο τῆς λίμνης καὶ μετὰ ἀπὸ 220 χλμ. ἔρχεται καὶ χύνει τὰ νερά του στὴ Νεκρὰ Θάλασσα.
Ἡ λέξη Ἰορδάνης, σημιτικὰ “Γιαρὰντ” καὶ ἑβραϊκὰ “Γιαρντέν”, σημαίνει ὁρμητικός, ἀφοῦ ἡ κλίση του ἀπὸ τὸ βορειότερο μέρος μέχρι τὴ Νεκρὰ Θάλασσα φτάνει τὰ 1000 μέτρα καὶ ἀπ’ ἐδῶ ἴσως νὰ πῆρε τὸ ὄνομά του. “Γιαρντεν” σημαίνει κατεβαίνει.
Ὁ ποταμὸς πηγάζει ἀπὸ δύο πηγές, τὴ μιὰ ποὺ ὀνομάζεται Ἰὸρ καὶ τὴν ἄλλη ποὺ λέγεται Δάν.
Ἀπὸ τὴν συνένωση τῶν δύο ποταμῶν προκύπτει ὁ Ἰορδάνης ποὺ χύνεται στὴν Νέκρα θάλασσα.
Ἔτσι καὶ τὸ ἀνθρώπινο γένος προῆλθε ἀπὸ τοὺς δύο προπάτορες, τὸν Ἀδὰμ καὶ τὴν Εὔα. Μετὰ τὴν ἀποστασία τὸ ἀνθρώπινο γένος πορευόταν στὴν ἁμαρτία καὶ τὸν πνευματικὸ θάνατο, ποὺ ἀλληγοροῦνται μὲ τὴ Νεκρὰ θάλασσα.
Ὁ Σωτῆρας Χριστὸς μὲ τὴν Ἐνανθρώπησή του ἐλευθέρωσε τὴν ἀνθρώπινη φύση ἀπὸ τὴν ὑποδούλωση στὴ φθορὰ καὶ στὸν θάνατο, μὲ ἀποτέλεσμα ἀκόμη καὶ ὁ Ἰορδάνης ποταμὸς νὰ θέλει νὰ στραφεῖ πρὸς τὰ πίσω, καὶ νὰ μὴ θέλει νὰ νεκρωθεῖ.
Στὴν ἔρημο τοῦ Ἰορδάνη ἀσκήτεψε
ὁ Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος.
Ἀπὸ ἐδῶ ἐπίσης ἔγινε καὶ ἡ ἀνάληψη τοῦ προφήτη Ἠλία στὸν οὐρανό.
Ἐδῶ βαπτίστηκε ὁ Κύριος μας.
Τὸν Ἰορδάνη πέρασαν καὶ οἱ Ἑβραῖοι κοντὰ στὴν Ἰεριχὼ μὲ ἐπικεφαλῆς τὸν Ἰησοῦ τοῦ Ναυή, ὅταν ἀπελευθερώθηκαν ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο καὶ ἀφοῦ περιπλανήθηκαν στὴν ἔρημο γιὰ 40 χρόνια.
Στὴν ἔρημο ἀσκήτεψαν καὶ ἡ ὁσία Μαρία ἡ Αἰγυπτία καὶ ὁ ἀββᾶς Ζωσιμάς.
Ὑπάρχουν καὶ σήμερα πολλὰ μοναστήρια, διότι ἀσκητὲς καὶ ἀναχωρητὲς ἀναπαύονται ἰδιαίτερα μέσα στὴν ἔρημο.
Ὅταν ἦρθε ὁ καιρὸς γιὰ νὰ ξεκινήσει ὁ Χριστὸς μας τὸ κοσµοσωτήριο ἔργο Του, ἦταν τριάντα ἐτῶν. Μέχρι τότε ὁ Ἰησοῦς ζοῦσε µαζὶ µε τὴ µητέρα Του, καὶ τὴν οἰκογένεια τοῦ Ἰωσήφ, «ὑποτασσόµενος σ’ αὐτοὺς», ὅπως μᾶς λέει ἡ Ἁγία Γραφή.
Τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ὁ Ἰωάννης κήρυττε τὸν ἐρχοµὸ τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ καὶ διαλαλοῦσε πὼς εἶχε φτάσει ὁ ἀναµενόµενος Μεσσίας, ὁ ὁποῖος θὰ ἔφερνε τὴ λύτρωση στοὺς ἀνθρώπους. Πλήθη λαοῦ συνέρεαν κοντά του γιὰ νὰ ἀκούσουν τὴ διδαχή του καὶ µετανοηµένοι γιὰ τίς ἀµαρτίες τους νὰ βαπτιστοῦν στὰ νερὰ τοῦ Ἰορδάνη ποταµού.
Μιὰ µέρα λοιπὸν µέσα στὸ πλῆθος ξεχώρισε ὁ ἅγιος Βαπτιστὴς τὸν ἴδιο τὸν Χριστό. Δὲν τὸν εἶχε δεῖ ποτέ του ἕως τὴ στιγµὴ ἐκείνη, ὅμως ὁ Θεὸς πληροφόρησε τὴν καρδιά του γιά το ποιός ἦταν αὐτὸς ποὺ ἐρχόταν νὰ βαπτιστεῖ. Ὁ Ἰωάννης µε δέος ἀντίκρισε Αὐτὸν ποὺ αἰῶνες τώρα περίµενε τὸ ταλαιπωρηµένο ἀνθρώπινο γένος, κι ὅταν ὁ Χριστὸς ἔφτασε µπροστά του ζητῶντάς του νὰ τὸν βαπτίσει ἐκεῖνος ἀρνήθηκε:
– Ἐγὼ ἔχω ἀνάγκη νὰ βαπτιστῶ ἀπὸ σένα κι ἐσὺ ἔρχεσαι σ’ ἐµένα;
– Ἄς τὰ ἀφήσουµε αὐτὰ τώρα, τοῦ ἀπάντησε ὁ Ἰησοῦς, γιατί πρέπει νὰ ἐκπληρώσουµε καὶ οἱ δυό μας ἀκριβῶς τὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ.
Τὰ λόγια τοῦ Ἰησοῦ ἔκαµψαν τὴν εὐσεβῆ ἀντίσταση τοῦ Ἰωάννη ποὺ τελικὰ βάπτισε τὸν ἴδιο τὸν Κύριό Του. Τότε ἄνοιξαν οἱ οὐρανοὶ καὶ τὸ Ἅγιο Πνεύµα µε τὴ µορφὴ περιστεριοῦ ἦρθε καὶ στάθηκε πάνω ἀπὸ τὸν Χριστό. Ἀµέσως μιὰ οὐράνια φωνὴ ἀκούστηκε:
Αὐτὸς εἶναι ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός.
Σ’ Αὐτὸν ἐγὼ εὐαρεστοῦµαι.
Ἦταν ὁ Θεὸς Πατέρας, ὁ ὁποῖος θέλησε µὲ τὴν ἴδια Του τὴ φωνὴ νὰ «συστήσει» τὸν Υἱό Του σὲ ὅλην τὴν ἀνθρωπότητα καὶ νὰ «κηρύξει» τὴν ἔναρξη τοῦ λυτρωτικοῦ ἔργου τοῦ Ἰησοῦ.
Ὁ Τριαδικὸς Θεὸς φανερώθηκε ἐκεῖ, στὸν ποταµὸ Ἰορδάνη, καὶ ἔγινε ξανὰ ἀντιληπτὸς ἀπὸ τίς αἰσθήσεις τῶν ἀνθρώπων. Ὁ Θεὸς Πατέρας ἀκούσθηκε µε τὴ φωνή Του, ὁ Θεὸς Υἱὸς ἦταν ἐκεῖ, µέσα στὰ ἀγιασµένα νερὰ τοῦ Ἰορδάνη καὶ ὁ Θεὸς Ἅγιο Πνεύµα ἐπιβεβαίωνε µε τὴν παρουσία Του τὴν ἀλήθεια τῆς οὐράνιας φωνῆς. Γιὰ πρώτη φορὰ µετὰ τὴ φυγὴ τῶν ἀνθρώπων ἀπὸ τὸν Παράδεισο, ὁ Θεὸς φανερωνόταν ξανὰ σ’ αὐτούς!
Ὅταν βαπτιζόταν ὁ Χριστὸς ἄνοιξαν οἱ οὐρανοὶ καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα στάθηκε πάνω Του. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος λέει ὅτι: «καὶ στὴ δική μας βάπτιση ὁ Χριστὸς στέλνει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα τὸ ὁποῖο μᾶς καλεῖ στὴν οὐράνια πατρίδα. Καὶ δὲν μᾶς καλεῖ ἔτσι ἁπλᾶ, ἀλλὰ μὲ τὴν πιὸ μεγάλη τιμή. Διότι δὲν μᾶς ἔκανε ἀγγέλους καὶ ἀρχαγγέλους, ἀλλὰ μᾶς ἀνέδειξε υἱοὺς τοῦ Θεοῦ».
Ὁ Χριστὸς βαπτίσθηκε στὸν Ἰορδάνη γιὰ νὰ ἐπαναφέρει τὸν ἄνθρωπο μέσα στὸν Παράδεισο ἀπὸ ὅπου εἶχε διωχθεῖ μὲ τὴν παρακοή του. Ἡ ἐπαναφορά μας αὐτὴ στὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ γίνεται μὲ τὸ ἅγιο Βάπτισμα. Στὸ κέντρο τῆς εἰκόνας ζωγραφίζεται ὁ Ἰορδάνης ποταμὸς μὲ γρήγορο ρεῦμα καὶ ἀπὸ τίς δύο μεριές του πανύψηλοι βράχοι. Ὁ Χριστὸς βρίσκεται μεταξὺ ψηλῶν βράχων, ποὺ σμίγουν καὶ σχηματίζουν «κλεισούραν». Τὰ νερὰ φαίνονται σὰν νὰ μὴν ἀγγίζουν τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ.
Ἡ εἰκόνα τῆς βαπτίσεως παρουσιάζει τὸν Ἰησοῦ νὰ εἰσέρχεται στὰ νερά, στὸν ὑγρὸ τάφο. Ὁ Ἅδης ἔχει τὴ μορφὴ ἑνὸς σκοτεινοῦ σπηλαίου, ποὺ περιέχει ὅλο τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου, δείχνοντας τὴν προκάθοδό Του στὸν ᾍδῃ, γιὰ νὰ διαλύσει τὸν δυνατὸν τοῦ κόσμου τούτου. Ὅπως ἀναφέρει καὶ ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἱεροσολύμων, ὁ Ἰησοῦς «καταβὰς ἐν ὕδασιν ἔδησε τὸν ἰσχυρόν».
Ὁ Χριστὸς δὲν εἶχε ἀνάγκη ἐξαγνισμοῦ, γιατί ἦταν προαιωνίως ἁγνός. Πῆρε τὸ βάπτισμα τοῦ Ἰωάννη ἀπὸ ταπεινοφροσύνη καὶ σεβασμὸ στὴν ἀνθρώπινη παράδοση. Βαπτιζόμενος ὁ Κύριος δὲν ἁγιάστηκε ἀπὸ τὸ νερὸ, ἀλλὰ ἁγίασε τὸ νερὸ καὶ μαζὶ μὲ αὐτὸ ὁλόκληρη τὴν κτίση.
Στὸ κέντρο τῆς εἰκόνας πάλι ἀλλὰ ψηλὰ ὑπάρχει τὸ ἡμικύκλιο ποὺ συμβολίζει τοὺς οὐρανούς. Πολλὲς φορὲς ὑπάρχει τὸ χέρι τοῦ Θεοῦ – Πατέρα ποὺ εὐλογεῖ. Ἀπὸ τὸ ἡμικύκλιο ξεκινᾶνε φωτεινὲς ἀκτῖνες ποὺ πᾶνε πρὸς τὸ μέρος τοῦ Χριστοῦ.
Ὁ Χριστὸς βρίσκεται μέσα στὸν ποταμὸ γυμνός, ὅπως ὁ Ἀδάμ, καὶ ἔτσι ἀποδίδει στὴν ἀνθρωπότητα τὸ ἔνδοξο παραδεισιακὸ ἔνδυμα. Ὁ Χριστὸς εὐλογεῖ μὲ τὸ ἕνα ἡ μὲ τὰ δύο χέρια τὸ νερό. Κάτω ἀπὸ τὰ πόδια του βρίσκονται οἱ δράκοντες τοὺς ὁποίους πατᾷ.
Μέσα στὶς ἀκτῖνες διακρίνεται τὸ περιστέρι, Ἅγιο Πνεῦμα.
Στὴ μία ἄκρη βρίσκεται ὁ Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος σὲ εὐλαβικὴ στάση καὶ ἔχει τὸ ἕνα του χέρι πάνω στὸ κεφάλι τοῦ Χριστοῦ καὶ τὸ ἄλλο σὲ στάση δεήσεως. Πίσω ἀπὸ τὸν Ἰωάννη βρίσκεται μιὰ ἀξίνα ἀνάμεσα στὰ κλαδιὰ ἑνὸς δέντρου.
Συμβολίζει τὰ λόγια τοῦ προφήτη Ἰωάννη: «…ἤδη δὲ ἡ ἀξίνη πρὸς τὴν ῥίζαν τῶν δένδρων κεῖται· πᾶν οὖν δένδρον μὴ ποιοῦν καρπὸν καλὸν ἐκκόπτεται καὶ εἰς πῦρ βάλλεται» (Μτ. γ΄ 10). Ἐδῶ φανερώνεται ἡ θεία δίκη ποὺ βρίσκεται ἤδη ἀνάμεσά μας, γιὰ νὰ διαλέξει τὰ καρποφόρα ἀπὸ τὰ ἄκαρπα δέντρα.
Ἀπέναντι ἀπὸ τὸν Ἰωάννη ὑπάρχουν δύο ἢ τρεῖς ἄγγελοι σὲ στάση εὐλάβειας, ἕτοιμοι νὰ δεχτοῦν τὸν Κύριο, κρατῶντας πανιά. Μέσα στὸν Ἰορδάνη, γύρω ἀπὸ τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου, κολυμποῦν ψάρια. Κάτω ξεχωρίζουν μιὰ γυναῖκα κι ἕνας γέρος νὰ κάθονται πάνω σὲ θεριόψαρα. Ἡ γυναῖκα συμβολίζει τὴ θάλασσα κι ὁ γέροντας τὸν Ἰορδάνη ποταμό. Ὁ γέροντας κρατᾷ στὰ χέρια του μία ὑδρία ἐνίοτε ἀπὸ τὴν ὁποία τρέχει νερό. Αὐτὰ τὰ πρόσωπα ζωγραφίζονται μὲ βάση τὸν ψαλμικὸ στίχο «ἡ θάλασσα εἶδεν καὶ ἔφυγεν ὁ Ἰορδάνης ἐστράφη εἰς τὰ ὀπίσω». (Ψαλμ. ρίγ΄ 3). Παρουσιάζονται δηλαδή τὰ στοιχεία τῆς φύσης ὡς πρόσωπα τὰ ὁποῖα συμμετέχουν στὸ ἔργο τῆς σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων.
Τὰ Ἅγια Θεοφάνεια εἶναι μία ἀπὸ τίς μεγαλύτερες ἑορτὲς τῆς Χριστιανοσύνης. Ἑορτάζεται τὸ γεγονὸς τῆς Βαπτίσεως τοῦ Κυρίου στόν Ἰορδάνη ποταμό καὶ ταυτόχρονα φανερώνεται ἡ Τριαδικὴ Θεότητα στὸν κόσμο.
Ἡ σπουδαιότητα τῆς ἑορτῆς φαίνεται ἀπὸ τίς ἱστορικὲς μαρτυρίες ποὺ ἀναφέρουν ὅτι μετὰ τὸ Πάσχα, ἡ ἑορτὴ τῶν Θεοφανίων εἶναι ἡ ἀρχαιότερη χριστιανικὴ ἑορτή.