Ὁ Κύριος μετά τήν Ἀνάστασή Του, πραγματοποίησε ἕνδεκα καταγεγραμμένες ἐμφανίσεις.
1. Στόν Σίμωνα Πέτρο (Α’ Κορ. 15, 5 · Λουκ. 24, 35)
2. Στήν Μαρία τήν Μαγδαληνή (Μάρκ. 16, 9-11 · Ἰω. 20, 11-18)
3. Στίς Μυροφόρες γυναῖκες (Ματθ. 28, 9-10)
4. Στούς δύο Μαθητές πού πορεύονταν προς Ἐμμαούς (Μάρκ. 16, 12-13 · Λουκ. 24, 13-15)
5. Στούς δέκα Ἀποστόλους, ὅταν ἀπουσίαζε ὁ Θωμᾶς (Μάρκ. 16, 14 · Λουκ. 24, 36-43 · Ἰω. 20, 19-25)
6. Στους ἕνδεκα Μαθητές, παρόντος καί τοῦ Θωμᾶ (Ἰω. 20, 26-29)
7. Στούς ἑπτά Ἀποστόλους στήν λίμνη τῆς Τιβεριάδος (Ἰω. 21, 1-23)
8. Στούς ἕνδεκα στήν Γαλιλαία (Ματθ. 28, 16)
9. Στούς Ἀποστόλους στήν Βηθανία, ὅταν ἀναλήφθηκε (Μάρκ. 16, 19-20 · Λουκ. 24, 50 · Πράξ. 1, 6-11 · Α’ Κορ. 15, 7)
10. Στόν ἀδελφόθεο Ἰάκωβο (Α’ Κορ. 15, 7)
11. Στόν Ἀπόστολο Παῦλο (Α’ Κορ. 15, 8-9).
Ἄς μελετήσουμε τήν ἐμφάνιση τοῦ Κυρίου
στήν Μαρία τή Μαγδαληνή (Ἰω. κ΄, 1-18)
Κείμενο σε απόδοση:
Ἐνωρὶς τὴν πρώτην ἡμέραν τῆς ἑβδομάδος, ἐνῷ ἤτανε ἀκόμη σκοτάδι, ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ ἦλθε εἰς τὸ μνημεῖον, καὶ εἶδε ὅτι ὁ λίθος εἶχε ἀφαιρεθῆ ἀπὸ τὸ μνῆμα.
Εξήγηση:
Τήν πρώτη ἡμέρα μετά τό Σάββατο (τήν Κυριακή γιά τούς χριστιανούς), ἡ Μαρία πῆγε βαθιά χαράματα στόν τάφο τοῦ Κυρίου, γιά νά ἀλείψει τό σῶμα Του μέ ἀρώματα, κατά τή συνήθεια τῶν Ἰουδαίων. Καί ἀπό εὐγνωμοσύνη καί ἀφοσίωση, ἐπειδή ὁ Ἰησοῦς τήν εἶχε θεραπεύσει ἀπό ἑπτά δαιμόνια. Μέ ἀπορία καί ἔκπληξη διαπίστωσε ὅτι ὁ μεγάλος λίθος πού σφράγιζε τό μνημεῖο ἦταν μετατοπισμένος,
Τρέχει τότε καὶ ἔρχεται εἰς τὸν Σίμωνα Πέτρον καὶ εἰς τὸν ἄλλον μαθητήν, τὸν ὁποῖον ἀγαποῦσε ὁ Ἰησοῦς, καὶ τοὺς λέγει, «Ἐπῆραν τὸν Κύριον ἀπὸ τὸ μνῆμα καὶ δὲν ξέρομεν ποῦ τὸν ἔβαλαν».
Ἐνημερώνει τόν Πέτρο ὡς κορυφαῖο μαθητή, καί τόν Ἰωάννη ὡς ἀγαπημένο, ἐπειδή αὐτοί οἱ δύο ἠκολούθησαν τόν Χριστό καθώς τόν ὁδηγοῦσαν δέσμιο στόν Ἄννα καί τόν Καϊάφα (Ζιγαβηνός). Μέσα στήν ταραχή της δέν μπόρεσε νά θυμηθεί τούς λόγους τοῦ Κυρίου, ὅτι τήν τρίτη ἡμέρα θά ἀναστηθεῖ.
Τότε ὁ Πέτρος καὶ ὁ ἄλλος μαθητὴς ἔφυγαν καὶ ἐπήγαν εἰς τὸ μνῆμα. Ἔτρεχαν δὲ οἱ δύο μαζί· ἀλλ’ ὁ ἄλλος μαθητὴς ἔτρεχε γρηγορώτερα, ἐπέρασε τὸν Πέτρον καὶ ἦλθε πρῶτος εἰς τὸ μνῆμα· ἔσκυψε καὶ βλέπει τὰ σεντόνια νὰ εἶναι ἐκεῖ, ἀλλὰ δὲν ἐμπῆκε μέσα.
Μέ μεγάλη σπουδή (ἐξῆλθεν), πρῶτος ὁ Πέτρος ἀκολουθούμενος ἀμέσως ἀπό τόν Ἰωάννη, τρέχουν στό μνημεῖο. Ἡ προθυμία τους νά τρέξουν δείχνει τήν ἀφοσίωσή τους στό Διδάσκαλό τους. Ὁ Ἰωάννης ὡς νεότερος στήν ἡλικία ἔτρεξε πιό γρήγορα καί ἔφτασε πρῶτος. Σκύβοντας στόν τάφο, εἶδε τά ὀθόνια μέ τά ὁποῖα ὁ Ἰωσήφ, ὁ Νικόδημος καί οἱ Μυροφόρες, εἶχαν δέσει τό σῶμα τοῦ Ἰησοῦ
Ἔρχεται κατόπιν ὁ Σίμων Πέτρος, ὁ ὁποῖος τὸν ἀκολουθοῦσε, καὶ ἐμπῆκε εἰς τὸ μνῆμα καὶ βλέπει τὰ σεντόνια νὰ εἶναι ἐκεῖ, ἀλλὰ τὸ μαντῆλι, ποὺ εἶχε εἰς τὴν κεφαλήν του, δὲν εὑρίσκετο μαζὶ μὲ τὰ σεντόνια ἀλλὰ χωριστά, τυλιγμένο σὲ μιὰ μεριά.
Φτάνοντας ὁ Πέτρος ώς μεγαλύτερος καί θαρραλέος μπῆκε στό μνημεῖο χωρίς νά δειλιάσει. Ἔτσι βγῆκαν καί οἱ δύο νικητές, ὁ μέν Ἰωάννης ἔφτασε πρῶτος, ὁ δέ Πέτρος μπῆκε στό μνημεῖο πρῶτος. Μέσα στό μνημεῖο ὁ Πέτρος, δέν ἔριξε ἁπλῶς μία ματιά, ἀλλά ὅπως λέει ὁ ἱερός Χρυσόστομος, παρατήρησε μέ προσοχή.
Καί τί εἶδε;
Πρῶτον τά ὀθόνια, τίς λουρίδες ἐκεῖνες τοῦ ὑφάσματος, ποῦ ἦταν ποτισμένες μέ σμύρνα καί ἀλόη, τίς ὁποῖες τύλιγαν Ἰουδαῖοι τό νεκρό σῶμα πρίν τό ἐνταφιάσουν. Δεύτερον τό σουδάριον (λέξη λατινική), ἕνα εἶδος μαντηλιοῦ, μέ τό ὁποῖο τύλιγαν τό πρόσωπο τοῦ νεκροῦ. Αὐτό βρισκόταν διπλωμένο καί ἀφημένο σέ ἕνα σημεῖο τοῦ τάφου.
Τότε ἐμπῆκε καὶ ὁ ἄλλος μαθητής, ὁ ὁποῖος εἶχε ἔλθει πρῶτος εἰς τὸ μνῆμα, καὶ εἶδε καὶ ἐπίστεψε, – διότι δὲν εἶχαν ἀκόμη ἐννοήσει τὴν γραφὴν ὅτι πρέπει ὁ Ἰησοῦς νὰ ἀναστηθῇ ἐκ νεκρῶν.
Εἶδε καί αὐτός καί πίστεψε. Τί εἶδε;
Ὅτι ἔλειπε τό σῶμα τοῦ Ἰησοῦ. Ἀκόμη οἱ μαθητές δέν εἶχαν καταλάβει τήν Γραφή πού λέει ὅτι σύμφωνα μέ τό σχέδιο τοῦ Θεοῦ, ὁ Μεσσίας θά ἀνασταινόταν ἀπό τούς νεκρούς.
Οἱ μαθηταὶ τότε ἐπῆγαν πάλιν στὸ σπίτι τους.
Καί οἱ δύο, ὅταν διαπίστωσαν ὅτι πράγματι δέν ὑπῆρχε τό σῶμα τοῦ Ἰησοῦ στό μνημεῖο, ἐπέστρεψαν στό σπίτι πού ἔμεναν.
Ἀλλ’ ἡ Μαρία στεκότανε κοντὰ στὸ μνῆμα ἔξω καὶ ἔκλαιε. Ἐνῷ δὲ ἔκλαιε, ἔσκυψε στὸ μνῆμα καὶ βλέπει δύο ἀγγέλους μὲ λευκὰ ἐνδύματα νὰ κάθωνται μέσα, ἕνας πρὸς τὸ μέρος τῆς κεφαλῆς καὶ ἕνας πρὸς τὸ μέρος τῶν ποδιῶν, ὅπου εἶχε τοποθετηθῆ τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ.
Στό μεταξύ ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνή ξαναπῆγε στό μνημεῖο. Στεκόταν κοντά του καί ἔκλαιγε. Ἔσκυψε ξαφνικά στό μνημεῖο καί ἀξιώθηκε νά ἀντικρίσει δύο λευκοφοροῦντες Ἀγγέλους. Δέν ἐμφανίστηκαν οἱ δύο αὐτοί ἄγγελοι στόν Πέτρο καί τόν Ἰωάννη, ἐπειδή γιά αὐτούς ἦταν ἀρκετά ὅσα εἶδαν γιά νά πιστέψουν (Ζιγαβηνός), ἐνῶ ἡ Μαρία χρειαζόταν κάτι περισσότερο γιά νά παρηγορηθεῖ καί δέν τῆς ἦταν ἀρκετό ὅτι εἶδε τά ὀθόνια καί τό σουδάριο.
Καὶ τῆς λέγουν ἐκεῖνοι, «Γυναῖκα, γιατὶ κλαῖς;». Αὐτὴ ἀπήντησε, «Διότι ἐπῆραν τὸν Κύριόν μου καὶ δὲν ξέρω ποῦ τὸν ἔβαλαν».
Ἡ Μαρία εἶναι θλιμμένη γιατί νομίζει ὅτι πῆραν τό σῶμα Του καί δέν ξέρει ποῦ τό πῆγαν, γιά νά τοῦ ἀποδώσει μέ ἀρώματα τίς καθιερωμένες τιμές.
Ὅταν εἶπε αὐτὰ, ἔστρεψε πρὸς τὰ πίσω καὶ εἶδε νὰ στέκεται ἐκεῖ ὁ Ἰησοῦς ἀλλὰ δὲν κατάλαβε ὅτι ἦτο αὐτός.
Ξαφνικά ἡ Μαρία στράφηκε πίσω καί βλέπει τόν Ἰησοῦ νά στέκεται ὄρθιος, ἀλλά δέν κατάλαβε πώς ἦταν ὁ Ἰησοῦς. Πῶς κατάλαβε ἡ Μαρία ὅτι πίσω της στεκόταν ὁ Ἰησοῦς;
Ὅπως λέει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, οἱ ἄγγελοι ἔνιωσαν ἔκπληξη βλέποντας τον Δεσπότη, καί μέ τή στάση καί τό βλέμμα καί τήν κίνησή τους ἔδειξαν ἀμέσως ὅτι εἶδαν τόν Κύριο. Αὐτό ἀκριβῶς ἔκανε τή Μαρία νά στραφεῖ πρός τά πίσω. Ἀλλά δέν ἀναγνώρισε τόν Ἰησοῦ, ἐπειδή ἡ πίστη της στήν ὑπόσχεση τοῦ Ἰησοῦ ὅτι θά ἀναστηθεῖ, ἦταν ἀκόμα ἀνεπαρκής.
Ὁ Ἰησοῦς τῆς λέγει, «Γυναῖκα, γιατὶ κλαῖς; Ποιόν ζητᾶς;». Έκείνη ἐπειδὴ ἐνόμισε ὅτι εἶναι ὁ κηπουρός, τοῦ λέγει, «Κύριε, ἐὰν σὺ τὸν πῆρες, πές μου ποῦ τὸν ἔβαλες καὶ ἐγὼ θὰ τὸν σηκώσω».
Στίς δύο σύντομες ἐρωτήσεις τοῦ Ἰησοῦ, γιατί κλαίει καί ποιόν ζητάει, ἐκείνη νομίζοντας πώς εἶναι ὁ κηπουρός, χωρίς νά ἀπαντήσει ποιόν ζητάει, τοῦ λέει: Ἄν τόν πῆρες ἐσύ, πές μου ποῦ τόν ἔβαλες καί ἐγώ θά τόν πάρω ἀπό κεῖ. Ἡ Μαρία θεώρησε τόν Ἰησοῦ ὡς κηπουρό, γιατί πραγματικά αὐτός ἦταν ὁ γεωργός τοῦ παραδείσου (ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης). Τόση ἦταν ἡ ἀφοσίωσή της στόν Ἰησοῦ, ὧστε ἄν ἔβρισκε τό σῶμα Του, θά μποροῦσε μόνη της νά τό μεταφέρει καί νά τό ἐνταφιάσει ἀλλοῦ, γιά νά μήν τό βροῦν οἱ Ἰουδαῖοι.
Ὁ Ἰησοῦς τῆς λέγει, «Μαρία!». Ἐκείνη ἔστρεψε καὶ τοῦ λέγει, «Ραββουνί!» τὸ ὁποῖον σημαίνει: Διδάσκαλε.
Ἡ Μαρία μετά τόν διάλογο μέ τόν κηπουρό στράφηκε πάλι πρός τούς δύο ἀγγέλους, τότε ἄκουσε τόν Ἰησοῦ νά τήν προσφωνεῖ μέ τό ὄνομά της: Μαρία. Μόλις τήν προσφώνησε Μαρία, ἀμέσως αὐτή τόν κατάλαβε (Ι. Χρυσόστομος). Γυρίζει τότε πρός τόν Ἰησοῦ καί τοῦ λέει: Διδάσκαλέ μου! Καί ἔκανε τήν κίνηση νά πέσει μέ σεβασμό στά ἄχραντα πόδια Του.
Λέγει εἰς αὐτήν ὁ Ἰησοῦς: Μὴ μὲ ἐγγίζῃς, διότι δὲν ἀνέβηκα ἀκόμη εἰς τὸν Πατέρα μου. Πήγαινε ὅμως εἰς τοὺς ἀδελφούς μου καὶ πές τους, «Ἀνεβαίνω πρὸς τὸν Πατέρα μου καὶ Πατέρα σας καὶ Θεόν μου καὶ Θεόν σας».
Ὁ Διδάσκαλος τήν ἀποτρέπει μέ τό «μή μοῦ ἅπτου» (μή μέ ἀγγίζεις). Γιατί ἄραγε;
Ὁ ἴδιος δέν ἄφησε ἀργότερα τίς ἄλλες Μυροφόρες νὰ ἀγγίξουν τά πόδια Του; (Μάτθ. 28,9) Δέν παρότρυνε τόν Ἀπόστολο Θωμᾶ καί τούς ἄλλους Μαθητές νά ψηλαφίσουν τίς πληγές πού τοῦ προκάλεσαν οἱ σταυρωτές Του; (Ιω.20,27-Λούκ.24,39)
Ἡ ἐξήγηση εἶναι ὅτι ἐπειδή ὁ ἀναστημένος Κύριος ἐπρόκειτο νά ἀνέβει πρός τόν Πατέρα Του, δέν ἔπρεπε ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνή καί ὅλοι οἱ ἄλλοι νά τόν θεωροῦν ὅπως μέχρι τότε θεάνθρωπο, ἀλλά μέ ὅλην Του τή δόξα. Δέν εἶχε ἀναστηθεῖ γιά νά συνεχίσει νά ζεῖ καί νά δρᾶ ἀνάμεσά τους ὅπως ὁ Λάζαρος πού ἀνέστησε.
Ἐμφανιζόταν στούς Μαθητές Του μέ σκοπό νά πειστοῦν γιά τήν ἀνάστασή Τοῦ, νά ξεπεράσουν τούς φόβους τους καί νά ἀναλάβουν τό δύσκολο ἔργο πού εἶχε νά τούς ἀναθέσει, γιά τήν διάδοση τῆς ἐπί τῆς γῆς βασιλείας Του.
Τί λέει στή Μαρία μετά;
Λέει στή Μαρία νά πάει στούς ἀδερφούς τοῦ Κυρίου, τούς Μαθητές Του, καί νά τούς ἀνακοινώσει ὅτι ὁ ἴδιος θα ἀνέβει στόν κοινό Πατέρα καί Θεό. Δηλαδή ὅτι θά ἀναληφθεῖ στούς οὐρανούς καί θά εἰσέλθει στήν οὐράνια δόξα, καί οἱ μαθητές καί οἱ ἅγιοι θά μετέχουν στή θεία υἱοθεσία, θά ἔχουν ἀδερφό τους τόν Χριστό καί τόν ἴδιο Θεό καί Πατέρα.
Ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ ἐπῆγε καὶ ἀνήγγειλε εἰς τοὺς μαθητὰς ὅτι εἶδε τὸν Κύριον καὶ τί τῆς εἶπε.
Ἡ Μαρία σπεύδει στούς Μαθητές, τούς ἀνακοινώνει μέ χαρά καί ἀγαλλίαση ὅτι εἶδε τόν Κύριο καί ὅσα τῆς εἶπε νά τούς μεταφέρει, πού ἦταν ἱκανά νά τούς παρηγορήσουν.
Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ὑποστηρίζει ὅτι πρώτη εἶδε τόν Κύριο ἡ κατά σάρκα Μητέρα Του, ἡ ὑπεραγία Θεοτόκος. Σ’ αὐτήν πρώτη πάντων τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἦταν προσῆκον καί δίκαιον, ἐμφανίστηκε ὁ ἀναστημένος Κύριος.
Καί τώρα ἄς μελετήσουμε τήν ἐμφάνιση τοῦ Κυρίου
στίς ἄλλες Μυροφόρες (Ματθ. 28, 9-10)
Κείμενο:
Ἀπήντησεν αὐταῖς λέγων· Χαίρετε!
Εξήγηση:
Ὅταν ὁ ἀναστημένος Κύριος συνάντησε τίς Μυροφόρες, μόλις εἶχαν ἀκούσει ἀπό τά λόγια τοῦ ἀγγέλου νά τούς ἀνακοινώνει ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἀνέστη καθώς εἶπε καί αὐτές ἔσπευδαν νά ἀναγγείλουν τό χαρμόσυνο γεγονός στούς Μαθητές. Τίς χαιρέτησε μέ τόν συνήθη σέ αὐτόν τρόπο: Χαίρετε!
Τήν χαρά αὐτήν συναισθανόμαστε καθώς συνειδητοποιοῦμε εἶναι ἄπειρη γιά ἐμᾶς ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Πηγή τῆς πνευματικῆς Χαρᾶς εἶναι τό Ἅγιο Πνεῦμα. Ἡ χαρά εἶναι καρπός τοῦ Ἁγίου Πνεύματος και ἕνα ἀπό τά γνωρίσματα τῆς οὐράνιας Βασιλείας.
Οἱ Μυροφόρες ἀκούγοντας τό “χαίρετε” τοῦ ἀναστημένου Χριστοῦ, πού στεκόταν μπροστά τους, ἔπεσαν στά πόδια του, τά κρατῆσαν καί τά προσκύνησαν. Ἐδῶ ὁ Κύριος δέν τίς ἐμπόδισε, ὅπως ἔκανε μέ τή Μαρία Μαγδαληνή, δίνοντάς τους μέ τό ἄγγιγμα τή διαβεβαίωση ὅτι δέν εἶναι φάντασμα.
Λέγει αὐταῖς ὁ Ἰησοῦς· μή φοβεῖσθε! Ὑπάγετε ἀπαγγείλατε τοῖς ἀδελφοῖς μου ἵνα ἀπέλθωσιν εἰς τὴν Γαλιλαίαν, κἀκεῖ με ὄψονται.
Ὑπάρχει ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ καί ὁ κοσμικός φόβος. Οἱ ἄνθρωποι πρό Χριστοῦ ζοῦσαν χωρίς φόβο (σεβασμό) τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ μετά τήν ἐνσάρκωσή Του, οἱ Χριστιανοί γνώρισαν πόσο φοβερή εἶναι ἡ παρουσία τοῦ Κυρίου καί ἄρα ὀφείλουν νά ζοῦν ἀνάλογα, δηλαδή μία ἁγία ζωή μέ σεβασμό τοῦ Θεοῦ.
Ἀντίθετα, φόβος μέ τήν κοσμική ἔννοια, δέν ἔχει θέση στήν ψυχή τοῦ χριστιανοῦ, ἀφοῦ “εἰ ὁ Θεὸς μεθ΄ ἡμῶν, οὐδεὶς καθ’ ἡμῶν“.
Οἱ ἅγιοι Πατέρες, βέβαια, ὑποδεικνύουν ὅτι στήν περίπτωση πού δέν εἴμαστε ἀφοσιωμένοι, δηλαδή δέν σεβόμαστε τον Θεό ἀπό ἀγάπη καί εὐγνωμοσύνη γιά τίς δωρεές Του, νά τό κάνουμε ἀπό φόβο γιά τίς φρικτές συνέπειες πού θά ἔχει στήν παροῦσα καί στή μετά θάνατον ζωή μας ἡ ἔλλειψη αὐτῆς τῆς ἀγάπης καί τῆς ἀφοσίώσεώς μας.
Ὁ Κύριος καθησύχασε τίς Μυροφόρες καί ζήτησε νά εἰδοποιήσουν τούς ἀδελφούς Του, ὅπως ἀποκάλεσε τούς Μαθητές Του, νά μεταβοῦν στήν Γαλιλαία, προκειμένου νά τόν συναντήσουν ἐκεῖ.
Γιατί ἀποκαλεῖ τούς Μαθητές Του ἀδελφούς;
Ἀφενός γιατί μέ τήν ἐνανθρώπισή Τοῦ, ἔγινε ἀδελφός μας. Ἀφετέρου γιατί ἤθελε νά τούς τιμήσει. Ὁ Κύριος χρησιμοποίησε τίς Μυροφόρες γυναῖκες ὡς ἀποστόλους γιά τούς Ἀποστόλους, τιμῶντας ἔτσι τό γυναικεῖο γένος πού εἶχε ἀξαπατηθεί ἀπό τό φίδι στόν Παράδεισο. Καί ἐπειδή τότε ἡ γυναῖκα ἔγινε αἰτία λύπης γιά τόν ἄντρα, τώρα οἱ γυναῖκες γίνονται ἀγγελιαφόροι χαρᾶς στούς ἄντρες (Ζιγαβηνός).
πηγή: ΟΙ ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ,
Ε. Λέκκος, Εκδ. Σαϊτη, 2017.