Ἴσως ἔχετε ἀκούσει, παιδιά, γιά κάποια λίμνη πού ὀνομάζεται «Νεκρά», γιατί σ’ αὐτή δέν μπορεῖ νά ζήσει καί ν’ ἀναπτυχθεῖ κανένας ζωντανός ὀργανισμός. Ἡ λίμνη αὐτή ἤ ἀλλιῶς «Νεκρά Θάλασσα» βρίσκεται στήν Παλαιστίνη καί εἶναι ἡ μοναδική λίμνη στόν κόσμο πού ἔχει μεγάλη περιεκτικότητα σέ ἁλάτι καί σέ θειάφι! Θέλετε νά μάθετε τό γιατί;
Ὀνομάζεται «θάλασσα», ἀλλά στήν οὐσία εἶναι λίμνη στήν ὁποία ἐκβάλλει ὁ Ἰορδάνης ποταμός . Βρίσκεται στά σύνορα τῆς Ἰορδανίας μέ τό Ἰσραήλ καί εἶναι ἡ πιό βαθιά λίμνη μέ ἁλμυρό νερό στή Γῆ, μέ μέγιστο βάθος πού φτάνει τά 300 μέτρα καί σχεδόν 10 φορές πιό ἁλμυρή ἀπό τόν ὠκεανό. Ἔχει μῆκος 77 χλμ. , μέγιστο πλάτος 16 χλμ. καί βρίσκεται περίπου 400 μέτρα κάτω ἀπό τήν ἐπιφάνεια τῆς Μεσογείου, κάτι πού τήν κάνει τό χαμηλότερο σημεῖο ἐπιφάνειας στήν ἠπειρωτική Γῆ.
Ὅταν ὁ Ἀβραάμ ἐγκαταστάθηκε στή Χαναάν, ὅπου τόν ὁδήγησε ὁ Θεός, εἶχε μαζί του καί τόν ἀνιψιό του τόν Λώτ. Ὁ Θεός πλούσια τούς εὐλόγησε καί τούς δυό, καί τά πρόβατά τους αὐξήθηκαν πολύ. Δημιουργήθηκε ὅμως ἕνα πρόβλημα: Δέν χωροῦσαν πιά τά κοπάδια τους στά ἴδια βοσκοτόπια καί γι’ αὐτό καθημερινά γίνονταν καβγάδες ἀνάμεσα στούς δούλους τους πού τά πρόσεχαν.
Μόλις τό πληροφορήθηκε αὐτό ὁ Ἀβραάμ, καλεῖ τόν Λώτ καί τοῦ λέει: «Διάλεξε ἐσύ πρῶτος σέ ποιές πεδιάδες προτιμᾶς νά βόσκουν οἱ δοῦλοι σου τά πρόβατά σου. Δέν εἶναι σωστό νά τούς ἀφήνουμε νά μαλώνουν». Ὁ Λώτ διάλεξε γιά τόν ἑαυτό του τά χλοερά βοσκοτόπια κοντά στόν Ἰορδάνη ποταμό. Πῆρε τή γυναίκα του καί τίς δυό κόρες του, τό βιός του καί τούς δούλους του, καί ἐγκαταστάθηκε στήν πόλη πού λεγόταν Σόδομα.
Δέν πρόσεξε ὅμως κάτι. Τά Σόδομα ἦταν πολύ ἁμαρτωλή πόλη, μέ πονηρούς καί ἀνήθικους ἀνθρώπους. Ἡ ἁμαρτία σάν μολυσματική ἀρρώστια ἐξαπλωνόταν παντοῦ καί γέμισε καί τή διπλανή πόλη, τή Γόμορρα. Γι’ αὐτό ὁ Θεός πῆρε μία ἀπόφαση: Νά καταστρέψει τίς δυό ἀνήθικες καί ἀδιόρθωτες πόλεις, γιά νά σώσει ἀπό τή διαφθορά ὅλη τή γύρω περιοχή. Φρόντισε ὅμως νά σώσει τόν Λώτ, πού παρ᾽ ὅλη τή διαφθορά ἔμενε πιστός στόν ἀληθινό Θεό καί ζοῦσε σύμφωνα μέ τό θέλημά Του.
Ἕνα ἀπόγευμα, λοιπόν, φτάνουν στήν πύλη τῶν Σοδόμων δυό ἄγγελοι (οι Άγγελοι που φιλοξένησε ο Αβραάμ).
Γιά νά μήν τούς καταλάβουν οἱ Σοδομίτες, φαίνονταν πώς ἦταν δυό ἄνδρες ἀπό ἄλλο τόπο. Ὁ Λώτ, φιλόξενος καθώς ἦταν σάν τόν θεῖο του, ἀμέσως τούς πλησιάζει, τούς χαιρετᾶ εὐγενικά καί τούς προσκαλεῖ: – Ἐλᾶτε, κύριοι, στό σπίτι μου νά περάσετε τή νύχτα. Νά πλυθεῖτε λίγο καί νά ξεκουραστεῖτε. Κι αὔριο τό πρωί συνεχίζετε τόν δρόμο σας.
Οἱ δυό ξένοι δέν θέλουν νά τόν ἐπιβαρύνουν. – Θά μείνουμε ἐδῶ στήν πλατεία μέχρι νά ξημερώσει, τοῦ ἀπαντοῦν. Ὁ Λώτ ὅμως ἐπιμένει, τούς παίρνει στό σπίτι του καί τούς στρώνει τραπέζι νά φᾶνε. Ξαφνικά ἀκούγονται ἄγριες φωνές ἀπ’ ἔξω. Τί συμβαίνει; Οἱ Σοδομίτες εἶδαν σέ ποιό σπίτι πῆγαν οἱ ξένοι καί ζητοῦν ἀπό τόν Λώτ νά τούς παραδώσει γιά νά τούς κάνουν ὅ,τι κακό καί ἁμαρτωλό θέλουν.
Βγαίνει ὁ ἴδιος ὁ Λώτ ἔξω καί τούς λέει ἱκετευτικά: –Ὄχι, φίλοι μου! Μήν κάνετε κανένα κακό στούς ἀνθρώπους αὐτούς, γιατί εἶναι φιλοξενούμενοί μου! Οἱ μεθυσμένοι ὅμως καί ἀνήθικοι Σοδομίτες ὁρμοῦν πάνω του. Τότε οἱ δυό ἄγγελοι μέ θαυματουργικό τρόπο τραβοῦν μέσα τόν Λώτ καί τυφλώνουν τούς Σοδομίτες, γιά νά μήν μποροῦν νά δοῦν οὔτε τήν πόρτα τοῦ σπιτιοῦ πού ἤθελαν νά παραβιάσουν.
Τήν ἴδια στιγμή οἱ ἄγγελοι λένε στόν Λώτ: – Πάρε τίς κόρες σου καί τούς γαμπρούς σου καί ὅποιον ἄλλο δικό σου ἔχεις καί βγάλε τους μακριά ἀπ’ αὐτήν τήν πόλη. Μᾶς ἔστειλε ὁ Θεός νά τήν καταστρέψουμε ἐξαιτίας τῆς ἀνηθικότητάς της. Μές στή νύχτα ὁ Λώτ πηγαίνει καί βρίσκει τούς γαμπρούς του. Τούς ἀνακοινώνει τό φοβερό νέο. Τούς λέει νά ἑτοιμαστοῦν γιά νά ἀναχωρήσουν μαζί του τό πρωί καί νά σωθοῦν. Αὐτοί ὅμως, παιδιά, ἦταν Σοδομίτες. Τόν εἰρωνεύονται, γελοῦν μαζί του. Τόν κοροϊδεύουν πού πιστεύει τέτοια πράγματα καί τόν στέλνουν πίσω στό σπίτι του.
Ἀπό τά βαθιά χαράματα οἱ ἄγγελοι λένε στόν Λώτ νά βιαστεῖ: – Πάρε ἀμέσως τή γυναίκα σου καί τίς δυό σου κόρες καί φύγετε μακριά, μήν τυχόν χαθεῖτε κι ἐσεῖς μαζί μέ τήν ἁμαρτωλή πόλη.
Αὐτοί ὅμως εἶναι τόσο ταραγμένοι, πού δέν μποροῦν νά κάνουν γρήγορα. Τότε οἱ ἄγγελοι τούς ἁρπάζουν ἀπό τό χέρι καί τούς βγάζουν ἀπό τά Σόδομα λέγοντας: – Σῶστε τή ζωή σας! Οὔτε ἕνα βλέμμα νά ρίξετε πίσω! Πουθενά νά μή σταθεῖτε! Φύγετε στό βουνό νά σωθεῖτε, γιά νά μή χαθεῖτε μαζί μέ τούς ἀσεβεῖς!
Ὁ Λώτ παρακαλεῖ: – Εἶναι ἀδύνατο νά φτάσουμε ὥς τό βουνό. Φοβᾶμαι πώς θά μᾶς προλάβει τό κακό στόν δρόμο. Νά, ἐκεῖ εἶναι μία μικρή πόλη. Σ’ αὐτήν προλαβαίνουμε νά καταφύγουμε. Μποροῦμε ἐκεῖ νά σωθοῦμε; Ὁ Θεός δέχεται τήν παράκλησή του. Τρέξε νά σωθεῖς ἐκεῖ, τοῦ λέει ὁ ἄγγελος. Γιά χάρη σου δέν θά καταστραφεῖ αὐτή ἡ πόλη. Μή φοβᾶσαι!
Πραγματικά, ἔφτασε ὁ Λώτ μέ τήν οἰκογένειά του στήν πόλη Σηγώρ καί τότε ἄρχισε ὁ χαλασμός. Γέμισε ὁ τόπος καπνό καί ἀντάρα. Ἄνοιξε ὁ οὐρανός, μά ἀντί γιά βροχή ἔπεφτε θειάφι καί φωτιά πάνω στίς ἀσεβεῖς πόλεις.
Ἡ γυναίκα τοῦ Λώτ ἤθελε ὁπωσδήποτε νά δεῖ τί γίνεται πίσω της. Εἶχε μεγάλη περιέργεια. Κατά βάθος ἀγαποῦσε τήν ἀνήθικη πόλη μέ τήν ἁμαρτωλή ζωή της. Φαίνεται ὅτι εἶχε ἀρχίσει νά ἐπηρεάζεται κι αὐτή ἀπό τούς διεφθαρμένους Σοδομίτες. Ἀδιαφορεῖ, λοιπόν, γιά τή συμβουλή τῶν ἀγγέλων -νά μή ρίξουν οὔτε ἕνα βλέμμα πίσω τους!- καί γυρνᾶ νά δεῖ τά Σόδομα. Ἀμέσως ὅμως πληρώνει ἀκριβά τήν παρακοή, τήν ἁμαρτωλή ἐπιθυμία καί τήν περιέργειά της: Μένει ἀκίνητη σάν ἄψυχο ἄγαλμα∙ γίνεται στήλη ἀπό ἁλάτι.
Στήν περιοχή τῶν Σοδόμων καί τῆς Γομόρρας μέχρι καί σήμερα δέν ὑπάρχει τίποτε ζωντανό. Μιά λίμνη μόνο βρίσκεται ἐκεῖ -αὐτή πού σᾶς ἀνέφερα στήν ἀρχή-, πού ὀνομάζεται «Νεκρά Θάλασσα».
Τά νερά της περιέχουν τόσο πολύ ἁλάτι καί θειάφι, ὥστε δέν μποροῦν νά φιλοξενήσουν οὔτε ψάρια οὔτε ἄλλους ὀργανισμούς.