Ὁ Ἀβραάμ ὑπῆρξε πατριάρχης καί ἱδρυτής τοῦ ἑβραϊκοῦ ἔθνους. Τό ἀρχικό του ὄνομα εἶναι Ἄβραμ, ὅμως ἀργότερα μετονομάστηκε σέ Ἀβραάμ, πού σημαίνει «πατέρας ἑνός λαοῦ» ἤ «πατέρας πλήθους (πολλῶν)». Ἦταν γιος τοῦ Θάρρα καί ἀδερφός τοῦ Ναχώρ καί τοῦ Ἀρράν. Ἡ οἰκογένειά του προερχόταν ἀπό τή φυλή τοῦ Σήμ, ἀλλά κατοικοῦσε στήν Οὔρ τῶν Χαλδαίων. Ὁ πατέρας του ὁ Θάρρα, ὅπως καί ὅλη ἡ οἰκογένειά του ἀρχικά ἦταν εἰδωλολάτρες. Παρόλα αὐτά ὁ Ἀβραάμ στάθηκε ὡς παράδειγμα πίστης στήν ἱστορία γι’ αὐτό καί πῆρε τόν τίτλο τοῦ «φίλου του Θεοῦ».
Σύζυγός του ἦταν ἡ Σάρρα, ἀδερφή ἀπό πατέρα ὄχι ὅμως ἀπό μητέρα. Ὁ Ἀβραάμ ἀπέκτησε τόν Ἰσαάκ ἀπό τή Σάρρα, τόν Ἰσμαήλ ἀπό τήν Ἄγαρ, καί τούς Σομβράν, τόν Ἰεζάν, τόν Μαδάλ, τόν Μαδιάμ, τόν Ἰεσβώκ καί τόν Σωκέ ἀπό τή Χεττούρα.
Ὁ Ἀβραάμ μετά τον θάνατον τοῦ ἀδερφοῦ τοῦ Ναχώρ, μαζί μέ τήν οἰκογένειά του, τόν πατέρα του καί τόν ἀνιψιό τοῦ Λώτ, ἐγκατέλειψε τήν Οὔρ γιά νά πάει στή Χαρράν τῆς Μεσοποταμίας.
Μιά μέρα ὁ Κύριος εἶπε στόν Ἀβραάμ: «Φύγε ἀπό τή χώρα σου καί πήγαινε σέ μιά χώρα πού ἐγώ θά σοῦ δείξω. Θά κάνω ἀπό σένα ἕνα μεγάλο ἔθνος καί θά σέ εὐλογήσω, θά κάνω τό ὄνομα σοῦ ξακουστό καί θά εἶσαι εὐλογία γιά τούς ἄλλους. Μ’ ἐσένα θά εὐλογηθοῦν ὅλα τά ἔθνη τῆς γῆς».
Ἔτσι ὁ Ἀβραάμ ἀναχώρησε ὅπως τοῦ εἶπε ὁ Κύριος. Ἦταν 75 ἐτῶν ὅταν ἔφυγε ἀπό τή Χαρράν. Μαζί του πῆρε τή γυναῖκα του τή Σάρα καί τό Λώτ, γιο τοῦ ἀδερφοῦ του, ὅλα τά ὑπάρχοντα καί τά κοπάδια τῶν ζώων πού εἶχαν συγκεντρώσει, καθώς ἐπίσης τούς δούλους πού εἶχαν ἀποκτήσει στή Χαρράν καί ἔφτασαν στή Χαναάν. Ὁ Ἀβραάμ διέσχισε τή χώρα ὡς τήν περιοχή τῆς Συχέμ καί ἐγκαταστάθηκε στή Βαιθήλ.
O Ἀβραάμ καί ὁ Λώτ εἶχαν ἀποκτήσει ἀρκετά πρόβατα, βόδια καί σκηνές. Ἡ χώρα ὅμως δέν ἐπαρκοῦσε γιά νά κατοικήσουν καί οἱ δύο μαζί, γιατί τά ὑπάρχοντα τούς ἦταν πάρα πολλά. Οἱ βοσκοί τοῦ Ἀβραάμ μάλωναν μέ τούς βοσκούς τοῦ Λωτ. Ὁ Ἀβραάμ γιά νά μήν ὑπάρχει διαμάχη μεταξύ τους εἶπε στό Λώτ νά διαλέξει τήν περιοχή πού ἤθελε νά ἐγκατασταθεῖ. Ὁ Λώτ καθώς ἦταν πλεονέκτης, διάλεξε τήν πιό εὔφορη πεδιάδα πού βρισκόταν στόν ποταμό Ἰορδάνη, κοντά στήν περιοχή τῶν Σοδόμων καί τῶν Γομόρρων. Ἔτσι ὁ Ἀβραάμ ἔμεινε στή Χαναάν ἐνῶ ὁ Λώτ ἔστησε τίς σκηνές του κοντά στά Σόδομα. Οἱ ἄνθρωποι ὅμως τῶν Σοδόμων καί τῶν Γομόρρων ἦταν πολύ κακοί καί πάρα πολύ ἁμαρτωλοί ἐνώπιον τοῦ Κυρίου.
Τά χρόνια ὅμως περνοῦσαν καί ἡ Σάρρα ἐπειδή δέν ἔκανε παιδιά, ἔδωσε στόν Ἀβραάμ τή δούλη της Ἄγαρ γιά μιά νύχτα. Ἡ Ἄγαρ γέννησε γιο καί ὁ Ἀβραάμ τόν ὀνόμασε Ἰσμαήλ. Ἐκείνη τήν ἐποχή ὁ Ἄβραμ ἦταν 86 ἐτῶν.
Ὅταν ὁ Ἀβραάμ ἦταν 99 ἐτῶν, τοῦ φανερώθηκε ὁ Κύριος καί τοῦ εἶπε: «Ἐγώ εἶμαι ὁ Θεός παντοκράτορας. Νά ζεῖς σύμφωνα μέ τό θέλημα μοῦ καί νά εἶσαι τέλειος. Θά συνάψω μαζί σου διαθήκη, καί θά σοῦ δώσω πολλούς ἀπογόνους». «Αὐτή εἶναι ἡ διαθήκη πού κάνω μαζί σου. Δέ θά ὀνομάζεσαι πιά Ἄβραμ ἀλλά Ἀβραάμ γιατί θά σέ κάνω πατέρα πλήθους ἐθνῶν. Θά ἀποκτήσεις πολλούς ἀπογόνους καί θά γίνεις γενάρχης λαῶν καί βασιλιᾶδες θά προέλθουν ἀπό σένα”.
Ἔτσι ὁ Ἀβραάμ, σύμφωνα μέ τή διαταγή τοῦ Θεοῦ ἄλλαξε τό ὄνομά του, ἀπό «Ἄβραμ» πού λεγόταν καί σήμαινε «ὁ ὑψηλός ἤ ὑπέροχος πατέρας», σέ «Ἀβραάμ» πού σημαίνει «πατέρας πολλῶν».
Ἀργότερα ὁ Κύριος παρουσιάστηκε καί πάλι στόν Ἀβραάμ, ἐνῶ αὐτός καθόταν στό ἄνοιγμα τῆς σκηνῆς του κατά τό μεσημέρι. Ὁ Ἀβραάμ εἶδε τρεῖς ἄνδρες νά στέκονται ἀπέναντί του.
Ἀμέσως ἔτρεξε νά τούς προϋπαντήσει καί τούς προσκύνησε ὡς τή γῆ. Ὁ Ἀβραάμ εἶπε: «Ἄς φέρουν λίγο νερό νά πλύνετε τά πόδια σας, καί μετά μπορεῖτε ν’ ἀναπαυθεῖτε κάτω ἀπό τό δέντρο. Θά φέρω καί λίγο ψωμί νά πάρετε δύναμη, καί μετά μπορεῖτε νά πηγαίνετε». Ἐκεῖνοι ἀπάντησαν: «Κάνε ὅπως εἶπες». Τότε ὁ Ἀβραάμ ἔτρεξε στή σκηνή καί εἶπε στή Σάρρα: «Πᾶρε γρήγορα ἀλεύρι ἐκλεκτό, ζύμωσε τό καί κάνε πίτες». Μετά πῆρε ἕνα μοσχάρι τρυφερό καί καλό, τό ἔδωσε στόν ὑπηρέτη, κι ἐκεῖνος τό ἑτοίμασε στά γρήγορα. Πῆρε ἀκόμα βούτυρο, γάλα καί το μοσχάρι πού εἶχε ἑτοιμάσει καί τά ἔβαλε μπροστά στούς ἄνδρες. Αὐτός στεκόταν ἀπέναντι τούς κάτω ἀπό τά δέντρα ἐνῶ ἐκεῖνοι ἔτρωγαν.
Τότε ρώτησαν τόν Ἀβραάμ: «Ποῦ εἶναι ἡ Σάρρα ἡ γυναῖκα σου;» Αὐτός ἀπάντησε: «Ἐκεῖ, στή σκηνή». Καί ὁ Κύριος εἶπε: «Τοῦ χρόνου τέτοια ἐποχή θά ξανάρθω καί ἡ γυναῖκα σου ἡ Σάρρα θά ἔχει γιο».
Ἡ Σάρρα τά ἄκουγε ὅλα αὐτά, γιατί στεκόταν ἀπό πίσω του, στό ἄνοιγμα τῆς σκηνῆς. Ὁ Ἀβραάμ καί ἡ Σάρρα ἦταν γέροντες προχωρημένης ἡλικίας, καί γι’ αὐτό ἡ Σάρρα γέλασε κρυφά καθώς σκεφτόταν: «Ἀφοῦ γέρασα, εἶναι δυνατό νά κάνω παιδί; Καί ὁ ἄντρας μου εἶναι κι αὐτός γέροντας». Ἀλλά ὁ Κύριος εἶπε στόν Ἀβραάμ: «Γιατί γέλασε ἡ Σάρρα; Γιατί ἀμφιβάλλει ὅτι θ’ ἀποκτήσει γιο τώρα πού γέρασε; Τίποτα δέν εἶναι ἀδύνατο γιά τόν Κύριο! Ὅταν τήν ἴδια ἐποχή ὕστερα ἀπό ἕνα χρόνο θά ξανάρθω σπίτι σου, ἡ Σάρρα θά ἔχει γιο».