Ὁ ἀπόστολος Παῦλος μαζί μέ τόν Σίλα βρίσκονται στούς Φιλίππους. Γιά πολλές μέρες ὅμως, καθώς οἱ δύο Ἀπόστολοι πήγαιναν στόν τόπο τῆς προσευχῆς, συνέβαινε κάτι τό παράδοξο. Τούς ἀκολουθοῦσε μιά νεαρή δούλη πού εἶχε μαντικό δαιμονικό πνεῦμα καί μέ τίς μαντεῖες της αὐτές ἔβγαζε πολλά κέρδη γιά τά ἀφεντικά της. Καί κάθε τόσο φώναζε δυνατά: «Αὐτοί οἱ ἄνθρωποι εἶναι δοῦλοι τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου καί μᾶς φανερώνουν το δρόμο τῆς σωτηρίας». Καί τό ἔκανε ὄχι γιά καλό σκοπό· ἀλλά γιά νά ἑλκύσει τήν ἐμπιστοσύνη τοῦ λαοῦ καί νά τήν ἐκμεταλλευθεῖ μέ δολιότητα. Ἀγανακτῶντας λοιπόν ὁ ἀπόστολος Παῦλος, στράφηκε πίσω πρός τή δούλη αὐτή πού τόν ἀκολουθοῦσε, καί εἶπε στό δαιμονικό πνεύματα:
– Σέ διατάζω, στό ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, νά βγεῖς ἀπό αὐτήν.
Καί πραγματικά τήν ἴδια στιγμή τό πονηρό πνεῦμα ἔφυγε. Ἀλλά ὅταν τά ἀφεντικά της κατάλαβαν ὅτι θά ἔχαναν πλέον τά κέρδη τους, συνέλαβαν τόν Παῦλο καί τόν Σίλα καί τούς ἔσυραν στήν ἀγορά. Ἐκεῖ τούς ὁδήγησαν στούς στρατηγούς καί εἶπαν:
– Αὐτοί οἱ Ἰουδαῖοι προκαλοῦν ταραχή στήν πόλη μας καί κηρύττουν θρησκευτικά ἔθιμα ἀνεπίτρεπτα γιά μας τούς Ρωμαίους.
Κι ἐνῶ μαζεύτηκε πολύς ὄχλος ἐναντίον τους, οἱ στρατηγοί ξέσχισαν τά ἐνδύματα τῶν δύο Ἀποστόλων. Καί διέταξαν νά τούς ραβδίσουν, μπροστά σ’ ὅλο ἐκεῖνο τό πλῆθος. Καί ἀφοῦ τούς ἔδωσαν πολλά χτυπήματα, τούς ἔριξαν στή φυλακή, δίνοντας ἐντολή στό δεσμοφύλακα νά τούς φρουρεῖ καλά γιά νά μή δραπετεύσουν. Κι αὐτός τούς ἔβαλε στό βαθύτερο διαμέρισμα τῆς φυλακῆς κι ἔδεσε σφιχτά τά πόδια τους, γιά νά μήν μποροῦν νά μετακινηθοῦν.
Τά μεσάνυχτα ὅμως οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι, σάν νά μήν τούς εἶχε συμβεῖ τίποτε, ἔψαλλαν ὕμνους στόν Θεό. Τούς ἄκουγαν μάλιστα καί οἱ ἄλλοι φυλακισμένοι. Πόσο συγκλονιστική ἦταν ἐκείνη ἡ νύχτα!
Οἱ δύο Ἀπόστολοι, μετά ἀπό τόσο κόπο καί βασανισμό, κουρασμένοι καί κατάκοποι, ἀντί νά κοιμηθοῦν, μέσα στό σκοτάδι τῆς φυλακῆς ὑμνοῦσαν τόν Θεό! Καί Τόν ὑμνοῦσαν δοξολογητικά!
Μαστιγώθηκαν, ἐξευτελίστηκαν, γέμισαν μέ πληγές, ὑβρίσθηκαν, κινδύνευσε ἡ ζωή τους, τά πόδια τους ἦταν σφιχτοδεμένα, δέν μποροῦσαν νά κουνηθοῦν, βρίσκονταν στό πιό βαθύ κελί τῆς φυλακῆς, κι αὐτοί ἀντί νά γογγύζουν γιά τό δρᾶμα τους καί νά ζητοῦν ἀπό τόν Θεό τή λύτρωση, Τόν δοξολογοῦσαν!
Δέν τούς κυρίευσε ἡ ἀνάγκη τοῦ ὕπνου, οὔτε τούς ἔκαμψε ὁ πόνος, οὔτε ὁ φόβος τούς ἔκανε νά δειλιάσουν, ἀλλά μᾶλλον τούς δημιούργησε ἕναν ἱερό ἐνθουσιασμό καί τούς προκαλοῦσε μιά ἀνείπωτη χαρά. Συναισθάνονταν ὅτι ὁ Θεός ἦταν μαζί τους, δίπλα τους. Θά περίμενε κανείς νά στενάζουν, νά εἶναι τρομοκρατημένοι γιά τή ζωή τους. Αὐτοί ὅμως ἀντιθέτως ἦταν ἥσυχοι, εἰρηνικοί, προσευχόμενοι. Δέν ἦταν ὥρα προσευχῆς, δέν ἦταν τόπος προσευχῆς. Ἀλλά ἡ καρδιά τους ἦταν δοσμένη στήν προσευχή. Καί μᾶς διδάσκουν ὅτι καμία δοκιμασία, κανένα πρόβλημα, ὅσο μεγάλο κι ἄν εἶναι, δέν πρέπει νά μᾶς ἀνακόπτει ἀπό τήν προσευχή. Καί μάλιστα ἀπό τή δοξολογητική προσευχή.
Ἡ συνέχεια τῆς διηγήσεως εἶναι θαυμαστή.
Ξαφνικά ἔγινε μεγάλος σεισμός, σαλεύθηκαν τά θεμέλια τῆς φυλακῆς. Κι ἄνοιξαν τή στιγμή αὐτή ὅλες οἱ θύρες καί λύθηκαν ὅλων τῶν φυλακισμένων οἱ ἁλυσίδες. Ὅταν ὅμως ξύπνησε ὁ δεσμοφύλακας καί εἶδε ἀνοικτές τίς θύρες τῆς φυλακῆς, τράβηξε τό μαχαίρι του γιά νά αὐτοκτονήσει, ἐπειδή νόμιζε ὅτι εἶχαν δραπετεύσει οἱ φυλακισμένοι καί γι’ αὐτό τόν περίμενε ἡ ποινή τοῦ θανάτου. Ἀλλά ὁ ἀπόστολος Παῦλος τοῦ φώναξε δυνατά:
– Μήν κάνεις κανένα κακό στόν ἑαυτό σου. Ὅλοι εἴμαστε ἐδῶ.
Μετά ἀπ’ αὐτό ὁ δεσμοφύλακας, ἀφοῦ πῆρε κάποιο φῶς, ἔτρεξε μέσα στή φυλακή. Καί μόλις ἀντιλήφθηκε τό θαῦμα, κυριεύθηκε ἀπό τρόμο καί ἔπεσε στά πόδια τῶν Ἀποστόλων. Κι ἀφοῦ τούς ἔβγαλε στήν αὐλή τῆς φυλακῆς, τούς εἶπε:
– Κύριοι, τί πρέπει νά κάνω γιά νά σωθῶ;
Κι αὐτοί τοῦ ἀπάντησαν:
– Πίστευσε στόν Ἰησοῦ Χριστό καί θά σωθεῖς καί ἐσύ καί ὅλη ἡ οἰκογένειά σου.
Στή συνέχεια οἱ δύο Ἀπόστολοι δίδαξαν σ’ αὐτόν καί σ’ ὅλους ὅσοι ἦταν στό σπίτι του τίς θεμελιώδεις ἀλήθειες τῆς διδασκαλίας τοῦ Κυρίου. Καί ὁ δεσμοφύλακας, ἀφοῦ τούς πῆρε μαζί του ἐκείνη τήν ὥρα τῆς νύχτας, τούς ἔλουσε ἀπό τά αἵματα καί ἀμέσως βαπτίσθηκε, αὐτός καί ὅλοι οἱ δικοί του. Καί ἀφοῦ τούς ἀνέβασε στό σπίτι του, ἑτοίμασε τραπέζι καί δοκίμασε μεγάλη χαρά μαζί μέ ὅλη του τήν οἰκογένεια· διότι ὅλοι τους εἶχαν πιστεύσει στόν Θεό.
Ὅλα αὐτά τά θαύματα πού συνέβησαν ἦταν θαύματα τῆς προσευχῆς. Οἱ Ἀπόστολοι δοξολογοῦσαν τόν Θεό, καί ὁ Θεός ἀπάντησε στούς δοξολογητικούς ὕμνους τους. Ἔκανε αἰσθητή τήν παρουσία του, ὄχι μέ ἕνα, ἀλλά μέ πολλά θαύματα. Ὄχι μόνο τους ἀπελευθέρωσε, ἀλλά ὁδήγησε στή σωτηρία καί ὅλη τήν οἰκογένεια τοῦ δεσμοφύλακα. Ἡ δοξολογία τῶν Ἀποστόλων προκάλεσε τόσο ἰσχυρό σεισμό πού συγκλόνισε ὄχι μόνο τίς πύλες τῆς φυλακῆς ἀλλά καί τίς καρδιές τοῦ δεσμοφύλακα καί τῆς οἰκογένειάς του.