Ἡμέρα τιμῆς πρὸς τὴν ἁγία μας Ἐκκλησία, ἡ ὁποία αἰῶνες τώρα πολεμεῖται ἀλλὰ πάντοτε νικᾶ.
Ἡμέρα πανηγυρική, κατὰ τὴν ὁποία θυμόμαστε τὴν ἀναστήλωση τῶν ἁγίων εἰκόνων τὸ 843 μ.Χ. καὶ τὴν ὁριστικὴ νίκη τῆς Ὀρθοδοξίας ἐναντίον τῶν αἱρετικῶν εἰκονομάχων.
Μέσα στὸ πνεῦμα τῆς ἡμέρας αὐτῆς τὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα ἀπὸ τὴν πρὸς Ἑβραίους ἐπιστολὴ μᾶς παρουσιάζει τὰ ἡρωικὰ κατορθώματα ἁγίων ἀνδρῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, οἱ ὁποῖοι «μαρτυρηθέντες διὰ τῆς πίστεως οὐκ ἐκομίσαντο τὴν ἐπαγγελίαν», δηλαδή, ἔλαβαν μὲν ἐγκωμιαστικὴ μαρτυρία γιὰ τὴν πίστη τους, περιμένουν ὅμως τὴν πλήρη καὶ αἰώνια ἀνταμοιβή τους μαζὶ μὲ ὅλους ἐμᾶς τοὺς πιστοὺς ποὺ θὰ τοὺς μιμηθοῦμε.
Πῶς ὅμως θὰ τοὺς μιμηθοῦμε;
Θὰ τοὺς μιμηθοῦμε δείχνοντας ἀκλόνητη πίστη καὶ
ἔχοντας θερμὸ πόθο γιὰ τὴν αἰώνια ζωή.
Κοινὸ χαρακτηριστικὸ τῶν ἁγίων Μαρτύρων ἦταν ἡ σταθερότητα στὴν ὀρθὴ πίστη. Αὐτὴν τὴν πίστη διεκήρυξαν οἱ ἔνδοξοι Προφῆτες, οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι, οἱ θεοφόροι Πατέρες, οἱ ὅσιοι Ὁμολογητές.
Αὐτὴν τὴν πίστη ὁμολογοῦσαν καὶ οἱ ἅγιοι Μάρτυρες μὲ τὴ γενναία καὶ ἀνυποχώρητη στάση τους. Εἶναι χαρακτηριστικὴ ἡ θαρραλέα ἀπόκριση ποὺ ἔδιναν στοὺς ἀνακριτές τους: «Χριστιανός εἰμι»‧ εἶμαι Χριστιανός! Αὐτὲς οἱ δυὸ λέξεις ἐκφράζουν ὅλην τὴν ἀλήθεια τῆς πίστεως καὶ τὴν μέχρι θανάτου σταθερότητα τοῦ Μάρτυρα στὴν ἀνόθευτη διδασκαλία τῆς Μίας, Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας. Γι’ αὐτὴ τὴν πίστη οἱ Ἅγιοι «ἐλιθάσθησαν, ἐπρίσθησαν, ἐπειράσθησαν, ἐν φόνῳ μαχαίρας ἀπέθανον»· λιθοβολήθηκαν, πριονίσθηκαν, δοκίμασαν πολλοὺς πειρασμούς, θανατώθηκαν μὲ σφαγὴ ἀπὸ μαχαίρι…
Ἀμέτρητα εἶναι τὰ εἴδη τῶν βασανιστηρίων στὰ ὁποῖα ὑπέβαλλαν οἱ ἀπάνθρωποι διῶκτες τοὺς χριστιανούς, προκειμένου νὰ τοὺς ἀναγκάσουν νὰ λυγίσουν. Κι ὅμως! Οἱ φοβερὲς ἀπειλὲς τῶν διωκτῶν καὶ οἱ δελεαστικές τους προτάσεις δὲν μποροῦσαν νὰ νικήσουν τὴ δύναμη τῆς πίστεως ποὺ ἔκρυβαν μέσα τους ἄνδρες καὶ γυναῖκες, νεαροὶ ἔφηβοι – ἀγόρια καὶ κορίτσια – γέροντες καὶ παιδιά, καὶ νήπια ἀκόμη! Τέτοια πίστη καλούμαστε νὰ δείχνουμε καὶ ἐμεῖς. Νὰ τὴ δείχνουμε σ’ ὅλες τὶς περιστάσεις, μάλιστα σὲ περιόδους πολέμου ἐναντίον τῆς Ἐκκλησίας. Νὰ μὴ δειλιάζουμε, νὰ μὴ συμβιβαζόμαστε. Νὰ μένουμε ὄρθιοι καὶ ἀκλόνητοι, ὅπως οἱ «μαρτυρηθέντες διὰ τῆς πίστεως» Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας.
Ὑπάρχει ὅμως κι ἕνα δεύτερο ἐντυπωσιακὸ σημεῖο στὴ ζωὴ τῶν ἁγίων Μαρτύρων: ἡ ἔντονη προσδοκία τῆς αἰωνιότητος.
Μέσα στὶς ψυχές τους εἶχε γίνει σωστὸ τὸ ζύγισμα: ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος ἡ ἐπίγεια ζωὴ μὲ τὶς πρόσκαιρες ἀπολαύσεις, κι ἀπὸ τὸ ἄλλο ἡ αἰώνια εὐτυχία καὶ δόξα στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Σ’ αὐτὸ τὸ τελευταῖο ἐκεῖνοι ἔριχναν ὅλο τὸ βάρος. Γι’ αὐτὸ περιφρονοῦσαν ὅλα τὰ πλούτη, τὶς τιμὲς καὶ τὶς δόξες ποὺ τοὺς ὑπόσχονταν. Γι’ αὐτὸ καὶ ὑπέμεναν μὲ ὑποδειγματικὴ καρτερία τὰ φρικτὰ μαρτύρια.
Ἂς θυμηθοῦμε τί ἔλεγαν οἱ ἅγιοι Τεσσαράκοντα Μάρτυρες ποὺ ὑπέμειναν φρικτὸ μαρτύριο στὴν παγωμένη λίμνη τῆς Σεβαστείας: «Δριμὺς ὁ χειμών, ἀλλὰ γλυκὺς ὁ Παράδεισος»· ἡ παγωνιὰ εἶναι ὀδυνηρή, ἀλλὰ εἶναι γλυκὺς ὁ Παράδεισος. Ἂς κάνουμε λίγη ὑπομονή, καὶ θὰ μᾶς ζεστάνει ἡ ἀγκαλιὰ τοῦ πατριάρχου Ἀβραάμ. Μὲ μιὰ νύχτα ἂς ἀγοράσουμε τὴν αἰωνιότητα… Κι ἔτσι ἐνθαρρύνοντας ὁ ἕνας τὸν ἄλλον ἔμειναν μέσα στὴν παγωμένη λίμνη καὶ ὑπέμειναν τὸ φοβερὸ μαρτύριο.
Πυρακτωμένες οἱ καρδιὲς τῶν ἁγίων Μαρτύρων ἀπὸ ἀγάπη πρὸς τὸν Νυμφίο Χριστό, ἕνα πράγμα μόνο σκέπτονται καὶ ἐπιθυμοῦν: πότε θὰ ἔλθει ἡ ὥρα γιὰ νὰ Τὸν συναντήσουν στὴ Βασιλεία του. Γι’ αὐτὸ καὶ ὄχι μόνο δὲν φοβοῦνται τὸν θάνατο, ἀλλὰ βαδίζουν μὲ χαρὰ πρὸς τὸ μαρτύριο σὰν νὰ πηγαίνουν «σὲ χαρὲς καὶ ξεφαντώματα», ὅπως γράφει ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης.
Πόσο διαφορετικὰ θὰ ἀντιμετωπίζαμε κι ἐμεῖς τὶς τυχὸν εἰρωνεῖες καὶ ἀδικίες ποὺ δεχόμαστε «ὑπὲρ Χριστοῦ» ἀλλὰ καὶ κάθε δυσκολία τῆς ζωῆς, ἂν σκεπτόμασταν ὅτι πέρα ἀπὸ αὐτὴν τὴν πρόσκαιρη ἐπίγεια ζωὴ ὑπάρχει ὁ οὐρανός, ἡ γλυκιὰ πραγματικότητα τοῦ Παραδείσου!
❁
Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι Ἐκκλησία Μαρτύρων.
Καὶ δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι διαφορετικά, ἐφόσον ὁ ἴδιος ὁ Ἀρχηγός μας, ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, ἀκολούθησε τὴν ὁδὸ τοῦ μαρτυρίου: μισήθηκε ἀπὸ τὸν κόσμο, χλευάστηκε, ὑβρίσθηκε καὶ τέλος δέχθηκε τὸν ἀτιμωτικὸ θάνατο τοῦ Σταυροῦ κι ἔτσι ἔγινε τὸ Πρότυπο πρὸς μίμηση ὅλων τῶν ἁγίων Μαρτύρων και δικό μας! Στὰ ἴχνη τοῦ Θεανθρώπου Κυρίου ἂς βαδίζουμε κι ἐμεῖς.
Σὲ μία ἐποχὴ ὅπως ἡ σημερινή, ποὺ οἱ δυνάμεις τοῦ σκότους βάλλουν μὲ δολιότητα καὶ ὕπουλες μεθοδεύσεις κατὰ τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀποκτήσουμε φρόνημα μαρτυρικό, γιὰ νὰ μείνουμε σταθεροὶ στὴν πίστη μας μέχρι τέλους, πρὸς δόξαν τῆς ἁγίας Ὀρθοδοξίας μας!
Ἡ Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας εἶναι μιά ξεχωριστή, διότι παρά τό κατανυκτικό κλίμα τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, ἑορτάζει λαμπρά ἡ Ὀρθοδοξία. Τήν Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας ἑορτάζουμε τήν ἀνάμνηση τοῦ κορυφαίου γεγονότος τῆς ἐκκλησιαστικῆς μας ἱστορίας, τῆς ἀναστηλώσεως τῶν ἱερῶν εἰκόνων, τό ὁποῖο συνέβη τό 843 μ.Χ. στό Βυζάντιο, χάρις στήν ἀποφασιστική συμβολή τῆς βασιλίσσης καί μετέπειτα ἁγίας Θεοδώρας, συζύγου τοῦ αὐτοκράτορος Θεοφίλου (840 – 843 μ.Χ.).
Ἀναφερόμαστε στή μεγάλη εἰκονομαχική ἔριδα, ἡ ὁποία συνετάραξε κυριολεκτικά τήν Ἐκκλησία μας γιά περισσότερα ἀπό ἑκατό χρόνια. Τό 726 μ.Χ. ὁ αὐτοκράτωρ Λέων ὁ Γ΄ ὁ Ἴσαυρος (717 – 741 μ.Χ.) ἀποφάσισε νά ἐπιφέρει στό κράτος ριζικές μεταρρυθμίσεις. Μιά ἀπό αὐτές ἦταν ἡ ἀπαγόρευση προσκυνήσεως τῶν ἱερῶν εἰκόνων, ἐπειδή, παίρνοντας ἀφορμή ἀπό ὁρισμένα ἀκραῖα φαινόμενα εἰκονολατρίας, πίστευε πώς ἡ χριστιανική πίστη παρέκλινε στήν εἰδωλολατρία. Στήν οὐσία ὅμως ἐξέφραζε δικές του ἀνεικονικές ἀπόψεις, οἱ ὁποῖες ἦταν βαθύτατα ἐπηρεασμένες ἀπό τήν ἀνεικονική ἰουδαϊκή καί ἰσλαμική πίστη.
Ἡ ἀναταραχή ἦταν ἀφάνταστη. Ἡ αὐτοκρατορία χωρίστηκε σέ δύο φοβερά ἀντιμαχόμενες ὁμάδες, τούς εἰκονομάχους καί τούς εἰκονολάτρες. Οἱ διώξεις φοβερές. Μεγάλες πατερικές μορφές ἀνέλαβαν νά ὑπερασπίσουν τήν ὀρθόδοξη πίστη. Στά 787 μ.Χ. συγκλήθηκε ἡ Ζ’ Οἰκουμενική Σύνοδος, ἡ ὁποία διατύπωσε μέ ἀκρίβεια τήν ὀφειλόμενη τιμή στίς ἱερές εἰκόνες. Σέ αὐτήν ἐπίσης διευκρινίστηκαν καί ἄλλα δυσνόητα σημεῖα τῆς χριστιανικῆς πίστεως, ἔτσι ὥστε νά ἔχουμε πλήρη ἀποκρυστάλλωση τοῦ ὀρθοδόξου δόγματος καί νά ὁμιλοῦμε γιά θρίαμβο τῆς Ὀρθοδοξίας μας.
Ἡ εἰκόνα στήν Ὀρθοδοξία μας δέν ἀποτελεῖ ἀντικείμενο λατρείας, ἀλλά λειτουργεῖ ἀποκλειστικά ὡς μέσον τιμῆς τοῦ εἰκονιζόμενου προσώπου. Ἀκόμα καί ὁ Χριστός μπορεῖ νά εἰκονισθεῖ, διότι ἔγινε ἄνθρωπος.
Μάλιστα, ὅποιος ἀρνεῖται τόν εἰκονισμό τοῦ Χριστοῦ ἀρνεῖται οὐσιαστικά τήν ἀνθρώπινη φύση Του! Οἱ μεγάλοι Πατέρες καί διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας μας, πού ἀναδείχθηκαν μέσα ἀπό τή λαίλαπα της εἰκονομαχίας, διατύπωσαν τό ὀρθόδοξο δόγμα μέ προσοχή καί εὐλάβεια: Ἡ προσκύνηση τῆς ἱερῆς εἰκόνας τοῦ Χριστοῦ καί τῶν ἄλλων ἱερῶν προσώπων τοῦ Χριστιανισμοῦ δέν εἶναι εἰδωλολατρία, ὅπως κατηγοροῦνταν ἀπό τούς εἰκονομάχους, διότι ἡ τιμή δέν ἀπευθύνεται στήν ὕλη, ἀλλά στό εἰκονιζόμενο πρόσωπο, καθότι «ἡ τῆς εἰκόνος τιμή ἐπί τό πρωτότυπον διαβαίνει» (Μ.Βασίλειος P . G . 32,149) καί «Προσκυνοῦμεν δέ ταῖς εἰκόσιν οὐ τῇ ὕλῃ προσφέροντες τήν προσκύνησιν, ἀλλά δι΄ αὐτῶν τοῖς ἐν αὐταῖς εἰκονιζομένοις» (Ι. Δαμασκ. P . G .94 1356).
Ἡ εὐλογία καί ἡ χάρη πού λαμβάνει ὁ πιστός ἀπό τήν προσκύνηση τῶν ἱερῶν εἰκόνων δίνεται ἀπό τό ζωντανό ἱερό πρόσωπο καί ὄχι ἀπό τήν ὕλη τῆς εἰκόνας. Ἡ εἰκόνα ἔχει τεράστια ποιμαντική χρησιμότητα. Μιά εἰκόνα, σύμφωνα μέ γλωσσική ἔκφραση, ἀξίζει περισσότερο ἀπό χίλιες λέξεις. Αὐτό σημαίνει ὅτι μέσῳ τῆς ἐκκλησιαστικῆς εἰκονογραφίας οἱ πιστοί βοηθοῦνται νά ἀναχθοῦν στίς ὑψηλές πνευματικές θεωρίες καί στό θεῖον.
Βεβαίως ἡ ἠρεμία δέν ἀποκαταστάθηκε, διότι ἐξηκολουθοῦσαν νά βασιλεύουν εἰκονομάχοι αὐτοκράτορες. Στά 843 ἡ εὐσεβής αὐτοκράτειρα Θεοδώρα, ἐπίτροπος τοῦ ἀνήλικου γιοῦ της Μιχαήλ τοῦ Γ΄, ἔθεσε τέρμα στήν εἰκονομαχική ἔριδα καί συνετέλεσε στόν θρίαμβο τῆς Ὀρθοδοξίας. Οἱ Πατέρες ὅρισαν νά ἑορτάζεται ὁ θρίαμβος τοῦ ὀρθοδόξου δόγματος τήν πρώτη Κυριακή τῶν Νηστειῶν γιά νά δείξει στούς πιστούς πώς ὁ πνευματικός μας ἀγῶνας θά πρέπει νά συνδυάζεται μέ τήν ὀρθή πίστη γιά νά εἶναι πραγματικά ἀποτελεσματικός.
Νηστεία καί ἀσκητική ζωή ἔχουν καί ἄλλες αἱρέσεις ἤ θρησκεῖες, καί μάλιστα μέ πολύ αὐστηρότερους κανόνες ἄσκησης. Ὅμως αὐτό δέν σημαίνει ὅτι μποροῦν αὐτοί οἱ ἄνθρωποι νά σωθοῦν καί νά ἑνωθοῦν μέ τόν Θεό. Ἡ σωτηρία εἶναι συνώνυμη μέ τήν ἀλήθεια· ἀντίθετα ἡ πλάνη καί τό ψεῦδος ὁδηγοῦν σέ ἀδιέξοδα καί ἐν τέλει στήν ἀπώλεια.
Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, μεγάλος Πατέρας καί Διδάσκαλος τῆς Ἐκκλησίας καί ταυτόχρονα μεγάλος δογματολόγος (μήν λησμονοῦμε ὅτι ἔγραψε τό δογματικό ἔργο «Ἔκδοσις ἀκριβῆς τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως» στό ὁποῖο ὁριοθετεῖ τήν πίστη μας), ὁρίζει στόν τρίτο του λόγο «Πρός τούς ἀποβαλλομένους τάς σεπτάς καί ἅγιας εἰκόνας» τί εἶναι ἡ εἰκόνα καί ποιά τά εἴδη της:
«Εἰκόνα λοιπόν εἶναι ὁμοίωμα κάποιου καί δεῖγμα καί ἀποτύπωμα, πού δείχνει στόν ἑαυτό του τό εἰκονιζόμενο, ὁπωσδήποτε ὅμως δέν μοιάζει ἐξ ὁλοκλήρου ἡ εἰκόνα μέ τό πρωτότυπο..» (ΕΠΕ, ἁγίου Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, τόμος 3, σελ. 227).
Γιά τόν λόγο ὕπαρξης τῆς εἰκόνας, ἀναφέρει στό ἴδιο ἔργο· «…γιά αὐτό ἐπινοήθηκε ἡ εἰκόνα γιά νά τόν ὁδηγεῖ στή γνώση καί νά τοῦ φανερώνει καί νά τοῦ ἀνακοινώνει ἐκεῖνα πού εἶναι κρυμμένα…» (ΕΠΕ, ἁγίου Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, τόμος 3, σελ. 227).
Ἐνῶ, διακρίνει εἴδη εἰκόνων:
1. ἡ φυσική εἰκόνα ὅπως γιά παράδειγμα ὁ Υἱός πού εἶναι εἰκόνα τοῦ Πατρός, ἡ προαιώνια βούληση τοῦ Θεοῦ,
2. ὁ ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος εἶναι εἰκόνα τοῦ Θεοῦ,
3. ἡ ζωγραφική εἰκόνα «ἡ ὁποία ἀναπλάθει σχήματα καί μορφές καί τύπους τῶν ἀοράτων καί ἀσωμάτων, τά ὁποῖα παριστάνονται σωματικά, ὥστε νά κατανοοῦνται ἀμυδρά ὁ Θεός καί οἱ ἄγγελοι» (ΕΠΕ, ἁγίου Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, τόμος 3, σελ. 231),
4. οἱ προεικονίσεις στήν Παλαιά Διαθήκη ὅπως γιά παράδειγμα ἡ βάτος πού προεικονίζει κατά τούς Πατέρες τήν Θεοτόκο,
5. καί το εἶδος εἰκόνας «πού γίνεται γιά τήν ἀνάμνηση τῶν γεγονότων ἤ ἑνός θαύματος ἤ μιᾶς ἀρετῆς» (ΕΠΕ, ἁγίου Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, τόμος 3, σελ. 233), καί γίνεται εἴτε δια τοῦ γραπτοῦ λόγου εἴτε μέ τήν αἰσθητή θεωρία (βλέποντας δηλαδή κάποιος ἕνα ἀντικείμενο νά ὁδηγηθεῖ ἡ μνήμη του σέ κάποιο γεγονός σημαντικό, ὅπως γιά παράδειγμα ὅταν οἱ Ἰσραηλῖτες ἔβλεπαν τήν στάμνα μέ τό μάννα νά θυμοῦνται πώς ὁ Θεός τους ἔτρεφε στήν ἔρημο).
Ἀντιθέτως, εἴδωλο κατά τήν Ἁγία Γραφή εἶναι ἡ ἀπεικόνιση τοῦ ἀόρατου Θεοῦ,
καθώς καί ὁτιδήποτε κατασκευάζεται μέ σκοπό νά λατρευτεῖ ὡς θεός.