Ὁ πατέρας της ὀνομαζόταν Διόσκορος καί ἦταν φανατικός εἰδωλολάτρης. Ἦταν ἐπίσης πολύ πλούσιος καί διοικητής τῆς Ἠλιούπολης (σημερινή Μπααλμπέκ στον Λίβανο), μέ μεγάλη πολιτική ἐξουσία καί δύναμη. Φανατικός δέ ἱερεύς τῆς εἰδωλολατρίας.
Ἡ Βαρβάρα ἦταν τό μονάκριβο παιδί του. Ἦταν ἀφάνταστα ὡραῖα στό σῶμα, ἀλλά καί στήν ψυχή, καί εἶχε πολλή χάρη, εὐφυΐα, σεμνότητα καί σωφροσύνη. Καί πράγματι, ὅταν ἡ κόρη του ἔφτασε σέ ἡλικία γάμου παρουσιάστηκαν πολλοί μνηστῆρες, πολλοί ὑποψήφιοι γαμπροί, καί ἀπό τούς ἐξέχοντες ἄρχοντες, καί ἀπό τούς μεγιστᾶνες καί ἀπό τούς λοιπούς ἐπιφανεῖς ἄνδρες τῆς Ἠλιούπολης. Ὅλα ὅμως τά προξενιά ἡ Βαρβάρα τά ἔδιωχνε, πρᾶγμα πού ὁ πατέρας της δέν τό ἔβλεπε μέ καλό μάτι. Ἦταν γι’ αὐτόν ἀδικαιολόγητη ἡ ἔμμονή της κόρης του, νά μή θέλει διακεκριμένους γαμπρούς, πού τήν ζητοῦσαν σέ γάμο.
Ὅσο περνοῦσε ὁ καιρός, ὁ Διόσκορος γέμιζε πιό πολύ ἀπό ποικίλους φόβους, καί πῆρε τήν ἀπόφαση νά λάβει ὡρισμένα μέτρα. Φαίνεται, ὁ πιό μεγάλος του φόβος, ἦταν ὡρισμένοι ψίθυροι, ὅτι ἡ Βαρβάρα συμπαθοῦσε τόν Χριστιανισμό. Γι’ αὐτό, καί ὁ Διόσκορος, περιώρισε τήν ἐλευθερία τῆς κόρης του τόσο, ὅσο νά μήν τήν βλέπει κανείς, οὔτε καί νά τήν συναναστρέφεται. Μόνο ὑπηρέτες καί ὑπηρέτριες, πιστοί στόν Διόσκορο, τήν συνόδευαν. Κατά τήν παράδοση, τόσο τήν περιώρισε πού ἔφτιαξε εἰδικό πύργο καί τήν ἔκλεισε μέσα. Οἱ φόβοι τοῦ Διόσκορου βγῆκαν ἀληθινοί. Ἡ πανεύφημη Βαρβάρα ξαφνικά παρουσιάζεται χριστιανή. Φαίνεται, κάποια ἀπ’ τίς ὑπηρέτριες ἦταν κρυπτοχριστιανή, καί μετέδωσε στή Βαρβάρα τά σωτήρια χριστιανικά δόγματα καί διδάγματα. Ἡ κρυπτοχριστιανή ὑπηρέτρια τῆς Βαρβάρας, τήν πῆγε κρυφά στή χριστιανική κατακόμβη, τήν γνώρισε μέ ἕνα ἱερέα ἀπό τήν Ἀλεξάνδρεια, τήν κατήχησε, καί μετά ἀπό λίγο καιρό τή βάπτισε στό ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος.
Νά πώς ἔμαθε τώρα ὁ πατέρας της ὅτι ἦταν ἡ κόρη του χριστιανή. Ἀποφάσισε ὁ Διόσκορος, νά φύγει προσωρινά γιά ὑπόθεσή του σέ ἄλλη χώρα. Πρίν φύγει, θέλησε νά κατασκευάσει ἔξω ἀπό τόν πύργο ἕνα ὡραῖο λουτρό. Ἔκαμε τό σχέδιο, τό ἔδωσε στούς τεχνῖτες, μέ τίς ἀνάλογες ὁδηγίες καί ἔφυγε γιά τίς ὑποθέσεις του. Κάποια μέρα ἡ Ἁγία, κατέβηκε ἀπό τόν πύργο καί ἄρχισε νά περιεργάζεται τό λουτρό, πού ἔκτιζαν οἱ τεχνῖτες. Καθώς τό παρατηροῦσε, πρόσεξε, ὅτι ὅλη αὐτή ἡ οἰκοδομή εἶχε δύο μόνο παράθυρα. Ρώτησε τούς κτίστες «γιατί δέν ἐκάματε καί ἄλλο ἕνα παράθυρο πρός τό νότιο μέρος, ὥστε νά φωτίζεται τό λουτρό περισσότερο;»
«Γιατί αὐτήν τήν ἐντολή μάς ἔδωσε ὁ πατέρας σου», ἀπάντησαν. Τότε ἡ Ἁγία τους εἶπε πάλι: «Θά κάμετε ὁπωσδήποτε καί τρίτο παράθυρο κι ἄν ὁ πατέρας μου σᾶς παρατηρήσει, θά τοῦ μιλήσω ἐγώ καί θά τοῦ ἐξηγήσω. Ἐσεῖς δέν θά ‘χετε καμία εὐθύνη». Οἱ τεχνῖτες ὑπάκουσαν καί ἔφτιαξαν τό τρίτο παράθυρο, ἐκεῖ ἀκριβῶς πού τούς εἶπε. Βλέποντας ἡ Ἁγία τά τρία παράθυρα ἔνοιωθε ἀνεκλάλητη χαρά καί ἱκανοποίηση. Ὁ δέ πανάγαθος καί ἐλεήμων Θεός, φώτιζε συνεχῶς τήν ψυχή της, γέμιζε μέ Ἅγιο Πνεῦμα τήν καρδιά της καί μεγάλωνε τό θάρρος καί τήν παρρησία της, γιά νά ὁμολογήσει πέρα γιά πέρα τήν ἀλήθεια καί τόν Ἀγαπημένο της Νυμφίο, τόν Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστό.
Κάποια φορά, πού κατέβηκε νά δεῖ τό λουτρό, στάθηκε στό σημεῖο πού ἦταν ἡ κολυμβήθρα του, ἀνατολικά, καί χάραξε μέ τό δάκτυλό της πάνω στό μάρμαρο τό σημεῖο τοῦ Τιμίου καί Ζωοποιοῦ Σταυροῦ. Καί ὦ τοῦ θαύματος!
Σάν νά ἦταν τό δάκτυλό της μιά σμίλη ἀπό σίδερο καί ἄνοιξε τόσο βαθύ λάξευμα στό μάρμαρο, ὥστε τό σημεῖο ἐκεῖνο τοῦ Σταυροῦ νά φαίνεται καί νά ὑπάρχει μέχρι σήμερα, γιά νά κηρύττεται συνέχεια ἡ θαυματουργική θεία δύναμη, καί νά δοξάζεται ἡ ἀδιαίρετη καί ὁμοούσια Ἁγία Τριάδα.
Καί ὄχι μόνο σώζεται μέχρι σήμερα τό λουτρό ἐκεῖνο, μέ τά τρία παράθυρα καί τόν χαραγμένο ἀπό τήν ἁγία Σταυρό, ἀλλά καί κάνει μέχρι σήμερα θαυματουργικές θεραπεῖες σέ ἀρρώστους ἀπό διάφορες ἀρρώστιες, ὅταν προσέρχονται μέ πίστη.
Μετά ἀπό λίγο καιρό ἐπανῆλθε ὁ πατέρας τῆς Διόσκορος ἀπό τό ταξίδι του καί βλέποντας τό τρίτο παράθυρο στό λουτρό ἀπόρησε.
Φώναξε ἀμέσως τούς τεχνῖτες καί τούς παρατήρησε αὐστηρά, γιατί παραβήκανε τήν ἐντολή του, καί κάμανε τρία παράθυρα στό λουτρό. Ἀπό ἐδῶ καί πέρα ἀρχίζει ἡ φρικτή μαρτυρική ζωή καί τό σύντομο τέλος τῆς σεμνῆς καί ἐνάρετης Βαρβάρας. Ἀπολογεῖται στόν πατέρα της γιά τήν κατασκευή τῶν τριῶν παραθύρων καί τοῦ τονίζει ὅτι, «μέ τά τρία παράθυρα τό λουτρό φωτίζεται καλύτερα, καί οἱ τρεῖς θυρίδες φωτίζουν πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τόν κόσμον».
Σ’ ἕνα τροπάριο τῆς ἀκολουθίας της, στήν Ε΄ ᾠδή, χαρακτηριστικά ἀναφέρεται αὐτό τό γεγονός ὡς ἑξῆς: «Θυρίσι τρισί, τό λουτρόν φωτίζεσθαι κελεύσασα, μυστικῶς διέγραψας, βάπτισμα Βαρβάρα τῆς Τριάδος φωτί, τῶν ψυχῶν σελασφόρον, ὑπάρχον καθαρτήριον». Δηλαδή, διατάζοντας νά φωτίζεται τό λουτρό μέ τρία παράθυρα, σχεδίασες μέ μυστικό τρόπο Βαρβάρα, τό βάπτισμα, στό φῶς τῆς Ἁγίας Τριάδος, πού καθαρίζει καί φέρνει λάμψη στίς ψυχές. Μ’ αὐτόν τόν συμβολισμό ἡ Ἁγία, ἀπεκάλυψε μέ περίσσιο θάρρος καί παρρησία στόν πατέρα της, τήν πίστη καί ἀφοσίωσή της στόν Τριαδικό Θεό τῶν χριστιανῶν, ἀλλά, καί τή σφοδρή καί πλήρη ἀντίθεσή της στούς θεούς τῶν εἰδώλων. Ὁ Διόσκορος δέν μποροῦσε νά τό πιστέψει. Ζήτησε, λοιπόν, ἀπό τήν κόρη του καθαρή ὁμολογία. Ἡ Βαρβάρα δέν εἶχε κανένα λόγο νά προσποιηθεῖ καί νά πεῖ ψέματα. Εἶπε λοιπόν στόν πατέρα της καθαρά, πώς γνώρισε καί ἀγάπησε τή χριστιανική πίστη, καί πώς, μέ τήν πίστη αὐτή, γέμισε ἡ διάνοιά της ἀπό φῶς, ἡ καρδιά τῆς ἀπό ἁγνότητα καί τό πνεῦμα της ἀπό ἐπανάπαυση.
Ὁ Διόσκορος βλέποντας τήν ἀμετάτρεπτη ἀπόφαση τῆς κόρης του, φούντωσε ἀπό τό κακό του. Κορυφώθηκε ὁ εἰδωλολατρικός φανατισμός του. Ἄδειασε ἡ καρδιά του ἀπό κάθε πατρική στοργή καί ὅλη ἡ ἀγάπη του γιά τή Βαρβάρα μετατράπηκε σέ λυσσαλέο μῖσος. Τήν ἔβρισε σκαιότατα. Λησμόνησε πέρα γιά πέρα, ὅτι ἦταν τό σπλάχνο του. Μέ γεμᾶτα τά μάτια ἀπό χολή καί τήν καρδιά του ἀπό φαρμάκι, σήκωσε τό ξίφος του νά τήν σκοτώσει.
Συγκρατήθηκε ὅμως. Καί ἔδωσε ἐντολή νά τήν περιορίσουν πολύ αὐστηρά. Ἡ σεμνότατη μάρτυς Βαρβάρα κατόρθωσε μέ τή βοήθεια κάποιας πιστῆς της ὑπηρέτριας, νά δραπετεύσει καί νά καταφύγει στό πιό κοντινό ὄρος, ἴσως στόν Ἀντιλίβανο. Μόλις ἔφτασε ἐκεῖ, σήκωσε τά χέρια στόν οὐρανό, ζήτησε τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ, νά τή γλυτώσει ἀπό τά χέρια τοῦ τύραννου πατέρα της. Καί ὁ Θεῖος Δημιουργός της δέν ἄργησε καθόλου νά ἀπαντήσει στήν προσευχή της. Ὅπως ἄλλοτε, ἔσκισε μιά πέτρα στά δύο καί ἔκρυψε καί διέσωσε τήν πρωτομάρτυρα Ἁγία Θέκλα, ἔτσι μέ ὅμοιο θαῦμα ἔσωσε καί τήν Ἁγία Βαρβάρα ἀπό τά φονικά χέρια τοῦ πατέρα της, πού ἔτρεχε συνέχεια καταπάνω της νά τήν συλλάβει. Καί ἐνῶ, ἀπό τό θαῦμα αὐτό, τήν ἔχασε ὁ αἱμοβόρος πατέρας της ἀπό τά μάτια του, δέν γύρισε πίσω, ἀλλά συνέχισε νά ψάχνει γιά νά τήν βρεῖ.
Ἡ καταδίωξη τοῦ Διόσκορου πέτυχε. Μετά ἀπό λίγο συνέλαβε τήν κόρη του. «Λοιπόν», τῆς λέγει, «ἐξακολουθεῖς νά ἐπιμένεις;» Ἡ Ἁγία τόν κοίταξε καλά – καλά μέ λύπη καί σταθερά του ἀπάντησε: «Δέν μπορῶ, πατέρα, νά ἀρνηθῶ τόν ἀληθινό Θεό». Τότε ἐκεῖνος τήν ἅρπαξε ἀπ’ τά μαλλιά, μέ μανία λιονταριοῦ, τήν τίναξε πολλές φορές καί μέ σφοδρή καί βίαιη πτώση τήν ἔριξε κάτω στή γῆ. Γιά μιά στιγμή τόν κατάλαβε φονική ὁρμή, νά τήν σκοτώσει μέ κλωτσιές, ἤ νά τῆς συντρίψει τήν κεφαλή μέ κάποια πέτρα. Συγκρατήθηκε ὅμως, σά νά εἶχε κάποια ἐλπίδα. Ἔδωσε ἐντολή νά τή σηκώσουν ἀπό κάτω. Τήν ἔπιασε μέ τά χέρια του, σύροντάς την βίαια, τήν ὁδήγησε ξανά στόν πύργο.
Ὅταν ὁ Διόσκορος διαπίστωσε, ὅτι, κι αὐτή του ἡ προσπάθεια, νά μεταπείσει τήν κόρη του, ἀπέβη ἄκαρπη, τότε τήν κατήγγειλε στόν ἡγεμόνα Μαρκιανό, μέ τήν κατηγορία, ὅτι βρίζει μέ σκαιότητα τά εἴδωλα, καί τόν ἐξόρκισε στή δύναμη τῶν θεῶν τους, νά μήν τήν λυπηθεῖ καθόλου, ἀλλά νά τήν βασανίσει μέ κάθε εἴδους βία καί σκληρά βασανιστήρια, μέχρι θανάτου. Ὁ Μαρκιανός κάθισε στήν ἕδρα τοῦ δικαστηρίου καί ἔδωσε ἐντολή νά φέρουν τή Βαρβάρα μπροστά του.
Ὅταν τήν εἶδε, μέ τόση καταπληκτική ὀμορφιά, μιά νέα γεμάτη ἀπό εὐγένεια καί σεμνότητα, ἔμεινε ἐκστατικός καί καταλήφθηκε ἀπό οἶκτο.
Μιά τέτοια νέα, θά ἦταν κρίμα νά βασανιστεῖ καί μάλιστα μέχρι θανάτου. Προσπάθησε μέ ὅλες του τίς δυνάμεις, μέ συμβουλές, μέ ὑποσχέσεις καί μέ ἀπειλές νά τήν πείσει νά ἀρνηθεῖ τόν Χριστό, ἀλλά μάταια. «Λυπήσου τούς γονεῖς σου», τῆς εἶπε.
Ἡ ἀνδρόφρων Ἁγία δέν δελεάστηκε ἀπό τίποτα. Οὔτε τήν τρόμαζε καμμιά ἀπειλή. Ἤλεγξε μάλιστα μέ δριμύτητα τό ψεῦδος τῶν εἰδώλων καί ὑπεραμύνθηκε τῆς ἀλήθειας τοῦ Χριστοῦ.
«Εἶμαι χριστιανή», ἀπαντοῦσε, καί δέν θά μπορέσει νά μέ ἀλλάξει κανείς. Τότε ὁ Μαρκιανός, ἔξω φρενῶν, ἔδωσε ἐντολή, νά ἀρχίσουν τά φοβερά βασανιστήρια.
Μπροστά στά σκληρά καί ἄπονα μάτια τοῦ πατέρα της, τήν γύμνωσαν, τήν χτύπησαν μέ σκληρά βούνευρα χωρίς ἔλεος, καί γιά νά τήν κάνουν νά νοιώθει τούς πόνους πιό δριμεῖς, ἔτριβαν τίς πληγές της μέ τρίχινα ροῦχα. Καί ὅλα αὐτά τά ὑπέστη γιά τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ ἡ ἄμεμπτη.
Τόση ἦταν ἡ μαστίγωση, πού τό ἅγιο ἐκεῖνο σῶμα καταπληγώθηκε, καί κατατρυπήθηκε, καί ἀπό τό ἄσπιλο αἷμα τῶν πληγῶν της κατακοκκίνησε τό μέρος τῆς γῆς, πού τήν βασάνιζαν.
Μετά ἀπό πολύωρα καί σκληρά βασανιστήρια τήν κλείσανε προσωρινά στήν φυλακή, γιά νά τήν ἀνακρίνουν καί πάλι μέ τήν ἐλπίδα, ὅτι μιά δεύτερη ἀνάκριση, καί ἕνα πιό σκληρό μαρτύριο, θά τήν ἔκαναν νά ἀλλάξει γνώμη, νά ἀρνηθεῖ τόν Χριστό, νά προσκυνήσει καί νά θυσιάσει στούς ψευτοθεούς.
Τά μεσάνυχτα, καί ἐνῶ ἡ Ἁγία ἦταν ἄγρυπνη καί προσευχόταν, ξαφνικά τό δεσμωτήριο καταφωτίστηκε ἀπό δυνατό καί γλυκύτατο φῶς. Καί ἀκούστηκε παρήγορη φωνή πού ἔδινε θάρρος στήν Ἁγία. Μονομιᾶς θεραπεύτηκαν ὅλα τά τραύματά της καί ἡ ψυχή καί τό σῶμα της πῆραν οὐράνια βοήθεια καί δύναμη. Ἡ ὀμορφιά της ἔγινε ἀκόμα πιό λαμπρή, πού κατέπληξε τούς τυφλούς καί ἀμετανόητους τυράννους της.
Καί ἀπ’ αὐτά τά ὁλοφάνερα σημεῖα τοῦ οὐρανοῦ, δυνάμωσε πιό πολύ ἡ καλλίνικη Μεγαλομάρτυς Βαρβάρα, ἀπόκτησε μεγαλύτερη καρτερία καί ὑπομονή. Δέν ἀνησυχοῦσε γιά τίποτα. Ἤξερε, ὅτι βαδίζει πολύ γρήγορα, γιά νά φτάσει κοντά στόν Νυμφίο της Χριστό, ὅπου, τίς ψυχές δέν μπορεῖ νά ἀγγίξει πιά καμιά βάσανος.
Ἀρχίζει ὁ δικαστής τήν δεύτερη ἐξέταση. Ὅλοι, πού ἦταν στό δικαστήριο, ὅταν εἶδαν τήν πολυβασανισμένη Μάρτυρα ὑγιέστατη, χωρίς καμιά πληγή, ἔμειναν ἄφωνοι, ἀλλά καί μέ τον νοῦ ἀφώτιστο. Ὁ ἀσεβής Μαρκιανός, τυφλός ἀπό τήν πλάνη τῶν εἰδώλων, προσπάθησε νά πείσει τήν Ἁγία, ὅτι οἱ θεοί του τή λυπήθηκαν καί τῆς γιάτρεψαν τίς πληγές. «Μέ θεράπευσε ὁ Χριστός, ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος, πού τά γεμᾶτα ἀπό τό σκοτάδι τῆς ἀσέβειας μάτια σου, δέν μποροῦν νά Τόν δοῦν, νά Τόν γνωρίσουν, νά Τόν Ἀγαπήσουν, γιά νά σέ σώσει».
Στό ἄκουσμα τῶν θαρραλέων αὐτῶν λόγων τῆς Ἁγίας, ἐξοργίστηκε ὁ Μαρκιανός τόσο, πού ξεπέρασε σέ θηριωδία καί τό λιοντάρι καί τήν τίγρη, καί ἔδωσε ἀμέσως ἐντολή, νά τῆς καταξεσχίσουν τίς σάρκες μέ σιδερένια νύχια καί μέ ἀναμμένες λαμπάδες νά καῖνε τά ξεσχισμένα μέλη της καί νά χτυποῦν μέ σφυρί τήν κεφαλή της.
Στό σημεῖο αὐτό τοῦ ὑπερθηριώδη αὐτοῦ βασανισμοῦ, παρουσιάζεται καί δεύτερη τοῦ Χριστοῦ Μάρτυς. Εἶναι ἡ θεοσεβής καί ἐνάρετη Ἰουλιανή. Ἡ ἀγαθή Ἰουλιανή, ἦταν χριστιανή ἀπό πολύ καιρό. Παρακολουθοῦσε ἀπ’ τήν ἀρχή τά μαρτύρια τῆς Ἁγίας Βαρβάρας. Ὅταν τήν εἶδε ὁ Μαρκιανός νά κλαίει, τή ρώτησε ποιά εἶναι.
«Εἶμαι χριστιανή», τοῦ ἀπάντησε, «καί κλαίω ἀπό ἀγάπη καί πόνο γιά τά μαρτύρια τῆς καλλιπάρθενης Βαρβάρας». Ἀμέσως ὁ ἀσεβής διέταξε νά κρεμάσουν τήν Ἰουλιανή κοντά στή Βαρβάρα, νά τῆς ξεσχίσουν καί αὐτῆς τίς σάρκες καί νά τίς καῖνε μέ ἀναμμένες λαμπάδες. Βλέποντας ὁ σκληρόκαρδος ἐκεῖνος τύραννος τήν ὑπομονή καί ἀντοχή καί τῶν δύο Μαρτύρων γυναικών στά τόσα καί τέτοια βασανιστήρια, διέταξε νά κόψουν τούς μαστούς καί τῶν δύο.
Ἀφοῦ εἶδε ὁ τύραννος νά ὑπομένουν καί αὐτήν τήν τρομερή βάσανο διέταξε, τήν μέν Ἰουλιανή νά τήν βάλουν στή φυλακή, τήν δέ Βαρβάρα, νά τήν ξεγυμνώσουν τελείως, νά τήν γυρίζουν σέ ὅλην τήν πόλη γυμνή, συνάμα δέ καί νά τήν δέρνουν συνεχῶς.
Μ’ αὐτόν τόν τρόπο θέλησαν νά τήν πληγώσουν πιό πολύ, καί νά ἐκθέσουν τήν σεμνότητα αὐτῆς τῆς παρθένου, τῆς κόρης, τῆς ὁσίας, πού ὅπως λέγει, ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, στό ἐγκώμιό του, γιά τήν Ἁγία, «οὐδέ αὐτός ὁ ἥλιος ἠδυνήθη πρότερον νά ἀπολαύσῃ κατά κόρον». Στό ἄκουσμα τοῦ χειρότερου αὐτοῦ, γιά τήν Ἁγία μαρτυρίου, τό πρόσωπό της κατακοκκίνησε καί φρίκη πέρασε τό πνεῦμα της. Ἀλλά ὦ Κύριε, Κύριε, σ’ Ἐσένα ἡ Βαρβάρα ἀφοσιώθηκε μέ ὅλη τή διάνοια, τήν ψυχή, τήν καρδιά καί τή δύναμή της… Ὁ γεμᾶτος ἀγάπη Θεός, δέν ἀργοπόρησε καθόλου, ἄκουσε ἀμέσως τήν προσευχή της, καί ὦ τοῦ θαύματος, ἐνῶ τῆς ἀφαιροῦσαν τά ροῦχα, ἡ γύμνωσή της δέν φαινόταν. Κατά τρόπο ἀνεξήγητο ἄλλα ροῦχα, πιό ὡραῖα ἀντικαθιστοῦσαν ἐκεῖνα πού μέ λυσσώδη μανία τῆς ἀφαιροῦσαν καί ξέσχιζαν.
Ποιό ἦταν τό ἀποτέλεσμα ὅλου αὐτοῦ τοῦ δράματος; Ἀνίκανος, τυφλωμένος ἀπ’ τό σκοτάδι τῆς εἰδωλολατρίας ὁ Μαρκιανός, δέν μπόρεσε νά ἑρμηνεύσει ὅλα ἐκεῖνα τά θαυμάσια καί ὑπερφυσικά, πού εἶδαν τά μάτια του, καί νά δεῖ τό φῶς τό ἀληθινό, ἀλλά πωρώθηκε καί σκληρύνθηκε πιό πολύ, καί φρυάττοντας μέ τρομακτική λύσσα, πιό μεγάλη κι ἀπό τήν τίγρη, ἔδωκε πρόσταγμα, νά θανατωθοῦν καί οἱ δύο γυναῖκες, μέ ἀποκεφαλισμό δια ξίφους, καί ἡ Βαρβάρα καί ἡ ὁμόφρων αὐτῆς Ἰουλιανή.
Σέ ὅλες αὐτές τίς τιμωρίες καί τούς βασανισμούς πού ὑπέστη ἡ Ἁγία, ἔνδοξη καί μεγαλομάρτυς Βαρβάρα, ἦταν μπροστά καί ὁ τυφλός ἀπό τό πάθος καί ἄσπλαχνος πατέρας τῆς Διόσκορος. Ὄχι μόνο δέν πόνεσε ἀλλ’ οὔτε κἄν λυπήθηκε τήν κόρη του ὁ ὑπερθηριώδης.
Καί ἔτσι, μόλις ὁ δικαστής ἔβγαλε τήν καταδικαστική ἀπόφαση, ἅρπαξε σά λυσσασμένο λιοντάρι τήν κόρη του γιά νά τήν ὁδηγήση στόν τόπο τοῦ ἀποκεφαλισμοῦ καί νά τή φονεύσει ὁ ἴδιος μέ τά χέρια του.
Ἡ Ἁγία, χωρίς νά τοῦ καταλογίσει καθόλου τήν τόση σκληρότητά, τοῦ εἶπε μέ πολλή συμπάθεια καί τρυφερότητα: «Πατέρα μου»!
Εἶναι ἡ ἐφαρμογή τῆς τρομερῆς ἐκείνης διακήρυξης τοῦ Χριστοῦ καί τό πρωτάκουστο μήνυμά του πάνω στή γῆ: «ἀγαπᾶτε τούς ἐχθρούς ὑμῶν». Ὅσο κι ἄν εἶναι πολύ στενό τό μονοπάτι τῆς συγγνώμης ὅμως εἶναι καί τό πιό μεγάλο κατόρθωμα στήν ζωή καί ἡ πιό μεγάλη νίκη καί τελειότητα. Δέν ὑπάρχει πιό βασικό καθῆκον χριστιανοῦ ἀνθρώπου, οὔτε καί γνώρισμα ἄλλο, ἀληθινοῦ χριστιανοῦ ἀπό τό νά συγχωρεῖ καί τούς ἐχθρούς του ἀκόμα.
Ὁ ἄνθρωπος πού δέν συγχωρεῖ, ἀλλά ἔχει κακία καί ζητᾶ ἐκδίκηση, εἶναι ἀπαίσιος καί σκοτεινός σάν τόν διάβολο. Τά ἐγνώριζε πολύ καλά ὅλα αὐτά ἡ Ἁγία.
Ἀφοῦ ἔφθασαν στόν τόπο τοῦ ἀποκεφαλισμοῦ, ἡ ἀνδρόφρων, Ἁγία Μεγαλομάρτυς Βαρβάρα, ἔκλινε τήν ἱερή της κεφαλή, μπροστά στό ξίφος τοῦ πατέρα της καί δέχθηκε τό μαρτύριο καί τό στεφάνι τῆς ἄθλησης, τήν δέ Ἰουλιανή, τήν ἴδια ὥρα, τήν ἀπεκεφάλισε ὁ δήμιος. Καί οἱ δύο, στεφθήκανε μέ τό μαρτυρικό, ἀμαράντινο τῆς δόξας στεφάνι, ἀπό τόν δίκαιο ἐπαινέτη καί δωρεοδότη Κύριο. Μετά τόν φόνο τῆς κόρης του ὁ Διόσκορος καί μόλις ἄρχισε νά κατεβαίνει ἀπό τό ὄρος τῆς σφαγῆς, ἡ Θεία Δίκη, ἡ πάντοτε ἄγρυπνη, τιμώρησε παραδειγματικά τον ἀσεβῆ καί αἱμοβόρο ἐκεῖνο παιδοκτόνο, κατακαίοντας αὐτόν μέ κεραυνό, πού κατέπεσε ἀπ’ τήν ὀργή τοῦ οὐρανοῦ, σέ τέτοιο σημεῖο, πού δέν βρέθηκε οὔτε ἴχνος ἀπ’ τό βρωμερό ἐκεῖνο σῶμά του. Λέγεται μάλιστα, ὅτι ἡ λάμψη τοῦ κεραυνοῦ ἐκείνου, ἔφθασε μέχρι τό μέγαρο τοῦ Μαρκιανοῦ, σάν προειδοποίηση, συμβολική μέν, ἀλλά σίγουρη, τῆς ἄϋλης ἐκείνης φωτιᾶς, πού ἐπρόκειτο νά τόν κατακαίει αἰώνια. Κατά τήν παράδοση κάποιος εὐσεβής χριστιανός, Οὐαλεντίνος ὀνομαζόμενος, πῆρε τά ἱερά σώματα τῶν δύο Μαρτύρων γυναικῶν, τά μετέφερε στό χωριό Γελασσό, ὅπου τά ἐνταφίασε μέ κάθε ἱεροπρέπεια. Λείψανο τῆς Κᾶρας τῆς Ἁγίας φυλάσσεται σέ Ἱερά Μονή τῶν Μετεώρων.