Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Δεκαπολίτης γεννήθηκε στήν Εἰρηνούπολη τῆς Δεκάπολης τῆς Ἰσαυρίας στά νοτιοανατολικά τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, γύρῳ στά 780-790 μ.Χ. Ὁ πατέρας του λεγόταν Σέργιος καί ἡ μητέρα του Μαρία. Ὁ Γρηγόριος δέν ἀκολούθησε ἀνώτερες σπουδές, ἀλλ’ ἐπιδόθηκε στή λατρευτική ζωή καί στήν καθημερινή ἐγκράτεια.
Ἔφηβο ἀκόμη οἱ γονεῖς του ἔσπευσαν νά τόν δώσουν σέ γάμο ἀλλ’ ὁ Γρηγόριος ματαίωσε τά σχέδιά τους καταφεύγοντας σέ ἕναν ἡγούμενο στή Δεκάπολη, ὁ ὁποῖος εἶχε μόλις ἀπομακρυνθεῖ ἀπό τήν ἐπισκοπή του καί ζοῦσε στά γειτονικά ὄρη διωκόμενος ἀπό τούς εἰκονομάχους. Ἐκεῖνος τόν παρότρυνε νά γίνει μοναχός καί τόν ἔστειλε σέ μία λαύρα ἐκεῖ κοντά. Ἐν τῷ μεταξύ ὅμως ὁ ἡγούμενος καί κάποιοι μοναχοί πέρασαν ἀπό τή μεριά τῶν εἰκονομάχων καί ὁ Γρηγόριος τότε εἶχε τό θάρρος νά ὁμολογήσει τήν πίστη του καί ἐπέπληξε τόν ἡγούμενο μπροστὰ σέ ὅλους τούς μοναχούς. Ὁ ἡγούμενος διέταξε νά τόν χτυπήσουν καί ὁ ἅγιος χτυπημένος καί γεμᾶτος πληγές πῆγε σέ ἕνα ἄλλο μοναστήρι τῆς Δεκαπόλεως, ὅπου ἡγούμενος ἦταν ἕνας θεῖος του, ὁ Συμεῶν καί ἐκεῖ ἔμεινε 14 χρόνια.
Ἀνεβαίνοντας τά σκαλιά τῆς πνευματικῆς ζωῆς μιά φωνή τόν προέτρεψε νά φύγει ἀπό τήν Δεκάπολη καί νά πάει σέ ἄλλα μέρη. Ἔτσι ἔζησε ἕναν χειμῶνα στήν Ἔφεσο σέ μοναστήρι καί ἀπό ἐκεῖ κατά σειρά πέρασε ἀπό τήν Προικόνησο, τήν Μακεδονία, τήν Θεσσαλονίκη καί τήν Κόρινθο. Ἀπό ἐκεῖ πῆγε στήν Ρώμη ὅπου ἔζησε τρεῖς μῆνες καί κατόπιν στίς Συρακοῦσες, ὅπου ἔμεινε ἕνα χρόνο, ἐνῶ ἀργότερα ἐπέστρεψε στήν Θεσσαλονίκη μένοντας στή Μονή τοῦ Ἁγίου Μηνά. Ἔγινε γνωστός γιά τό διορατικό του χάρισμα, τή δύναμη τῆς προσευχῆς του, τά πολλά του θαύματα καί τούς πύρινους λόγους του ἐνάντια στούς εἰκονομάχους.
Τό 841 ὁ Γρηγόριος ἀσθένησε βαριά, ἀλλά παρά τήν ἀσθένειά του ζήτησε νά τόν μεταφέρουν στήν Κωνσταντινούπολη. Λίγο πρίν πεθάνει ζήτησε νά τόν μεταφέρουν στό ἅγιο ὄρος τοῦ Ὀλύμπου τῆς Βιθυνίας, ὅπου καί ἐκοιμήθη, τόν Νοέμβριο τοῦ 842 μ.Χ.
Ἀπολυτίκιον.
Ἦχος δ΄.
Λυχνία ὡς δίπυρσος τῶν θεϊκῶν δωρεῶν,
ἀκτῖσι τῆς χάριτος φωταγωγοῦσιν ἡμᾶς πατέρες οἱ ἔνθεοι,
Πρόκλος τοῦ Βυζαντίου, ὁ σοφὸς ποιμενάρχης,
Γρηγόριος ὁ θεόφρων, Δεκαπόλεως γόνος·
διὸ μετὰ προθυμίας τούτοις προσέλθωμεν.
Ταῖς τoῦ Ἁγίου σου πρεσβεῖαις ὁ Θεός,
ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς.