Ἡ Ἁγία Πρίσκα, ἡ Παιδομάρτυς, ἔζησε τόν 3ο μ.Χ. αἰῶνα καί εἶναι ἀπό τά λίγα παιδιά τῶν ὁποίων τό ὄνομα ἔφθασε μέχρι τίς ἡμέρες μας, μολονότι πολλά παιδιά εἶχαν τήν δύναμη νά ὁμολογήσουν τήν πίστη τους καί νά μαρτυρήσουν γι’ αὐτήν.
Ἡ Ἁγία Πρίσκα καταγόταν ἀπό εὐγενῆ χριστιανική οἰκογένεια. Οἱ γονεῖς της εἶχαν καταφέρει νά κρατήσουν μυστική ἀπό τούς Ρωμαίους τήν χριστιανικότητά τους. Ἡ κόρη τους ὅμως δέν τό ἔκρυβε καθόλου. Ἔτσι γρήγορα τήν ἀπεκάλεσαν «μικρή Χριστιανή παρθένα».
Τά νέα ἔφθασαν, ὅπως ἦταν φυσικό, στ’ αὐτιά τοῦ αὐτοκράτορα Κλαύδιου, πού τήν διέταξε νά παρουσιασθῆ μπροστά του. Παραξενεύθηκε πού εἶδε ἕνα τόσο μικρό παιδί νά ἔχει τόσο σθένος καί νά ὁμολογεῖ, χωρίς κανένα φόβο, τήν πίστη του. Πρόσταξε τούς στρατιῶτες του νά τήν μεταφέρουν στόν Παλατιανό (ἕναν ἀπό τούς ἑπτά λόφους τῆς Ρώμης), ὅπου βρισκόταν μεγαλοπρεπής ναός τοῦ Ἀπόλλωνα, γιά νά θυμιάσει στόν θεό τοῦ Ἥλιου. Μία ἁπλή κίνηση χρειαζόταν, ἀλλά ἡ μικρή ἀρνήθηκε.
Ὅταν τό ἔμαθε ὁ αὐτοκράτορας, διέταξε νά τήν μαστιγώσουν. Καί πάλι ἡ Πρίσκα δέν λύγισε. Τό ἑπόμενο βῆμα ἦταν νά τήν ρίξουν στήν ἀρένα μέ τά λιοντάρια. Ἡ Πρίσκα, καταλαβαίνοντας τί τήν περίμενε, γονάτισε καί προσευχήθηκε.
Παρεκάλεσε τόν Θεό, ὄχι νά τήν σώσει ἀπό τά ἄγρια θηρία, ἀλλά νά τήν βοηθήσει νά δείξει θάρρος καί σάν καλή Χριστιανή νά δώσει ἕνα μάθημα στούς παρισταμένους. Μόλις ἄνοιξαν οἱ πόρτες, ἐμφανίσθηκε ἕνα τεράστιο λιοντάρι.
Μούγκρισε δυνατά καί, τρέχοντας, πῆγε καί στάθηκε στήν μέση τῆς ἀρένας. Τά ἀγριεμένα μάτια του κοίταξαν γύρῳ γύρω τους θεατές καί ὕστερα ἡ ματιά του ἔπεσε στήν μικρούλα Πρίσκα, πού στεκόταν σέ μιά γωνιά μέ τά χεράκια σταυρωμένα. Τό λιοντάρι τήν πλησίασε καί, σκύβοντας τό κεφάλι του, ἄρχισε νά τῆς κάνη χαρές καί νά τῆς γλύφει τά ποδαράκια της. Ὕστερα κάθισε καταγῆς δίπλα της, ὅπως κάθονται τά ἀγαπημένα σκυλιά δίπλα στόν ἀφέντη τους. Γι’ αὐτό καί στίς παλιές εἰκόνες ἡ Ἁγία εἰκονίζεται μ’ ἕνα λιοντάρι στό πλάϊ της.
Ἀπόλυτη σιωπή ἐπικράτησε ξαφνικά μέσα στήν ἀρένα. Οἱ τύραννοι κοιτοῦσαν ἀμήχανοι, ἐνῶ οἱ θεατές θαύμασαν τό κουράγιο τοῦ παιδιοῦ, πού στεκόταν ἄφοβα δίπλα στό θηρίο καί ἔπαιζε μέ τήν χαίτη του.
Σέ μιά στιγμή μάλιστα ἡ μικρή Πρίσκα ψιθύρισε στό λιοντάρι:
“Καλέ μου φίλε, ξέρω ὅτι δέν θά μέ πειράξεις, ἐπειδή ὁ Κύριός μας ἔτσι σέ διέταξε. Αὐτοί ὅμως οἱ ἀπάνθρωποι τύραννοι θά μέ θανατώσουν, τό ξέρω, ἀλλά ἐσύ εἶσαι πολύ πιό καλό καί εὐγενικό μαζί μου ἀπ’ αὐτούς. Κάθησε κοντά μου”.
Τό λιοντάρι τήν κοίταξε κατάματα καί γρύλισε σιγανά, σάν νά συμφωνοῦσε. Κι ἐνῶ τό ζῶο ἦταν τόσο ἤρεμο, μόλις ἔκαναν νά τό πλησιάσουν οἱ φύλακες, αὐτό τούς ἔδειχνε τά δόντια του, ἕτοιμο νά τούς ἐπιτεθῆ καί νά τούς κατασπαράξει. Αὐτό ἐπαναλήφθηκε πολλές φορές. Στά ἄγρια οὐρλιαχτά του τό αἷμα τῶν θεατῶν πάγωνε. Ὥσπου, ἀφοῦ τύλιξαν χοντρά σχοινιά γύρω ἀπό τόν λαιμό του, κατάφεραν νά τό βάλουν στό κλουβί του.
Τήν μικρή Πρίσκα, τήν ἔβγαλαν ἔξω ἀπό τά τείχη τῆς Ρώμης, προκειμένου νά τήν ἀποκεφαλίσουν. Αὐτό συνήθιζαν νά κάνουν οἱ Ρωμαῖοι, γιά νά δείξουν ὅτι οἱ μελλοθάνατοι δέν ἦταν πλέον ἄξιοι νά φέρουν τόν τίτλο τοῦ Ρωμαίου πολίτη. Ἡ μικρή – μεγάλη Πρίσκα φάνηκε γενναῖα μέχρι τό τέλος της. Δέν ἔκλαψε, δέν παρεκάλεσε, δέν δείλιασε. Ἁπλῶς προσέφερε τήν ζωή της στόν Χριστό.
Ἀμέσως μετά τόν ἀποκεφαλισμό της ἕνα ἄλλο, πιό μεγάλο καί συνταρακτικό γεγονός συνέβη: Ἕνας τεράστιος ἀετός, μέ ἀνοιγμένα τά φτερά του, φάνηκε στόν οὐρανό ἐπάνω ἀπό τό ἄψυχο σωματάκι της.
Μόλις κάποιος ἀπό τούς Ρωμαίους στρατιῶτες ἔκανε νά πλησιάσει, ὁ ἀετός κατέβαινε ἀπειλητικά πρός τό μέρος του. Τόσο χαμηλά, πού αὐτός τό ἔβαζε στά πόδια. Τό γεγονός αὐτό ἐπαναλήφθηκε πολλές φορές, μέχρι πού τελικά οἱ στρατιῶτες ἀπηύδησαν καί ἔφυγαν. Ἔτσι οἱ Χριστιανοί πῆραν τό λείψανο τῆς μικρῆς – μεγάλης Ἁγίας καί τό ἔθαψαν εὐλαβικά στίς κατακόμβες. Γι’ αὐτό σέ πολλές εἰκόνες τῆς Ἁγίας εἰκονίζεται ἕνας ἀετός ἐπάνω ἀπό τό κεφάλι της.