Ὁ Ἅγιος Μηνάς γεννήθηκε στήν Αἴγυπτο στά μέσα περίπου τοῦ 3ου αἰῶνα μ.Χ. ἀπό γονεῖς εἰδωλολάτρες. Ὡστόσο, τό εἰδωλολατρικό περιβάλλον στό ὁποῖο μεγάλωνε, δέν κατάφερε νά σκληρύνει τήν καρδιά του ἡ ὁποία, ὅταν ἦλθε ἡ στιγμή, σκίρτησε ἀκούγοντας τήν φωνή τοῦ «ἐτάζοντος καρδίας καί νεφρούς» (Ψλμ.7,10) Θεοῦ καί ἔτσι ὁ, ἔφηβος ἀκόμη, Μηνάς ἔγινε χριστιανός.
Μεγαλώνοντας, ἐπέλεξε νά σταδιοδρομήσει στόν Ρωμαϊκό στρατό, στό ἱππικό τάγμα τῶν Ρουταλικῶν, ὑπό τήν διοίκηση τοῦ Ἀργυρίσκου. Ἡ ἕδρα τῆς μονάδας του ἦταν στό Κοτυάειον (σημερινή Κιουτάχεια) τῆς Μικρᾶς Ἀσίας.
Ἐκεῖ ὁ Μηνάς διακρίθηκε καί γιά τήν φρόνησή του ἀλλά καί γιά τό ἀνδρεῖο του φρόνημα καί γι’ αὐτό ἔχαιρε ἐκτιμήσεως στόν κύκλο τῶν στρατιωτικῶν. Δυστυχῶς ὅμως, τρεῖς αἰῶνες μετά τήν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ, ο Διοκλητιανός καί ὁ Μαξιμιανός διέταξαν διωγμό ἐναντίον τῶν λογικῶν προβάτων τοῦ Χριστοῦ, διωγμό ὁ ὁποῖος κράτησε ἀπό τό 303 ἕως τό 311 μ.Χ. Ἔτσι, οἱ Ρωμαῖοι στρατιῶτες διατάχθηκαν νά συλλαμβάνουν καί νά τυραννοῦν τούς χριστιανούς προσπαθῶντας νά τούς κάνουν νά ἀλλαξοπιστήσουν. Αὐτή ἦταν καί ἡ πρώτη κρίσιμη στιγμή κατά τήν ὁποία ό Μηνάς κλήθηκε νά πεῖ «τό μεγάλο ναί ἤ τό μεγάλο ὄχι».
Ὁ Ἅγιος δέν ἄντεξε, πέταξε στή γῆ τήν στρατιωτική του ζώνη ἀπεκδυόμενος μ’ αὐτόν τόν τρόπο τήν ἰδιότητα τοῦ στρατιώτη – διώκτη τῶν χριστιανῶν, καί διέφυγε στό παρακείμενο ὄρος. Ἐκεῖ ἀσκήτευε, προτιμῶντας τήν συντροφιά τῶν θηρίων τῆς φύσης ἀπό τήν συντροφιά τῶν ἀποθηριωμένων εἰδωλολατρῶν. Ἐκεῖ, «ἐν ἐρημίαις πλανώμενος καί ὄρεσι καί σπηλαίοις καί ταῖς ὀπαῖς τῆς γῆς» (Ἐβρ. 11, 38), ἔζησε ἐπί ἀρκετό διάστημα μέ νηστεία, ἀγρυπνία καί προσευχή. Ἡ ἀσκητική ζωή καί ἡ ἡσυχία ἐθέρμαναν τήν καρδιά του ἀνάβοντας τόν θεῖο ἔρωτα καί τόν πόθο τοῦ μαρτυρίου.
Ἔτσι, σέ ἡλικία πενῆντα περίπου ἐτῶν, μετά ἀπό θεία ἀποκάλυψη ὅτι εἶχε φτάσει ἡ ὥρα τοῦ μαρτυρίου, κατέβηκε στήν πόλη, σέ μέρα εἰδωλολατρικοῦ πανηγυριοῦ καί μέ παρρησία, ἕν μέσῳ τῶν μαινομένων εἰδωλολατρῶν, ὁμολόγησε τόν Χριστό ὡς τόν ἕνα καί ἀληθινό Θεό, μυκτηρίζοντας τά κωφά καί ἀναίσθητα εἴδωλα. Συνελήφθη καί σύρθηκε δερόμενος μπροστά στόν Πύρρο, τόν διοικητή τῆς πόλεως. Ἐκεῖ, μιλῶντας μέ θάρρος, ἀποκάλυψε τό ὄνομά του, τήν καταγωγή του, τό στρατιωτικό του παρελθόν καί, φυσικά, διεκήρυξε μέ τόλμη καί ἀταλάντευτη ἐπιμονή τήν πίστη του στόν Χριστό. Ὁδηγήθηκε στή φυλακή καί τό πρωί τῆς ἑπομένης ἡμέρας, μετά τό πέρας τοῦ εἰδωλολατρικοῦ πανηγυριοῦ, τόν παρουσίασαν καί πάλι ἐνώπιον τοῦ ἡγεμόνος ὁ ὁποῖος τόν κατηγόρησε ὅτι ἐξύβρισε τούς θεούς καί μάλιστα μπροστά του καί ὅτι λιποτάκτησε ἀπό τόν στρατό. Ὁ Ἅγιος ἀποδέχθηκε τίς κατηγορίες χωρίς δισταγμό.
Ὁ Πύρρος, εὐλαβούμενος στήν ἀρχή τήν ἡλικία καί τήν εὐκοσμία του, προσπάθησε μέ λόγια καί ὑποσχέσεις ἀλλά καί μέ ἀπειλές στή συνέχεια, νά τόν ἀποσπάσει ἀπό τήν πίστη τοῦ Χριστοῦ. Ὅταν οἱ προσπάθειές του προσέκρουσαν στήν σταθερή ἄρνηση τοῦ Ἁγίου, διέταξε νά τόν ὑποβάλουν σέ ἀνυπόφορα βασανιστήρια. Οἱ δήμιοι τόν μαστίγωσαν τόσο πολύ ὥστε ἄλλαξαν δύο καί τρεῖς φορές οἱ μαστιγωτές του. Τόν κρέμασαν καί τόν ἔγδερναν μέχρι πού ἄρχισαν νά φαίνονται τά ἐσωτερικά ὄργανα τοῦ Ἁγίου. Ἔπειτα, σάν νά μήν ἔφθαναν αὐτά, ἔτριβαν τό καταπληγωμένο του σῶμα μέ τρίχινο ὕφασμα καί στό τέλος τόν ἔσερναν γυμνό καί κατακρεουργημένο πάνω σέ μεταλλικά ἀγκάθια. Ὅλα τά ὑπέμενε μέ γενναιότητα καί καρτεροψυχία ὁ Μάρτυς τοῦ Χριστοῦ, ἐφαρμόζοντας τό Εὐαγγελικό «καί μή φοβηθῆτε ἀπό τῶν ἀποκτεννόντων τό σῶμα, τήν δέ ψυχήν μή δυναμένων ἀποκτεῖναι» (Ματθ. 10,28).
Μάλιστα, τήν ὥρα τοῦ μαρτυρίου, κάποιοι παλιοί συστρατιῶτες του τόν προέτρεπαν νά θυσιάσει στά εἴδωλα λέγοντας ὅτι ὁ Θεός του θά τόν δικαιολογήσει βλέποντας τά βασανιστήρια στά ὁποῖα τόν ὑπέβαλλαν. Ὁ Ἅγιος ἀρνήθηκε ἀποφασιστικά καί τούς ἀπάντησε ὅτι προσφέρει θυσία ἀκόμη καί τόν ἑαυτό του στόν Χριστό, ὁ ὁποῖος τόν ἐνδυναμώνει γιά νά ὑπομένει τίς πληγές. Ὁ ἡγεμόνας, θαυμάζοντας τήν εὐστοχία καί τήν σοφία τῶν ἀπαντήσεων τοῦ Μάρτυρα, τόν ρώτησε ἀπορημένος πῶς εἶναι δυνατόν ἕνας τραχύς στρατιώτης σάν αὐτόν νά μπορεῖ νά ἀπαντᾶ κατ’ αὐτόν τόν τρόπο. Καί ὁ Ἅγιος, μέ τή φώτιση τοῦ Θεοῦ, τοῦ ἀποκρίθηκε ὅτι αὐτή τήν ἱκανότητα τήν χαρίζει στούς μάρτυρές του ὁ Χριστός, ὅπως ἔχει ὑποσχεθεῖ στό Εὐαγγέλιο: «ὅταν δέ προσφέρωσιν ὑμᾶς ἐπί τάς συναγωγάς καί τάς ἀρχάς καί τάς ἐξουσίας, μή μεριμνᾶτε πῶς ἤ τί ἀπολογήσησθε ἤ τί εἴπητε. Τό γάρ Ἅγιον Πνεῦμα διδάξει ὑμᾶς ἐν αὐτή τή ὥρα ἄ δεῖ εἰπειν» (Λουκ. 12, 11-12).
Τότε, ἀπελπισμένος ὁ τύραννος, διέταξε νά τόν ἀποκεφαλίσουν. Βαδίζοντας πρός τόν τόπο τῆς ἐκτέλεσης ὁ Ἅγιος πρόλαβε νά ζητήσει ἀπό κάποιους κρυπτοχριστιανούς νά μεταφέρουν τό λείψανό του στήν Αἴγυπτο. Ὁ ἀποκεφαλισμός του ἔγινε την 11η Νοεμβρίου στίς ἀρχές τοῦ 4ου αἰ. μ.Χ. καί ἔτσι ἡ ψυχή του πέταξε χαρούμενη πρός τόν Σωτῆρα Χριστό τόν ὁποῖο τόσο ἐπόθησε ὁ Ἅγιος καί γιά τόν ὁποῖο θυσιάσθηκε. Οἱ δήμιοι ἄναψαν φωτιά γιά νά κάψουν τό σῶμα του.
Ὅ,τι κατάφεραν οἱ χριστιανοί νά περισώσουν ἀπό τήν πυρά τό μετέφεραν στήν Αἴγυπτο καί τό ἔθαψαν κοντά στήν Μαρεώτιδα λίμνη, νοτιοδυτικά τῆς Ἀλεξάνδρειας. Στό σημεῖο ἐκεῖνο σταμάτησε, κατά τήν παράδοση, ἡ καμήλα πού μετέφερε τά λείψανα ἀρνούμενη πεισματικά νά προχωρήσει. Ἔτσι οἱ χριστιανοί κατάλαβαν ὅτι ἦταν θέλημα Θεοῦ νά ἐνταφιασθοῦν ἐκεῖ τά λείψανα τοῦ Ἁγίου.
Ἀκόμη ἕνα θαῦμα τοῦ Ἁγίου Μηνά ἔλαβε χώρα τό 1826 μ.Χ. στό Ἡράκλειο τῆς Κρήτης, πόλη στήν ὁποία ἰδιαιτέρως τιμᾶται ὁ Ἅγιος. Τό 1821 μ.Χ., μετά τήν ἔκρηξη τῆς μεγάλης Ἑλληνικῆς Ἐπανάστασης ἐναντίον τῶν Τούρκων, οἱ κατακτητές προχώρησαν σέ σφαγές χιλιάδων ἀμάχων σέ πολλές περιοχές. Ἀπό τούς πρώτους πού πλήρωσαν μέ τό αἷμα τους τήν ἐπανάσταση ἦταν καί οἱ κάτοικοι τῆς Κρήτης. Μεταξύ τῶν χιλιάδων θυμάτων ἦταν ὁ Μητροπολίτης Κρήτης, οἱ Ἐπίσκοποι Χανίων, Κνωσοῦ, Χεροννήσου, Λάμπης, Σητείας κ.α. οἱ ὁποῖοι ἐσφάγησαν την 24η Ἰουνίου 1821 μ.Χ., στόν περίβολο τοῦ Μητροπολιτικοῦ Ναοῦ τοῦ Ἡρακλείου. Μάλιστα ὁ ἱερουργῶν ἱερέας ἐσφάγη πάνω στήν Ἁγία Τράπεζα!
Πέντε χρόνια ἀργότερα, τό 1826 μ.Χ., οἱ Τοῦρκοι τοῦ Ἡρακλείου σχεδίαζαν νά προβοῦν σέ σφαγή τῶν Χριστιανῶν, καί πάλι στόν Μητροπολιτικό Ναό τοῦ Ἁγίου Μηνά, στίς 18 Ἀπριλίου, ἡμέρα τοῦ Πάσχα, τήν ὥρα τῆς Ἀναστάσιμης Θείας Λειτουργίας γιά νά πιάσουν τούς Χριστιανούς ἀπροετοίμαστους. Γιά ἀντιπερισπασμό ἔβαλαν φωτιά σέ διάφορα ἀπομακρυσμένα σημεῖα τῆς πόλης, ἐνῶ ὁπλισμένα στίφη εἶχαν συγκεντρωθεῖ ἔξω ἀπό τον ναό, περιμένοντας τήν ὥρα τῆς ἀναγνώσεως τοῦ Εὐαγγελίου γιά νά εἰσβάλουν καί νά ἀρχίσουν τήν σφαγή.
Μόλις ὅμως ἄρχισε ἡ ἀνάγνωση, ἐμφανίσθηκε ἕνας ἀσπρομάλλης ἡλικιωμένος ἱππέας πού ἔτρεχε γύρω ἀπό τον ναό κραδαίνοντας τό ξίφος του καί κυνηγῶντας τούς ἐπίδοξους σφαγεῖς οἱ ὁποῖοι τράπηκαν πανικόβλητοι σέ φυγή. Ἔτσι σώθηκαν οἱ πολύπαθοι Χριστιανοί τοῦ Ἡρακλείου ἀπό τόν φοβερό κίνδυνο. Οἱ Τοῦρκοι νόμισαν ὅτι ὁ καβαλάρης ἦταν μουσουλμᾶνος πρόκριτος ἀπεσταλμένος ἀπό τόν Διοικητή τῆς πόλης γιά νά ματαιώσει τήν σφαγή. Ὅταν διαμαρτυρήθηκαν στόν Διοικητή, αὐτός τούς διαβεβαίωσε ὅτι δέν γνώριζε τίποτε καί μάλιστα διαπιστώθηκε ὅτι ὁ συγκεκριμένος πρόκριτος δέν εἶχε βγεῖ καθόλου ἀπό τό σπίτι του.
Κατάλαβαν τότε οἱ Τοῦρκοι ὅτι ἐπρόκειτο γιά θαῦμα τοῦ Ἁγίου Μηνά, κοινοποίησαν τό γεγονός στούς Ἕλληνες καί ἀπό τότε οἱ Mουσουλμάνοι ηὐλαβοῦντο πολύ τόν Ἅγιο, προσφέροντας μάλιστα καί δῶρα στόν ναό του. Τό θαῦμα αὐτό τοῦ Ἁγίου Μηνά καθιερώθηκε νά τιμᾶται στό Ἡράκλειο τήν Τρίτη της Διακαινησίμου, ὁπότε καί ἐκτίθεται σέ προσκύνηση, κατά τόν ἑσπερινό, λείψανο τοῦ Ἁγίου.