Ὅλοι μας ἔχουμε ἀκουστά στό Εὐαγγέλιο γιά
τόν ἑκατόνταρχο τῆς Σταύρωσης.
Τό βράδυ τῆς Μεγάλης Πέμπτης πού τελεῖται ἡ Ἀκολουθία τῶν Ἁγίων Παθῶν ἀκοῦμε ὅτι ὁ ἑκατόνταρχος αὐτός ἦταν ὁ ἐπικεφαλῆς ἀξιωματικός τῆς φρουρᾶς πού εἶχε ἀναλάβει τή Σταύρωση τοῦ Ἰησοῦ καί τῶν δύο λῃστῶν, ἐνῶ στή συνέχεια ἀνέλαβε καί τή φύλαξη τοῦ τάφου.
Ὁ Ἅγιος Λογγίνος ὁ Ἑκατόνταρχος ἔζησε στά χρόνια τῆς ἐπίγειας ζωῆς τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καί καταγόταν ἀπό τήν πόλη Σανδιάλη τῆς Καππαδοκίας. Τελοῦσε ὑπό τίς διαταγές τοῦ Ποντίου Πιλάτου ἀπό τόν ὁποῖο πῆρε τήν ἐντολή νά τελέσει τήν ποινή τῆς Σταύρωσης τοῦ Θεανθρώπου μέ τούς στρατιῶτες του, ὅπως ἐπίσης λίγο μετά καί τήν φύλαξη τοῦ τάφου τοῦ Ἰησοῦ.
Οἱ 12 Ἀπόστολοι εἶχαν κρυφτεῖ σ’ ἕνα σπίτι στήν Ἱερουσαλήμ ἐξαιτίας τοῦ φόβου τους γιά τή σύλληψή τους ἀπό τούς Ἰουδαίους. Ὁ Λογγίνος ὅμως ἔμεινε κοντά στόν Ἐσταυρωμένο. Ἡ ψυχή του εἶχε συγκινηθεῖ πολύ ἀπό τήν ἄδικη Σταύρωση τοῦ ἀθώου Χριστοῦ. Τότε εἶδε νά ἐκτυλίσσονται μπροστά στά μάτια του τά θαυμάσια καί συνάμα τρομακτικά σημεῖα καί θαύματα πού ἔγιναν ἐκεῖνες τίς στιγμές λίγο πρίν καί μετά τό θάνατο τοῦ Κυρίου. Εἶδε τό σκοτάδι πού σκέπασε ὅλη τη γῆ, κατόπιν το σεισμό καί τούς τάφους πού ἄνοιξαν καί τούς νεκρούς πού ἀναστήθηκαν. Ὁ Λογγίνος κυριεύθηκε ἀπό ἱερό φόβο, συναισθάνθηκε τήν παντοδυναμία τοῦ Θεοῦ καί ἔπεσε στά πόδια τοῦ Ἐσταυρωμένου Κυρίου καί μέ φωνή μεγάλη εἶπε:
Ἀληθῶς Θεοῦ Υἱὸς ἦν οὗτος.
Ὅταν ἐνταφιάστηκε τό σῶμα τοῦ Ἰησοῦ διέταξε ὁ Πιλάτος τόν Λογγίνο νά φυλάξει τόν τάφο μέ τήν κουστωδία του. Κατά τήν Ἀνάσταση τοῦ Ἰησοῦ ὁ Λογγίνος μέ τούς στρατιῶτες του ἔνοιωσαν το σεισμό καί τόν ἄγγελο νά κατεβαίνει ἀπό τόν οὐρανό, μέ ὅλη τή λάμψη του καί νά ἀποτραβάει τόν λίθο πού σφράγιζε τήν εἴσοδο τοῦ τάφου.
Μετά τό θαυμαστό ἄνοιγμα τοῦ Τάφου οἱ φρουροί πού ἀντελήφθησαν τήν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου, ἔτρεξαν και ἀνήγγειλαν αὐτά πού εἶδαν στούς Ἀρχιερεῖς. Ἐκεῖνοι δέ, ἐπειδή θεώρησαν μεγάλη ντροπή τους τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, ἔκαναν ἀμέσως συμβούλιο. Ἔδωσαν στούς φρουρούς ἀρκετά χρήματα νά συκοφαντήσουν τήν Ἀνάσταση καί νά διαδώσουν, ὅτι οἱ μαθητές του πῆγαν κρυφά τή νύχτα, τήν ὥρα πού αὐτοί κοιμούνταν καί ἔκλεψαν τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Ἀλλά, πώς ἦταν δυνατό νά εἶναι ὅλοι συγχρόνως κοιμώμενοι, ὅταν γνώριζαν ὅτι, μιά τέτοια ἀμέλεια ὁ Ρωμαϊκός Νόμος τήν τιμωροῦσε μέ θάνατο;
Καί, τό σπουδαιότερο. Πώς ἡ σκηνή αὐτή μαρτυρεῖται ἀπό ἀνθρώπους, πού ὑποτίθεται κοιμούνταν;
Ὁ πιστός Λογγίνος ὅμως δέν ἔλαβε κανένα ἀργύριο, ἀλλ’ οὔτε καί θέλησε νά ἐνδώσει στίς πιέσεις τῶν Ἰουδαίων. Ἀπεναντίας, μέ παρρησία ἔλεγξε τήν συκοφαντία τῶν Ἑβραίων καί κήρυξε ὅτι ὁ Χριστός εἶναι Θεός ἀληθινός καί ἀνέστη ἐκ νεκρῶν. Αὐτά, ὅταν τά ἔμαθαν ὁ Πιλάτος, οἱ Ἀρχιερεῖς καί τό Συνέδριο τῶν Ἰουδαίων, ζητοῦσαν εὐκαιρία νά θανατώσουν τον Λογγίνο.
Ὁ Λογγίνος μόλις πληροφορήθηκε τό σχέδιο τῶν Ἰουδαίων περιφρόνησε τό ἀξίωμά του, ἀπαρνήθηκε τούς συναδέλφους του, τούς συνεργάτες του, τούς συγγενεῖς καί τούς φίλους του καί έφυγε μακριά στήν πατρίδα του, τήν Καππαδοκία σέ ἕνα κτῆμα πατρογονικό, μαζί μέ δύο στρατιῶτες τῆς συνοδείας του πού πίστευσαν στόν Χριστό καί ἔκτοτε ζοῦσαν μιά ζωή ἀσκητική καί ἀτάραχη.
Ἐκεῖ, ὁ Λογγίνος ἄρχισε νά κηρύττει το λόγο Τοῦ Θεοῦ σάν ἄλλος ἀπόστολος. Κηρύττει ὅσα ἔζησε κατά τήν Σταύρωση καί Ἀνάσταση. Ὁμολογεῖ τόν Χριστό Υἱό τοῦ Θεοῦ. Ἡ ὁμολογία του διαδόθηκε σχεδόν σ’ ὅλο τόν τότε γνωστό κόσμο. Χωρίς φόβο κηρύττει, ὅτι ὁ Ἐσταυρωμένος Ἰησοῦς εἶναι Θεός ἀληθινός.
Αὐτό, ὅταν τό ἔμαθαν οἱ Ἰουδαῖοι, ὄχι μόνο θορυβήθηκαν, ἀλλά καί ξέσπασαν τό μῖσος τους γιά τό Χριστό ἐναντίον του. Μαζεύτηκαν καί κατάφεραν τόν Πιλάτο νά γράψει κατηγορίες γιά τόν Λογγίνο πρός τόν Αὐτοκράτορα τῆς Ρώμης Τιβέριο.
Ὁ Πιλάτος ἀνέφερε, ὅτι ὁ Λογγίνος περιφρόνησε τό ἀξίωμά του καί τήν πίστη του καί κήρυττε ἕναν ἄνθρωπο Ἰησοῦ Χριστό γιά βασιλέα αἰώνιο, παρέσυρε στή γνώμη αὐτή τούς περισσοτέρους ἀπό τούς Καππαδόκες. Οἱ Ἰουδαῖοι, μαζί μέ τήν ἐπιστολή πρός τόν Τιβέριο, ἔστειλαν καί χρυσάφι γιά νά τόν πείσουν νά καταδικάσει τό Λογγίνο σέ θάνατο.
Δέν πέρασε πολύς καιρός καί φτάνει ἀπό τή Ρώμη ἡ ἀπάντηση μέ τό πρόσταγμα τοῦ Τιβέριου. Νά τιμωρηθεῖ μέ θάνατο ὁ Λογγίνος, ὡς ἐχθρός τῆς Αὐτοκρατορίας.
Μιά καί δυό σηκώνεται ὁ Πιλάτος καί ὁρίζει τούς στρατιῶτες πού θά πᾶνε στή Καππαδοκία νά ἐκπληρώσουν τή διαταγή καί νά φέρουν στήν Ἱερουσαλήμ τό κεφάλι τοῦ Ἐκατόνταρχου. Καί μαζί μέ τόν Ἑκατόνταρχο, πρόσταξε ὁ Πιλάτος νά ἀφανιστοῦν κι οἱ δύο σύντροφοι, πού εἶχαν παρατήσει μαζί μέ τό Λογγίνο τό στρατιωτικό ἀξίωμα καί κήρυτταν ἐκεῖ, ὅπως κι αὐτός, τό Χριστό.
Ἕνα ἀπόσπασμα μέ στρατιῶτες ἔφτασε στήν Καππαδοκία ψάχνοντας νά βροῦν τόν Λογγίνο καί ρωτῶντας ποῦ ζεῖ. Ἔτσι, τό θέλημα τοῦ Θεοῦ ἦταν, ν’ ἀνταμώσουν οἱ στρατιῶτες τοῦ Πιλάτου τόν Λογγίνο στήν ἄκρη τοῦ χωριοῦ. Καί κεῖνος, καθώς ἤτανε γεμᾶτος ἀπό Ἅγιο Πνεῦμα, τούς γνώρισε καί κατάλαβε τί θέλανε. Σηκώθηκε νά τούς καλωσορίσει, τούς μίλησε μέ ἀγάπη λόγια ἐγκάρδια καί προσφέρθηκε νά τούς ὑπηρετήσει, χωρίς νά γνωρίζουν ποιός τούς φιλοξενοῦσε. Ὁ Λογγίνος ἔπειτα ἐνημέρωσε τούς δύο πρώην στρατιῶτες του νά ἔρθουν στό σπίτι του καθώς καί νά τούς προετοιμάσει γιά τό μαρτύριό τους.
Ὁ Λογγίνος τούς φιλοξένησε ἕνα βράδυ, ἀφοῦ τούς ἔπλυνε τά πόδια, τούς ἔβαλε νά φᾶνε καί τούς ἔστρωσε νά κοιμηθοῦν, τούς ὑποσχέθηκε ὅτι τό ἑπόμενο πρωί θά τούς ὁδηγοῦσε σ΄αυτόν πού ἀναζητοῦσαν. Ὁ Λογγίνος μέ τούς δύο φίλους του προσευχήθηκαν ὅλη τή νύχτα καί τό πρωί ἀποκάλυψαν στούς στρατιῶτες ποιοί ἦταν. Μάλιστα ὁ Λογγίνος πλύθηκε, χτενίστηκε, φόρεσε τήν στρατιωτική στολή τοῦ ἐκατόνταρχου καί ἔτσι παρουσιάστηκε μπροστά τους.
Ἔκπληκτοι οἱ ἀπεσταλμένοι τῶν Ἰουδαίων ἀντίκρυσαν μπροστά τους τόν ἑκατόνταρχό τους καί δίστασαν. Πῶς θά μποροῦσαν νά κάνουν ἕνα τόσο μεγάλο κακό σέ αὐτόν ποῦ τούς φιλοξένησε. Ἐκεῖνος ὅμως καί οἱ δύο φίλοι ἦταν ἕτοιμοι νά θυσιαστοῦν γιά τό Χριστό καί ἀφοῦ τούς ἔπεισαν νά κάνουν αὐτό γιά τό ὁποῖο εἶχαν ἔρθει, οἱ στρατιῶτες τούς ἀποκεφάλισαν καί τούς τρεῖς.
Τήν τίμια κεφαλή τοῦ Ἐκατόνταρχου οἱ στρατιῶτες τήν πήγανε στόν Πιλάτο, μαρτυρία τοῦ θανάτου. Κι οἱ Ἰουδαῖοι βγάλανε ἀπόφαση καί τήν πετάξανε ἔξω ἀπό τήν πόλη στά σκουπίδια. Κι ἔμεινε ἡ κεφαλή πεταμένη πέρα ἀπό τά τείχη, ὥσπου τή σκεπάσανε ὁλότελα τά χώματα καί τά σκουπίδια τῆς πόλεως. Ὁ Κύριος ὅμως δέν ἄφησε τήν τιμία κεφαλή νά μείνει ἐκεῖ περιφρονημένη στήν κοπριά πού τήν ἔριξαν. Τήν φύλαξε ἀόρατη καί τήν προστάτευε ἀπό τό βρωμερό μέρος πού τήν ἔριξαν.
Μετά ἀπό λίγους αἰῶνες τή βρῆκε μιά τυφλή γυναῖκα μετά ἀπό θαῦμα ζητῶντας νά ξαναβρεῖ τήν ὅρασή της, κατόπιν μετά ἀπό ὑπόδειξη τοῦ Ἁγίου Λογγίνου, ἡ Τιμία Κᾶρα του μεταφέρθηκε στήν πατρίδα του τή Σανδιάλη τῆς Καππαδοκίας ὅπου καί χτίστηκε Ἱερός Ναός πρός τιμήν του.
Μία γυναῖκα χήρα ἦταν τυφλή καί εἶχε μικρή παρηγορία στή χηρεία της καί τήν τυφλότητά της ἕνα γυιό μονάκριβο. Αὐτή, λοιπόν, εἶχε στό Θεό μεγάλη πίστη καί εὐλάβεια. Γι’ αὐτό, μίαν ἡμέρα πῆρε τό ραβδί της καί μέ ὁδηγό τό γιο της ἔφυγε γιά τά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τόν Πανάγιο Τάφο. Ἤλπιζε, ὅτι ὁ Δεσπότης Χριστός, ὡς παντοδύναμος πού εἶναι, θά τήν ἐλυπεῖτο καί θά τῆς ἔδινε τό φῶς της.
Ὅταν ἔφθασε στούς Ἁγίους Τόπους, ἐπῇρε,ἐπῆρε χῶμα καί μέ εὐλάβεια τό ἔβαλε ἐπάνω στά μάτια της. Δυστυχῶς ὅμως, δέν ἀποκαταστάθηκε ἡ ὅρασή της. Κοντά σ’ αὐτή τή στενοχώρια, τή βρίσκει κι’ ἄλλη μεγαλύτερη συμφορά. Ἀπρόοπτα, ἀρρώστησε ὁ γιος της, τόν ὁποῖο εἶχε – ἀντί τῶν ματιῶν της – ὁδηγό καί βοήθεια καί ἀπέθανε. Ἔκλαιε ἡ ταλαίπωρη καί ὀδυρόταν γιά τίς συμφορές πού τήν εἶχαν εὕρει. Καθώς ἦταν κουρασμένη, ἀπό τόν πόνο καί τά δάκρυα, τήν πῆρε ὁ ὕπνος.
Καί, ώ τοῦ θαύματος! Βλέπει στό ὄνειρό της τόν Ἅγιο Λογγίνο, ὁ ὁποῖος, ὄχι μόνο της ἔδωκε κουράγιο, ἀλλά τῆς ὑποσχέθηκε ὅτι θά γίνει καλά:
«Ἐγώ εἶμαι ὁ Λογγίνος ὁ Ἑκατόνταρχος, ὁ ὁποῖος, ὅταν οἱ Ἑβραῖοι σταύρωσαν τόν Χριστό καί Σωτῆρα μας, ὁμολόγησα ὅτι εἶναι Θεοῦ Υἱός καί ὁ Πιλάτος, κατά διαταγήν τοῦ Τιβερίου, ἔστειλε στρατιῶτες καί μέ ἀποκεφάλισαν στήν πατρίδα μου, τήν Καππαδοκία. Γιά νά πεισθοῦν δέ οἱ αἱμοχαρείς Ἑβραῖοι ἔφεραν τήν κεφαλήν μου ἐδῶ καί τήν ἔρριψαν εἰς τήν κοπριάν ἔξω τῆς πόλεως. Ὕπαγε, λοιπόν, εἰς τόν τόπον αὐτόν σκάλισε βαθέως εἰς τήν κοπριάν καί θέλεις εὕρεις τήν κεφαλήν μου. Ἔγγισον αὐτήν εἰς τούς ὀφθαλμούς σου καί θά ἀναβλέψης. Τότε, θά σοῦ δείξω καί τόν υἱόν σοῦ εἰς πόσην δόξαν εὑρίσκεται καί θά παρηγορηθῆς δια τά παθήματά σου».
Μόλις ἐξύπνησε ἡ τυφλή ἐπῆγε στό τόπο πού τῆς εἶπε ὁ Ἅγιος, μέ κόπο πολύ, βοηθουμένη ἀπό ἄλλον, ἄρχισε δέ μέ προθυμία νά σκαλίζει τήν κοπριά μέ τά χέρια της. Καί, ώ τοῦ θαύματος! Καθώς ἐρευνοῦσε βρῆκε τήν τιμία κεφαλή τοῦ Ἁγίου Λογγίνου.
Ἡ χαρά τῆς τυφλῆς ἦταν πολύ μεγάλη. Κατασυγκινημένη ἀκούμπησε τήν τιμία κεφαλή, ὅπως τῆς εἶπε ὁ Ἅγιος στόν ὕπνο της, στά μάτια της καί ἀμέσως ἀνέβλεψε. Ὁ ἀτίμητος αὐτός θησαυρός ἔλαμπε σάν ἀστέρι ὑπέρλαμπρο. Ἀσπαζόταν, λοιπόν, καί κατεφίλει – μέ θερμότατα δάκρυα – τήν τιμία κεφαλή τοῦ Μάρτυρα Λογγίνου.
Δοξολογοῦσε το Θεό, διότι τῆς ἔδωκε τό φῶς της καί εὐχαριστοῦσε τόν Ἅγιο γιά τή βοήθειά του. Ἔπειτα, ἀφοῦ ἐκαθάρισε μέ ἐπιμέλεια τήν τιμία κεφαλή τοῦ Ἁγίου Λογγίνου, τήν ἄλειψε μέ μύρα καί ἐπέστρεψε στό σπίτι της, ἔχοντας προστασία, συντροφιά καί εὐλογία ἕνα τέτοιο πολύτιμο μαργαρίτη. Κατά τήν ἑπομένη νύχτα φάνηκε πάλι στόν ὕπνο της ὁ Μάρτυρας, κρατῶντας το γιό της στήν ἀγκαλιά του, σάν παιδί του. Ἦταν δέ ὁ γιός της ντυμένος μέ πλούσια ἐνδύματα γάμου καί χαρούμενος.
«Ἰδέ τόν υἱόν σου, δια τόν ὁποῖον ἐθρήνεις, πόσην ἀπόλαυσιν εὗρε, μή λυπῆσαι λοιπόν, ἀλλά χαῖρε, ὅτι ὁ Θεός τόν ἀξίωσε τῆς Βασιλείας Του καί μου τόν ἔδωκε συνοδείαν, νά μή ἀποχωρισθῆ ποτέ ἀπό ἐμέ. Λάβε, λοιπόν, τήν κεφαλήν μου καί τό λείψανον τοῦ υἱοῦ σου καί θάψον εἰς ἕνα τάφον ἀμφότερα, εὐχαρίστει δέ τόν Κύριον, ὅστις τόν ἀνέπαυσεν εἰς τόσην δόξαν καί εὐφροσύνην αἰώνιον».
Αὐτά, μόλις ἄκουσε ἡ γυναῖκα, ἔβαλε σέ θήκη τήν κεφαλή τοῦ Μάρτυρα καί τό λείψανο τοῦ γιοῦ της καί τά μετέφερε στήν πατρίδα τοῦ ἁγίου, τήν Καππαδοκία, στήν κωμόπολη Σανδιάλη. Μετά ταῦτα, ἔκτισε Ἐκκλησία πρός τιμή τοῦ Ἁγίου καί ἀποθησαύρισε σέ αὐτή τήν ἱερά κεφαλή τοῦ Μάρτυρα.
Ἡ τυφλή χήρα στίς εὐχαριστίες πού ἀνέπεμπε πρός τόν Θεό, ἔλεγε:
«Τώρα ἐγνώρισα πόσων ἀγαθῶν ἀξιοῦνται ὅσοι ἀγαπῶσι τόν Κύριον!
Ὀφθαλμούς ἐζήτουν σώματος, ἐγώ δέ καί τους τοῦ πνεύματος ἔλαβον,
ἐλυπούμην δια τήν ζημίαν τοῦ τέκνου μου καί εἶδα αὐτό εἰς δόξαν μεγάλην,
συγκληρονόμον τῶν Ἁγίων, πλησίον Θεοῦ παριστάμενον,
συναυλιζόμενον μετά τῶν Προφητῶν καί τῶν Μαρτύρων
καί μετά τοῦ Ἑκατοντάρχου Λογγίνου, ἐνδεδυμένους λαμπρότατα
καί ψάλλοντας ὁμοῦ ὠδήν ἐπινίκιον, λέγοντες τήν ἱεράν ἐκείνην φωνήν.
Ἀληθῶς Θεοῦ Υἱός ἤν οὗτος (Ματθ. κζ’ 54) κ
αί ἔστι καί ἔσται ἡ Βασιλεία Αὐτοῦ αἰώνιος
καί ἡ δεσποτεία Αὐτοῦ ἀτελεύτητος.
Αὐτῷ ἡ δόξα εἰς τούς αἰῶνας. Ἀμήν».
Ἡ μνήμη τοῦ ἑορτάζεται κάθε χρόνο στίς 16 Ὀκτωβρίου.