Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος εἶναι ἀπό τούς μεγάλους Ἱεράρχες καί οἰκουμενικούς Διδασκάλους τῆς Ἐκκλησίας. Γεννήθηκε στήν Ἀντιόχεια τό 344 μ.Χ. Ὁ πατέρας του, ἀνώτατος ἀξιωματικός τοῦ στρατοῦ, ὀνομαζόταν Σεκοῦνδος καί ἡ μητέρα του Ἀνθοῦσα. Ὀρφάνεψε ἀπό πατέρα πολύ μικρός, καί ἡ μητέρα του, σέ ἡλικία 23 ἐτῶν, δέν ἔκαμε δεύτερο γάμο, ἀλλά ἔμεινε χήρα, γιά νά ἀφοσιωθεῖ στήν ἀνατροφή τοῦ παιδιοῦ της.
Ἡ Ἀνθοῦσα ἦταν μιά ἀληθινή χριστιανή μητέρα, πού ἔμεινε τό ὄνομά της στήν Ἐκκλησία. Ὁ περίφημος στήν ἐποχή του ρήτορας Λιβάνιος, διδάσκαλος τοῦ ἁγίου Χρυσοστόμου, εἶπε μιά μέρα γιά τήν Ἀνθοῦσα· «Βαβαί, οἷαι παρά τοῖς χριστιανοῖς γυναῖκες εἶσιν,εἷσιν!». Τί θαυμάσιες, πού εἶναι οἱ γυναῖκες τῶν χριστιανῶν!
Στά 370, δηλαδή σέ ἡλικία 26 ἐτῶν, ὁ ἅγιος Ἰωάννης βαπτίσθηκε, στά 381 (37) χειροτονήθηκε διάκονος, καί στά 386 (42) πρεσβύτερος. Εἶχε τέτοια ἐπίδοση στίς σπουδές του, ὥστε ὁ διδάσκαλός του Λιβάνιος, ὅταν τόν ρώτησαν ποιόν θά ἄφηνε διάδοχό του, εἶπε·
«Τόν Ἰωάννην, εἶ μή τοῦτον χριστιανοί ἐσύλησαν»· τόν Ἰωάννη, ἄν δέν τόν εἶχαν κλέψει οἱ χριστιανοί. Στήν ἀρχή ὁ ἅγιος Ἰωάννης, γιά νά μήν ἀφήσει τή χήρα μητέρα του, ἐργάσθηκε ὡς συνήγορος στά δικαστήρια, κι ὅταν ἐκείνη πέθανε, ἔγινε μοναχός κι ἔφυγε στήν ἔρημο, ὁποῦ ἔζησε ἀσκητικά τέσσερα χρόνια.
Ὅταν χειροτονήθηκε πρεσβύτερος, ἔμεινε στήν Ἀντιόχεια ἕνδεκα χρόνια, κοντά στόν ἐπίσκοπο Φλαβιανό, πού τόν ὑπηρέτησε πιστά καί τοῦ συμπαραστάθηκε μέ ἀφοσίωση. Εὐνοημένος ἀπό το Θεό ἦταν ὁ γέροντας Φλαβιανός, ἔχοντας κοντά του τόν πρεσβύτερο Ἰωάννη. Ἡ φήμη τοῦ ἁγίου Ἰωάννη εἶχε ξεπεράσει τά ὅρια τῆς Ἀντιόχειας κι εἶχε διαδοθεῖ παντοῦ. Γιατί ἦταν προικισμένος ἀπό το Θεό μέ ἐξαίρετα χαρίσματα, τά ὁποῖα καλλιέργησε καί αὔξησε μέ λαμπρές σπουδές.
Τό μεγάλο χάρισμα τοῦ ἁγίου Χρυσοστόμου καί τό κύριο γνώρισμά του ἦταν ἡ εὐγλωττία του. Ἡ χάρη καί ἡ δύναμη τῶν λόγων του εἶναι πραγματικά δῶρο οὐράνιο, καθώς τό λέγει καί ὁ ἱερός ὕμνος· «Ἐκ τῶν οὐρανῶν ἐδέξω τήν θείαν χάριν…». Στήν Ἀντιόχεια, ὡς συνήγορος πρῶτα καί ὡς διάκονος ὕστερα καί πρεσβύτερος, ἔγινε γνωστός σέ ὅλους γιά τή ρητορική του δεινότητα. Περίφημοι εἶναι οἱ εἰκοσιένας λόγοι του «Εἰς ἀνδριάντας», πού εἶπε τότε, σέ μιά πολύ κρίσιμη πολιτική καί κοινωνική στιγμή, στήν ὁποία βρέθηκε ἡ πόλη τῆς Ἀντιόχειας.
Τό 398, ὅταν χήρεψε ὁ ἀρχιεπισκοπικός θρόνος, κρυφά τόν πῆραν ἀπό την Ἀντιόχεια, γιά νά μήν τό μάθει ὁ λαός, καί τόν πῆγαν στήν Κωνσταντινούπολη, ὅπου ἐξελέγη καί χειροτονήθηκε Ἀρχιεπίσκοπος. Ἐκεῖ ἔμεινε ἕξη χρόνια κι ἐργάστηκε μέ ὅλες του τίς δυνάμεις, διδάσκοντας τον λαό καί ποιμαίνοντας τήν Ἐκκλησία.
Ἀλλά ὁ ἅγιος Ἰωάννης δέν ἦταν ἀπό τούς ἀνθρώπους, πού συμβιβάζονται μέ τό κακό, κι εἶχε νά παλέψει τότε μέ πολλά κακά, ἐκκλησιαστικά καί πολιτικά.
Δυστυχῶς ὅλοι οἱ ἄνθρωποι τῆς Ἐκκλησίας δέν εἶναι πάντα ἐκεῖνοι πού πρέπει νά εἶναι· καί οἱ ἄνθρωποι πάλι τῆς Πολιτείας, μέ διάφορες προφάσεις ἐπεμβαίνουν στά ἐκκλησιαστικά, καί τότε ἡ Ἐκκλησία καί οἱ καλοί ποιμένες διώκονται. Ἔτσι καί ὁ ἅγιος Ἰωάννης τό 404 καθαιρέθηκε κι ἐξορίστηκε στήν Ἀρμενία, ὅπου καί πέθανε τό 407.
Ὅπως καί σήμερα ὑπάρχουν κάποιοι ἄξιοι ἱεράρχες πού ἀντιδροῦν ὅταν ἡ πολιτεία ἐπιβάλλει ἀντιχριστιανικά μέτρα καί διατάγματα, ἔτσι καί τότε ὁ ἅγιος Ἰωάννης ἀντέδρασε ὅταν ἡ αὐτοκράτειρα Εὐδοξία ἀσέβησε ἀπέναντι στόν Χριστό καί στήν Ἐκκλησία.
Ὁ Ἰωάννης Χρυσόστομος παραπονέθηκε στήν Αὐτοκράτειρα Εὐδοξία γιά τούς θορύβους πού προκαλοῦσαν οἱ ἑορταστικές ἐκδηλώσεις, (οἱ ἀγῶνες καί οἱ χοροί) πού γίνονταν γιά νά τιμήσουν τήν αὐτοκράτειρα Εὐδοξία, οἱ ὁποῖες παρεμπόδισαν τήν κανονική τέλεση τῆς Θείας Λατρείας καί τίς ἀκολουθίες. Ὅπως καί σήμερα ὑπάρχουν κάποιοι ἄξιοι ἱεράρχες πού ἀντιδροῦν ὅταν ἡ πολιτεία ἐπιβάλλει ἀντιχριστιανικά μέτρα καί διατάγματα, ἔτσι καί τότε ὁ ἅγιος Ἰωάννης ἀντέδρασε ὅταν ἡ αὐτοκράτειρα Εὐδοξία ἀσέβησε ἀπέναντι στόν Χριστό καί στήν Ἐκκλησία. Ἐπίσης τήν ἐπέπληξε γιατί ἔστησε ἕνα ἀργυρό ἀνδριάντα γιά τόν ἑαυτό της, κοντά στόν Ἰερόν Ναόν τῆς Ἀγίας Σοφίας. Στόν λόγο του ὁ Χρυσόστομος ἔλεγξε αὐστηρά ἐκείνους πού συμμετεῖχαν στίς ἑορταστικές ἐκδηλώσεις καί ἐπέπληξε σκληρά τήν Εὐδοξία.
Ἡ Εὐδοξία καί ἡ Αὐλή γενικότερα ἐνοχλήθηκε καί ὀργισμένη μέ τά λόγια τοῦ Χρυσοστόμου ζήτησε ἀπό τόν σύζυγό της Ἀρκάδιο νά λάβει μέτρα ἐναντίον του. Πράγματι ὁ Ἀρκάδιος συνεκάλεσε τοπική Σύνοδο τό 404, ἡ ὁποία κατεδίκασε τόν Χρυσόστομο καί τόν ἐξόρισε στήν Κουκουσό τῆς Ἀρμενίας.
Ὁ ἅγιος Ἰωάννης, λίγα χρόνια μετά τον θάνατό του, ὀνομάσθηκε Χρυσόστομος. Ἑρμήνευσε σχεδόν ὅλη τή θεία Γραφή, καί τά ἔργα πού ἄφησε στήν Ἐκκλησία εἶναι ἀπό τούς μεγαλύτερους πνευματικούς θησαυρούς τοῦ κόσμου. Εἶναι ὁ μεγάλος Ἱεράρχης, ὁ οἰκουμενικός Διδάσκαλος καί ὁ Μάρτυρας τῆς Ἐκκλησίας. Ἔδωσε ὅλο τόν ἑαυτό του στήν Ἐκκλησία καί συγκρούσθηκε μέ τό κακό, ὅπου κι ἄν τό βρῆκε μπροστά του. Καθαιρεμένος κι ἐξόριστος, ἄρρωστος καί σωματικά ἐξαντλημένος, πέθανε, μᾶλλον δέ κοιμήθηκε σ’ ἕνα χωριό τῆς Ἀρμενίας, μέ τά τελευταῖα αὐτά λόγια στό στόμα του·
«Δόξα τῷ Θεῷ πάντων ἕνεκεν». Ἀμήν.
Πρέπει νά ξέρουμε ὅτι ὁ Ἅγιος κοιμήθηκε στίς 14 Σεπτεμβρίου, ἀλλά γιά τή μεγάλη ἑορτή τῆς ὑψώσεως τοῦ τιμίου Σταυροῦ, ἡ μνήμη του μετατίθεται στίς 13 Νοεμβρίου.