Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς γεννήθηκε τό 1296 στήν Κωνσταντινούπολη ἀπό ἀριστοκράτες γονεῖς. Οἱ γονεῖς του κατάγονταν ἀπό τή Μικρά Ἀσία, τήν ὁποία ἐγκατέλειψαν λόγῳ τῆς τουρκικῆς προέλασης καί κατέφυγαν στήν βυζαντινή πρωτεύουσα. Ὁ πατέρας του, Κωνσταντῖνος Παλαμᾶς, ἦταν συγκλητικός καί μέλος τῆς αὐτοκρατορικῆς αὐλῆς· πέθανε ἀφοῦ δέχθηκε τή μοναχική κουρά ὅταν ὁ Γρηγόριος ἦταν ἑπτά ἐτῶν καί ἔτσι περιῆλθε ὑπό τήν προστασία τοῦ αὐτοκράτορα. Φοίτησε στό Πανεπιστήμιο τῆς Κωνσταντινουπόλεως γραμματική, ρητορική, φυσική, λογική καί εἶχε δάσκαλο τόν Θεόδωρο Μετοχίτη, μελετῶντας ἰδιαίτερα τή φιλοσοφία. Σέ ἡλικία δεκαεπτά ἐτῶν τοῦ ἀνατέθηκε νά συντάξει καί νά ἐκφωνήσει πραγματεία περί τοῦ Ἀριστοτέλη ἐνώπιον τοῦ αὐτοκράτορος Ἀνδρόνικου Β’!
Ἄν καί ὁ αὐτοκράτορας τόν προόριζε γιά ὑψηλά κρατικά ἀξιώματα, ἐκεῖνος ἄρχισε νά ἀσχολεῖται μέ τήν ἄσκηση καί τήν ἀσκητική φιλολογία. H μοναστική του κλήση καλλιεργήθηκε ἀπό τίς συναναστροφές του μέ διάσημους μοναχούς στήν βυζαντινή πρωτεύουσα. Ὁ Θεόληπτος Φιλαδελφείας τόν μύησε στήν νοερά προσευχή, ἐνῶ ὁ Γρηγόριος σέ ἡλικία εἴκοσι ἐτῶν ἐγκατέλειψε τά ἐγκόσμια πείθοντας νά κάνουν τό ἴδιο καί μέλη τῆς οἰκογένειάς του: ἡ μητέρα του Καλή, οἱ δύο ἀδελφές, Ἐπίχαρις καί Θεοδότη, καί τά ἄλλα δύο ἀδέλφια του, Μακάριος καί Θεοδόσιος.
Aρχικά ἀποσύρθηκε στό ὄρος Παπίκιο καί μετά σέ διάφορες τοποθεσίες στό Ἄθω. Ἀρχικά βρέθηκε στό Βατοπέδι ὑπό τήν καθοδήγηση τοῦ ἡσυχαστοῦ Νικοδήμου στό κοινόβιο τῆς Μεγίστης Λαύρας, ὅπου ἔγινε ψάλτης ἀπό τόν ἐκεῖ ἡγούμενο, καί μετά ἀπό τρία χρόνια ἔγινε ἐρημίτης στήν Γλωσσία, ὑπό τήν καθοδήγηση τοῦ μοναχοῦ Γρηγορίου.
«Φώτισόν μου τὸ σκότος! Φώτισόν μου τὸ σκότος!»
Ἦταν Ἄνοιξη τοῦ 1317, ὅταν ἔφτασε ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς στόν ποθούμενο σέ αὐτόν Ἄθωνα. Ὑποτάσσεται στόν διάσημο ἡσυχαστή Νικόδημο, ὁ ὁποῖος ζοῦσε τότε ἔξω ἀπό τήν Λαύρα τοῦ Βατοπεδίου. Ὁ Νικόδημος, ἦταν γενναῖος καί θαυμαστός Μοναχός κατά τήν πράξη καί θεωρία· γνωστός σ’ ὁλόκληρο τό Ἅγιον Ὄρος γιά τήν ἀρετή του ὅταν ἀκόμη ἀσκεῖτο ἀνατολικά τῆς Χρυσούπολης, στό ὄρος τό λεγόμενο «τοῦ Αὐξεντίου». Ὁ θεῖος Γρηγόριος, κείρεται Μοναχός. Μετά τήν μοναχική του ὁμολογία, παραδίδεται ὁλοκληρωτικά στήν ἄσκηση καί τίς πνευματικές θεωρίες, στήν νήψη τοῦ νοῦ καί στήν ἀδιάλειπτη νοερά προσευχή.
Ὁ Πατριάρχης Φιλόθεος ἀφηγεῖται, ὅτι ἄμεση προστάτιδά του εἶχε τήν Θεομήτορα. Πάντοτε σέ Αὐτήν ἀπέβλεπε. Αὐτήν εἶχε πρό τῶν ὀφθαλμῶν του. Τήν δική της βοήθεια ἐπιζητοῦσε. Αὐτήν, ἐξ ἀρχῆς, προέφερε στούς λόγους καί τίς προσευχές του. Καί κάτω ἀπό τήν δική της σκέπη καί χειραγωγία, ἐμπιστεύθηκε ψυχή τε καί σώματι τόν ἑαυτό του. Εἶχαν περάσει δύο χρόνια· χρόνια, δακρύων καί πνευματικῶν στεναγμῶν. Μυστικά, στίς προσευχές του, φώναζε ἀπό βαθέων:
-«Φώτισόν μου τὸ σκότος! Φώτισόν μου τὸ σκότος!».
Κάποτε, ὅταν ἦταν μόνος ὁ Γρηγόριος, ἔχοντας μέσα στήν ἱερή του ἡσυχία ὅλην του τήν προσοχή πρός τόν Θεό, εἶδε ὄχι στ’ ὄνειρό του ἀλλά στόν ξύπνιο του, ἕνα θεῖο ἄνδρα νά στέκεται μπροστά στά μάτια του, πού, ὅπως λένε, ἦταν ὁ κορυφαῖος τῶν Εὐαγγελιστῶν, ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Θεολόγος. Ἐξεπλάγη ὁ Γρηγόριος, τόν ὁποῖον βλέποντας ἱλαρῶς ὁ ἔμπιστος φίλος καί ἐπιστήθιος μαθητής τοῦ Χριστοῦ, Ἰωάννης, διέλυσε ἀμέσως τόν φόβο του καί τοῦ λέει:
– Ἦρθα σταλμένος ἀπό τήν Ὑπεραγία Δέσποινα νά σέ ρωτήσω τό ἑξῆς· γιατί, νύχτα καί μέρα καί, σχεδόν ὅλες τίς ὧρες, δέν παύεις ἀπό τοῦ νά φωνάζεις: «Φώτισόν μου τὸ σκότος! Φώτισόν μου τὸ σκότος!».
Ὁ καλός Γρηγόριος, ἀποκρίθηκε μέ ταπείνωση:
– «Καί, τί ἄλλο, πρέπει νά ζητῶ ἀπό τόν Θεό, ὅταν προσεύχομαι, ἐγώ πού εἶμαι ἄνθρωπος ἀτελής καί γεμᾶτος πάθη, ἐκτός ἀπό τόν θεῖο φωτισμό γιά νά βλέπω καί νά πράττω τό σωτήριο Ἐκείνου θέλημα;».
Εἶπε, τότε, ὁ «ἠγαπημένος» μαθητής τοῦ Κυρίου:
– Ἡ Δέσποινα τῶν ἁπάντων, δια μέσου ἐμοῦ του δούλου της, ὁρίζει: «Τόσο αὐτή, ὅσο κί ἐγώ, ἀπό ἐδῶ καί πέρα, θά σοῦ εἴμαστε βοηθοί στήν ζωή σου».
Ρωτάει, πάλι, ὁ Γρηγόριος:
– Καί, ποῦ λοιπόν ἔχω νά ἀπολαύσω τά ἀγαθά αὐτῆς τῆς βοηθείας; Στήν παροῦσα ἤ στή μέλλουσα ζωή;
Καί ὁ Εὐαγγελιστής τῶν μεγάλων καί ὑψηλῶν εἰδήσεων, ἀπάντησε:
– Ὅπως ἤδη γνωρίζεις ἀπό πρίν, ἔτσι καί τώρα, τόσο ἐδῶ σέ αὐτήν τήν ζωή, ὅσο καί στήν μέλλουσα.
Καί ἀφοῦ εἶπε αὐτά ὁ θεῖος Ἰωάννης, χάθηκε ἀπό τά μάτια τοῦ Γρηγορίου, ἡ καρδιά τοῦ ὁποίου, γέμισε ἀπό φῶς καί εὐφροσύνη γιά τίς πρός αὐτόν δωρεές καί ὑποσχέσεις τῆς Θεομήτορος. Ὅλα τα ἀνωτέρῳ, τά ἔμαθε ὁ Πατριάρχης Φιλόθεος ἀπό τόν μετέπειτα μαθητή τοῦ Ἁγίου, κάποιον ὀνόματι Δωρόθεο, πρός τόν ὁποῖον καί τά διηγήθηκε ὁ ἴδιος ὁ Ἅγιος. Εἶπε, μάλιστα, ὁ Ἅγιος Γρηγόριος σέ αὐτόν (τόν Δωρόθεο), ὅτι, «ἤδη, ἀπό τό πατρικό μου σπίτι, ὅταν ἤμουν ἀκόμη ἐκεῖ στό παλάτι ὅπου ἀνατρεφόμουν, μαθητεύοντας στήν ἐγκόσμια θύραθεν παιδεία, πρίν κἄν ἀφήσω καί ἐγκαταλείψω τόν κόσμο, εἶχα στήν ζωή μου ἰδιαίτερη καί ἄμεση προστάτιδα τήν Κυρία Θεοτόκο.
Γι’ αὐτό καί, κάθε μέρα, πρίν ἀκόμη ξημερώσει, τό πρῶτο καί ἀναγκαιότερο ἀπ’ ὅλα τά ἔργα μου, ἦταν μονάχα αὐτό: Νά σταθῶ μπροστά στήν Ἁγία Εἰκόνα Της καί νά πῶ, μέ κατάνυξη καί μέ μεγάλη συντριβή τῆς καρδιᾶς μου, ἐκείνη τήν ἱερή εὐχή τῆς Ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας, εὐχή πού εἶναι γεμάτη ἀπό μετάνοια καί ἐξομολόγηση καί συντετριμμένη δέηση:
«Δέσποινα, Δέσποινα! Μὴ ἐγκαταλείπῃς με!»»
Τό 1326 χειροτονήθηκε ἱερέας στήν Θεσσαλονίκη ἀπό τόν Ἰωάννη Καλέκα. Στή Θεσσαλονίκη ἔγινε μέλος σέ ἕνα εἶδος πνευματικοῦ κύκλου, ἐμπνευστής τοῦ ὁποίου ἦταν ὁ Ἰσίδωρος, μαθητής τοῦ Γρηγόριου Σιναΐτου καί πού ἀποσκοποῦσε στή διάχυση ἐκτός μοναστηριῶν τῆς ἄσκησης τῆς προσευχῆς. Ἀργότερα ἀνεχώρησε μαζί μέ δέκα ἀκόμα ἱερεῖς γιά τήν Βέροια, ὅπου παρέμεινε γιά πέντε χρόνια, ἐφαρμόζοντας αὐστηρή ἀπομόνωση.
Ὁ θάνατος τῆς μητέρας του τόν ἀπομάκρυνε προσωρινά στήν Κωνσταντινούπολη καί ὁριστικά τό 1331 ἐγκαταστάθηκε στό Ἅγιο Ὄρος. Ἐκεῖ περί τό 1335 ἔζησε στό ἡσυχαστήριο τοῦ Ἁγίου Σάββα καί ἀκολούθως ἔγινε ἡγούμενος στή μονή Ἐσφιγμένου. Ἀπό τόν Μάρτιο τοῦ 1354 ἕως τήν ἄνοιξη τοῦ 1355 ὁ Γρηγόριος Παλαμᾶς πέρασε ἕνα χρόνο στή Μικρά Ἀσία ὡς αἰχμάλωτος τῶν Τούρκων, πού κατέλαβαν τό πλοῖο του καθώς ταξίδευε ἀπό τή Θεσσαλονίκη στήν πρωτεύουσα. Ὡς αἰχμάλωτος μεταφερόταν ἀπό τόπο σέ τόπο. Ἀπό τήν Λάμψακο τόν μετέφεραν στίς Πηγές, μετά στήν Προῦσα καί ἀκολούθως στή Νίκαια τῆς Βιθυνίας.
Κατά τή διάρκεια τῆς αἰχμαλωσίας του εἶχε τρεῖς θεολογικούς διαλόγους μέ τούς μουσουλμάνους γιά θέματα πίστεως, δηλαδή γιά τή διαφορά μεταξύ τοῦ Μουσουλμανισμοῦ καί τοῦ Χριστιανισμοῦ. Ἐξαγοράστηκε ἀπό Σέρβους ἐμπόρους καί ἐπέστρεψε στήν ἐπισκοπή του. Μετά τήν ἀπελευθέρωσή του καί μέχρι τον θάνατό του ἀπό ἀσθένεια στίς 14 Νοεμβρίου τοῦ 1359, σέ ἡλικία 63 ἐτῶν, παρέμεινε στή Θεσσαλονίκη ὅπου καί ἀφοσιώθηκε στήν ἄσκηση τῶν ποιμαντικῶν του καθηκόντων. Μετά τον θάνατό του ἔφτασαν στήν Κωνσταντινούπολη πληροφορίες σχετικά μέ θαύματά του.
Ὁ Γρηγόριος Παλαμᾶς ἄρχισε νά τιμᾶται ὡς Ἅγιος σχεδόν ἀμέσως μετά τον θάνατό του στήν Λαύρα καί στήν Καστοριά. Ὁ Πατριάρχης ζήτησε ἀκριβή ἔκθεση ἀπό τήν Θεσσαλονίκη ἡ ὁποία τοῦ ἐστάλη. Βάσει τῆς ἐκθέσεως αὐτῆς ὁ διάδοχος τοῦ Καλλίστου Φιλόθεος συνέταξε ἐγκώμιο καί ἀκολουθία. Μέ συνοδική ἀπόφαση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου (1368) ἀνακηρύχθηκε καί ἐπίσημα Ἅγιος τῆς Ὀρθοδόξου Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας.
Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τιμᾶ τή μνήμη του στίς 14 Νοεμβρίου καί κατά τή Β’ Κυριακή τῶν Νηστειῶν, ἀμέσως μετά ἀπό τήν Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας καί ὡς συνέχεια ἐκείνης, ἐπειδή ἡ νίκη ἐπί τῶν θεωριῶν τοῦ Βαρλαάμ Καλαβρού, θεωρεῖται ἐφάμιλλη τῆς νίκης κατά τῶν εἰκονομάχων.
Τό 2009, ὕστερα ἀπό πρόταση τῆς Μητρόπολης Βέροιας, Ναούσης καί Καμπανίας, τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο ἀποφάσισε τήν ἁγιοκατάταξη καί τῶν μελῶν τῆς οἰκογένειας τοῦ. Ἡμέρα μνήμης τους ὁρίστηκε ἡ 18η Δεκεμβρίου.
Τήν Α΄ Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας, πού ἑορτάσαμε τήν περασμένην Κυριακήν, εἶναι ἡ ἑορτή κατά τήν ὁποίαν οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, στήν 7η Οἰκουμενική Σύνοδο ἔδειξαν ὅτι ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ ἀληθινά ἔγινε ἄνθρωπος, γιά νά θεωθεί ὁ ἄνθρωπος. Τήν Β΄ Κυριακή ὅμως προβάλλει τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ, γιά νά μᾶς δείξει ὅτι ἀφοῦ ὁ Θεός ἔγινε ἄνθρωπος, ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νά γίνει Θεός. Καί δύο μεγάλες Σύνοδοι, πού ἔγιναν στήν Κωνσταντινούπολη τό 1341 μ. Χ. καί τό 1351 μ. Χ., κατοχύρωσαν αὐτήν τή μεγάλη ἀλήθεια.
Εἶναι οἱ τελευταῖες μεγάλες Σύνοδοι πού ἔγιναν στήν Κωνσταντινούπολη, στήν Ἀνατολική Έκκλησία, 100 χρόνια πρίν πέσει ἡ Κωνσταντινούπολις στούς ἀλλόθρησκους. Ἀφορμή ἦταν οἱ παπικοί τῆς Δύσεως, οἱ ὁποῖοι ὑπεστήριζαν μέσῳ ἑνός μοναχοῦ, τοῦ Βαρλαάμ Καλαβροῦ, ὅτι δέν εἶναι δυνατόν ὁ ἄνθρωπος νά φθάσει στή θέωση!
Ὁ ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς τούς πολέμησε μέ τίς Συνόδους αὐτές καί ἔθεσε τό θεμέλιον τῆς Ὀρθοδόξου Ἀνατολικῆς Θεολογίας, ὥστε ὅταν θά ἔρχονταν τά μεγάλα κύματα τῆς Δύσεως νά τήν καταποντίσουν, αὐτή νά εἶναι θεμελιωμένη. Ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο ἵνα ἡ σάρξ γένηται λόγος: ὁ Θεός ἔγινε ἄνθρωπος, γιά νά γίνει ὁ ἄνθρωπος Θεός. Τί μπορεῖ νά γίνει ὁ ἄνθρωπος; Καί ἀπάντησε ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς: «Νά θεωθεί!».
Τί σημαίνει θέωσις; Σημαίνει τήν κοινωνία, τήν προσωπική κοινωνία τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεό. «Θεώνομαι» πού εἶναι μία λέξις καθαρά ἑλληνική, πού δέν μπόρεσε νά μεταφραστεῖ σέ καμία γλῶσσα, οὔτε σέ αὐτήν τήν Λατινικήν, εἶναι μία λέξις μοναδική στή γλῶσσα μας καί σέ ὅλες τίς γλῶσσες τοῦ κόσμου. Ἄν ἔπρεπε νά μιλήσει ὁ Λατῖνος ἤ ὁ Γερμανός ἤ ὁ Κινέζος θά ἔλεγε τή λέξη ἑλληνικά, «θέωσις». Εἶναι ἡ θεοποίησις τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου καί τοῦ Μεγάλου Βασιλείου. Τό νά γίνει ὁ ἄνθρωπος Θεός. Καί νά ἔχει ὁ ἄνθρωπος μιά κοινωνία μέ τόν Θεό κατά ἕναν μοναδικό τρόπο.
Εἶναι δυνατόν αὐτό;
Ἐφόσον ὁ Θεός εἶναι ἀκατάληπτος καί «φῶς οἰκῶν ἀπρόσιτον» (=πού κατοικεῖ σέ φῶς ἀπρόσιτο) [Α’ Τίμ. στ΄ 16], πῶς εἶναι δυνατόν ὁ ἄνθρωπος νά φθάσει μέσα στήν περιοχή τοῦ Θεοῦ καί νά θεωθεί; Οἱ ἴδιοι πάλι Πατέρες ὑπεστήριξαν ὅτι ὁ Θεός εἶναι ἀκατάληπτος καί ἀπρόσιτος. Ὅμως, ἐδῶ ἦταν τώρα ἡ μεγάλη προσφορά τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Παλαμά.
Το ἄκτιστο φῶς τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Κυρίου εἶναι τό ἴδιο μέ τό ἄκτιστο φῶς τοῦ ἡσυχασμοῦ. Μέ τή νοερά προσευχή ὁ χριστιανός βιώνει τό ἄκτιστο φῶς καί θεώνεται. Ἀντίθετα οἱ παπικοί, οἱ ἐκκοσμικευμένοι Δυτικοί μέ τόν ὀρθολογισμό, τήν φιλοσοφία καί τήν ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη στήν ἐπιστήμη, λένε: πῶς μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νά φθάσει μέσα στό μυστήριο τοῦ Θεοῦ, τοῦ ἀκατάληπτου, ἀκατανοήτου καί ἀπροσίτου καί νά θεωθεί;
Ὁ ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς διακρίνει τήν οὐσία ἀπό τίς ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ. Αὐτό ἦτο ἡ μεγάλη προσφορά τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ. Διακρίνουμε τίς ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ ἀπό τήν οὐσία τοῦ Θεοῦ, χωρίς νά χωρίσουμε ὅμως τίς ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ ἀπό τήν οὐσία τοῦ Θεοῦ. Γιατί οἱ ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ εἶναι ἄκτιστες καί συνεπῶς εἶναι ὁ Θεός. Ὅπως ἀκριβῶς εἶναι ὁ ἥλιος μέ τήν ἀκτινοβολία του. Ὁ ἥλιος, ὅπως τόν βλέπουμε, εἶναι ἀπρόσιτος.
Ποιός μπόρεσε ποτέ νά πάει στόν ἥλιο; Ἤ νά τόν πιάσει;
Εἶναι ἀπρόσιτος.
Εἶναι ὅμως προσιτός μέ τήν ἀκτινοβολία του, μέ τήν ἐνέργεια τῆς ἀκτινοβολίας του. Τόν ἥλιο τόν ἔχουμε ἐδῶ, τόν ἔχουμε στή γῆ. Μᾶς φωτίζει, μᾶς ζωογονεῖ, τόν βλέπουμε, χωρίς ὅμως νά μποροῦμε νά πᾶμε στόν ἥλιο. Κατά παρόμοιο τρόπο εἶναι ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ μέ τίς ἐνέργειές Του. Λέγει ἡ Γραφή: «Θεὸν οὐδεὶς ἑώρακε πώποτε». Ὅταν ὅμως λέμε ὅτι μποροῦμε νά δοῦμε τόν Θεό ἀπό τήν παροῦσα ζωή αὐτό σημαίνει ὅτι ὁ Θεός γίνεται φανερός μέ τίς ἐνέργειές Του.
Ἀλλά πῶς γίνεται μέ τίς ἐνέργειές Του;
Αὐτό τό «Μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ ὅτι αὐτοί τόν Θεόν ὄψονται» εἶναι ἡ βάσις ἡ εὐαγγελική. Λέγει ὁ ἅγιος Συμεῶν ὁ Νέος Θεολόγος: «Ποιοί εἶναι οἱ καθαροί στήν καρδιά; Ἐκεῖνοι ποῦ εἶναι, αὐτοί θά δοῦν τόν Θεό. Ἐσύ λές ὅτι θά δεῖς τόν Θεό στήν ἄλλη ζωή. Μά στήν ἄλλη ζωή, δέν ὑπάρχει ἡ δυνατότητα νά καθαρίσεις τήν καρδιά σου, γιά νά δεῖς τόν Θεό». Ἐδῶ εἶναι ἡ δυνατότητα νά καθαρίσεις τήν καρδιά σου, γιά νά δεῖς τόν Θεό. Συνεπῶς ἐδῶ θά δεῖς τόν Θεό, ἐδῶ στήν παροῦσα ζωή. Σύμφωνα μέ τήν ἐμπειρία τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας καί τῶν ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας: ἡ πνευματική ζωή δέν ἐξαντλεῖται στή μετάνοια, ἀλλά ἐπεκτείνεται στήν ἀναγέννηση, στή μεταμόρφωση. Λέγει ὁ ἅγιος Νικόδημος: «Ὅταν κάποιος πού πεθαίνει, μᾶς φωνάξουν νά τόν ἐξομολογήσουμε καί νά τόν κοινωνήσουμε, πηγαίνουμε ἐκ καθήκοντος, γιατί μας τό ζήτησαν.
Δέν ξέρουμε ὅμως ἄν αὐτός ὁ ἄνθρωπος θά σωθεῖ.
Ἁπλούστατα γιατί ἀφήσαμε νά περάσει ἡ ζωή μας καί νομίσαμε ὅτι πρός τό τέλος τῆς ζωῆς μας… κι αὐτό τό λάθος κάνουμε, ὅτι θά ἀφήσουμε νά μετανοήσουμε στό τέλος. Δέν εἶναι ἡ μετάνοια πού θά μᾶς σώσει. Ἡ ἀναγέννηση. Εἶναι ἡ ἀναγέννηση. Ἄφησες τή μετάνοια, ἀδελφέ μου· νά περάσει ἡ ζωή σου καί τότε νά μετανοήσεις, εἶπες. Εἶσαι σίγουρος ὅτι θά γεράσεις; Εἶσαι σίγουρος ὅτι δέν θά ἔχεις αἰφνίδιο θάνατο; Ἔστω. Ἀλλά πότε θά προλάβεις νά ἀναγεννηθεῖς; Πότε θά προλάβεις;»
Ἕνα ἀπὸ τὰ πολλὰ θαύματά του εἶναι κι αὐτὸ ποὺ ἀναφέρεται στοὺς Φράγκους τῆς Σαντορίνης. Τὸ ἀναφέρει ὁ Πατριάρχης ἱεροσολύμων Νεκτάριος (στὰ 1660), γιὰ ν’ ἀποδείξει στοὺς Φράγκους ὅτι λένε ψέματα καὶ συκοφαντίες, ὅταν λένε πὼς ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δὲν ἀνέδειξε πιὰ κανέναν ἅγιο, ἀπ’ τὸν καιρὸ ποὺ χωρίσαμε μὲ τοὺς Δυτικούς, μὲ τὸ σχίσμα.
Στὴ Σαντορίνη, λοιπόν, τὴ μέρα τῆς μνήμης τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, δηλ. τὴ Β´ Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν, μερικοὶ Φράγκοι, Ρωμαιοκαθολικοί, μπῆκαν σὲ μιὰ βάρκα καὶ ἔκαναν βόλτα στὴ θάλασσα. Μέσα στὴ βάρκα εἶχαν καὶ μερικὰ φραγκόπουλα, δασκαλεμένα νὰ βλαστημοῦν τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ. Φώναζαν, λοιπόν, τὰ δασκαλεμένα φραγκόπουλα: «ἀνάθεμα στὸν Παλαμᾶ· ἂν εἶναι ὁ Παλαμᾶς ἅγιος, ἂς κάμει νὰ πνιγοῦμε»!
Δὲν πέρασε πολλὴ ὥρα καὶ – ὢ τοῦ θαύματος!- μέσα σὲ γαλήνια καὶ ἀκύμαντη θάλασσα, καταποντίστηκε στὸ βυθὸ ἡ βάρκα, μὲ ὅλους τοὺς Φράγκους καὶ τὰ φραγκόπουλα, ποὺ πρὶν λίγο προκαλοῦσαν τὸν ἅγιο, μὲ τὰ ὑβριστικὰ ἐκεῖνα λόγια «ἂν εἶναι ἅγιος ἂς μᾶς πνίξει!»
Ὅλο τό μέγεθος τοῦ μυστηρίου τῆς σωτηρίας μας εἶναι ἡ ἀναγέννησις
τοῦ ἀνθρώπου, πού ὁδηγεῖ στή θέωση!
Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία τοῦ μακαριστοῦ γέροντος Ἀθανασίου Μυτιληναίου
στή Β΄κυριακή τῶν Νηστειῶν (Στόμιο Λαρίσης, 22-3-1981)
Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, σὲ ἐπιστολὴ τοῦ πρὸς «Τὸν εὐλαβέστατον μοναχὸν κὺρ Διονύσιον» (ΕΠΕ 4, 404) γράφει ὅτι τρία εἶναι τὰ εἴδη τῆς ἀθεΐας.
1. στὸ πρῶτο ἀνήκουν οἱ κατ᾽ ἐξοχὴν ἄθεοι, ὅσοι, δηλαδή, δὲν πιστεύουν στὴν ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ,
2. στὸ δεύτερο ἀνήκουν οἱ αἱρετικοὶ ποὺ διαστρέφουν τὰ τοῦ Θεοῦ…
3. καὶ στὸ τρίτο ὅσοι κινούμενοι ὑπό «ἀνευλαβοῦς εὐλαβείας» σιωποῦν, καὶ δὲν ὁμιλοῦν γιὰ τὴν διαστροφὴ τῶν δογμάτων τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ σιωπή ὅταν τὸ κινδυνευόμενον εἶναι ἡ Πίστις, εἶναι τὸ τρίτο εἴδος ἀθεΐας κατά τόν Ἁγίο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ.
Στό πρόσωπο τῆς Παναγίας ὁ Θεός ζωγράφισε μιά εἰκόνα, ἔκανε ἕνα πίνακα, ἐπάνω στόν ὁποῖο ζωγράφισε ὅ,τι ὡραιότερο ὑπῆρχε, ὅποια ἀρετή ὑπάρχει, ὅποια καλοσύνη, ὅποια ὀμορφιά πνευματική καί ὑλική ὑπάρχει, γιατί καί σωματικά ἡ Παναγία ἦταν σεμνή καί ὄμορφη.
Ὅλα τά κάλλη, ζωγράφισε ὁ Θεός στό πρόσωπο τῆς Παναγίας. Ἡ Παναγία διέσωσε το “κατ’ εἰκόνα” του ἀνθρώπου, εἶναι ἡ πραγματική εἰκόνα τοῦ ἀνθρώπου.
Κάποτε, ὁ ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς ἐνῶ βρισκόταν στό κελλί του στό Ἡσυχαστήριο τοῦ Ἁγίου Σάββα τῆς Μεγίστης Λαύρας τοῦ Ἁγίου Ὄρους, προσευχόταν στήν Ὑπεραγία Θεοτόκο γιά τόν ἴδιο καί τή συνοδεία του, παρακαλῶντας τήν νά ἔχουν «εὔκολη καί ἀνεμπόδιστη τήν πνευματική πολιτεία καί τήν πρός τόν Θεόν ἀνάβαση», ἀλλά καί νά τούς κάνει εὔκολη καί χωρίς πολλούς κόπους τήν ἐξοικονόμηση τῶν καθημερινῶν ἀναγκαίων γιά τήν διατροφή τους, γιά νά μήν σπαταλοῦν τόν χρόνο τους εἰς βάρος τῆς ἀσκητικῆς καί πνευματικῆς τους ζωῆς.
Καί τότε ἡ Παναγία φανερώθηκε σ’ αὐτόν στό φῶς τῆς ἡμέρας, ὅπως ἀκριβῶς τήν βλέπουμε στίς εἰκόνες, «σεμνῶς καί παρθενικῶς στολισμένη». Μαζί της εἶχε μιά μεγάλη συνοδεία καί ἀφοῦ στράφηκε πρός τούς λαμπρότατους αὐτούς συνοδούς της, τούς εἶπε:
– Ἀπό τώρα καί εἰς τό ἑξῆς νά οἰκονομάτε ὅλα τά χρειαζόμενα, καί νά δίδετε στόν Γρηγόριο καί τή συνοδεία του.
Αὐτά διέταξε ἡ Κυρία καί προστάτιδα τοῦ Ἄθωνα καί ἔγινε ἀμέσως ἄφαντη.Ἔλεγε, δέ ὁ ἅγιος Γρηγόριος, πώς ἀπό τότε καί μετά, ὅπου καί νά βρισκόταν ὁ ἴδιος καί οἱ συνασκητές του, εἶχαν ὅλα ὅσα χρειάζονταν καί μάλιστα χωρίς νά κοπιάζουν.