Οἱ Ἅγιοι Κύριλλος καί Μεθόδιος, κατά κόσμον Κωνσταντῖνος καί Μιχαήλ, ἦταν παιδιά τοῦ δρουγγάριου στρατιωτικοῦ διοικητοῦ Λέοντος καί γεννήθηκαν στήν Θεσσαλονίκη. Ὁ Κωνσταντῖνος γεννήθηκε περί τό 827, ἐνῶ ὁ μεγαλύτερος ἀδελφός τοῦ Μιχαήλ τό 815. Εἶχαν δέ ἄλλα πέντε ἀδέλφια. Ὁ Κωνσταντῖνος ἦταν ὁ μικρότερος καί εἶχε μεγάλη ἐπιμέλεια στά γράμματα. Παιδί ἀκόμη, εἶχε διαβάσει τά ἔργα τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου καί εἶχε γράψει ὕμνο πρός τιμήν του. Τά χαρίσματά του τά πρόσεξε ὁ λογοθέτης Θεόκτιστος καί τόν ἔστειλε στήν σχολή τῆς Μαγναύρας, ὅπου μέ τήν καθοδήγηση τοῦ Λέοντος τοῦ Μαθηματικοῦ καί τοῦ ἱεροῦ Φωτίου σπούδασε βασικά φιλοσοφία. Διέπρεψε στίς σπουδές του καί ἀρχικά διορίσθηκε χαρτοφύλακας (ἀρχιγραμματέας) τοῦ Πατριαρχείου καί ἀργότερα καθηγητής τῆς φιλοσοφίας στή σχολή τῆς Μαγναύρας.
Ὁ Μιχαήλ ἀκολούθησε τήν σταδιοδρομία τοῦ πατέρα τους. Ἔγινε στρατιωτικός καί ἀνέλαβε τήν διοίκηση τῆς περιοχῆς τῶν πηγῶν τοῦ Στρυμόνος, δηλαδή στά σημερινά σύνορα Βουλγαρίας καί Σερβίας, ὅπου καί γνώρισε καλά τούς Σλάβους. Παρά τήν ἐπιτυχημένη σταδιοδρομία καί τῶν δύο ἀδελφῶν, βαθιά τους συγκλόνιζε ὁ ζῆλος γιά τήν πνευματική ζωή. Εἶχαν μοναστική κλίση, ἀλλά πίστευαν στή μαρτυρική διακονία τῆς κλίσεώς τους αὐτῆς, γιά νά σωθοῦν καί ἄλλες ψυχές.
Ὁ 9ος αἰῶνας μ.Χ., ὅταν καί ἔλαμψαν οἱ Ἅγιοι, εἶναι μιά σπουδαία περίοδος γιὰ τὸ Βυζάντιο. Χαρακτηρίζεται ἀπό ἀκμή στήν πολιτική καί στρατιωτική δύναμη καί ἀπό ἄνθηση στήν οἰκονομία, στά γράμματα, στίς τέχνες. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἀνατολῆς ἀνασυγκροτεῖται μετά τήν τρικυμία της εἰκονομαχίας. Τό πρόβλημα της εἰκονομαχίας, ἄν μπορεῖ ἡ φύση τοῦ Θεοῦ, ἡ θεία καί ἡ ἀνθρώπινη, νά παρασταθεῖ εἰκονικά, ἔχει ἐπιλυθεῖ. Τά ρήγματα ὅμως ἀπό τίς ἐκκλησιαστικές καί πολιτικές συγκρούσεις μεταξύ Δύσεως καί Ἀνατολῆς γίνονται βαθύτερα.
Τά ἐγκόσμια συμφέροντα, οἱ ἀνταγωνισμοί γιά τήν πνευματική καί πολιτική ἐξουσία διασποῦν την μέχρι τότε ἑνιαία Χριστιανική Οἰκουμένη σέ δύο παράλληλους κόσμους, τό Βυζαντινό καί τό Φραγκικό. Οἱ διαφορές εἶναι ὁρατές στά μέσα τοῦ 9ου αἰῶνα μ.Χ., ὅταν ἀνέκυψε τό θέμα τοῦ ἐκχριστιανισμοῦ τῶν Σλάβων τῆς Δύσεως. Σέ αὐτήν τήν ἀντιδικία μπλέκονται οἱ δύο Θεσσαλονικεῖς ἀδελφοί. Ἀρχικά ὁ Κωνσταντῖνος ἀναπτύσσει ἱεραποστολικό ἔργο μεταξύ τῆς Τουρκικῆς φυλῆς τῶν Χαζάρων. Ἡ μεγάλη ὅμως εὐκαιρία δίνεται τό καλοκαίρι τοῦ 862 μ.Χ., ὅταν φθάνει στήν Κωνσταντινούπολη πρεσβεία τοῦ ἡγεμόνος τῶν Μοραβῶν Ραστισλάβου, πού τό ἔθνος του κατοικοῦσε ἀπό τή Βοημία μέχρι τά Καρπάθια καί τόν Δούναβη.
Ὁ Ραστισλάβος ζητᾶ ἀπό τόν αὐτοκράτορα Μιχαήλ ἕναν Ἐπίσκοπο καί δάσκαλο, γιά νά τούς διδάξει στή γλῶσσα τους τήν ἀληθινή πίστη καί νά προσέλθουν καί ἄλλοι στόν Χριστό. Εἶχαν βαπτισθεῖ πολλοί, ἀλλά καί οἱ βαπτισμένοι ἀπό τούς Λατίνους ἱεραποστόλους ἀγνοοῦσαν τόν Χριστιανισμό, ὅσο καί οἱ ἀβάπτιστοι, ἀφοῦ οἱ Λατῖνοι, συνεπεῖς στήν παράδοσή τους, τούς ἐπέβαλαν τήν γνώση τοῦ Εὐαγγελίου στά λατινικά καί τήν λατρεία πάλι στά λατινικά, δηλαδή σέ μία γλῶσσα πού ἀγνοοῦσαν. Ὁ αὐτοκράτορας Μιχαήλ προσκαλεῖ τόν φιλόσοφο Κωνσταντῖνο νά ἀναλάβει αὐτήν τήν ἀποστολή πρός τούς Μοραβούς. Τό ἔργο τό δέχεται ὁ Κωνσταντῖνος ὑπό τήν προϋπόθεση τῆς δημιουργίας γραφῆς στή γλῶσσα τῶν Μοραβῶν.
Μετά ἀπό μελέτες φτιάχνει τό λεγόμενο γλαγολιτικό (ὄχι τό κυριλλικό) ἀλφάβητο καί ἀρχίζει τήν μετάφραση τοῦ Εὐαγγελίου καί τῆς Βυζαντινῆς Λειτουργίας, καθώς καί ἄλλων βιβλίων. Τήν ἄνοιξη τοῦ 863 μ.Χ., ὁ Κωνσταντῖνος παίρνει τόν ἀδελφό τοῦ Μιχαήλ, πού εἶχε γίνει μοναχός μέ τό ὄνομα Μεθόδιος, καί φθάνει στήν αὐλή τοῦ Ραστισλάβου. Ἡ ἐργασία τους διαρκεῖ τρία χρόνια. Ἔκαναν σπουδαῖες μεταφράσεις, εἰσήγαγαν τήν βυζαντινή παράδοση τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας στή Μοραβία. Ἄνοιξαν τούς πολιτιστικούς ὁρίζοντες τοῦ εὐαγγελιζόμενου λαοῦ. Ἔγιναν οἱ πραγματικοί φωτιστές του.
Μέ ἀφετηρία τήν ἀρχή ὅτι κάθε λαός ἔχει τό δικαίωμα νά λατρεύει τόν Θεό στή μητρική του γλῶσσα, οἱ ἅγιοι ἀδελφοί συγκρότησαν γραπτή σλαβική γλῶσσα, μετέφρασαν τά λειτουργικά βιβλία στή γλῶσσα αὐτή, καθιέρωσαν τήν σλαβική ὡς λειτουργική γλῶσσα, ἔγραψαν καί πρωτότυπα ἔργα καί κατέστησαν διδάσκαλοι δεκάδων μαθητῶν γιά τήν ἐπάνδρωση τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας μέ διακόνους καί πρεσβυτέρους, ἄριστους γνῶστες τῆς λειτουργικῆς παλαιοσλαβικής γλώσσας.
Ἡ διείσδυση ὅμως αὐτή ἐνόχλησε τούς Φράγκους καί τή Ρώμη πού ἄρχισαν νά ὑποσκάπτουν ἀδιάκοπα τήν ἱεραποστολική ἐργασία τους. Ἡ θέση ἡ δική τους, καθώς καί τῶν συνεργατῶν τους μοναχῶν, ἔγινε δύσκολη, ὅταν στήν Πόλη τήν ἐξουσία κατέλαβε ὁ Βασίλειος ὁ Β’, πού ξανά έφερε στόν θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως ὡς Πατριάρχη τόν Ἰγνάτιο καί ἐπανασύνδεσε τό Βυζάντιο μέ τήν Ἐκκλησία τῆς Ρώμης.
Τό 866 μ.Χ. καί οἱ Βούλγαροι εἶχαν συνδεθεῖ μέ τήν Ρώμη. Ἔτσι ἡ ἱεραποστολή ἀπομονώθηκε ἀπό τίς ρίζες της καί ἀναγκάσθηκε νά ἔλθει σέ συνδιαλλαγή μέ τούς Λατίνους. Στίς ἀρχές τοῦ 868 μ.Χ., ὁ Κωνσταντῖνος καί ὁ Μεθόδιος φθάνουν στή Ρώμη κομίζοντας τά ἱερά λείψανα τοῦ ἱεραποστόλου Κλήμεντος, πού εἶχε μαρτυρήσει στή χώρα τῶν Χαζάρων. Προσπαθοῦν νά τακτοποιήσουν τίς διαφορές τους μέ τούς Λατίνους ἱεραποστόλους ἐνώπιον τοῦ Πάπα Ἀνδριανοῦ Β’. Ἡ μόρφωση καί ἡ εὐσέβεια τῶν δύο ἀδελφῶν κατέπληξε τούς Ρωμαίους κληρικούς.
Ὁ Πάπας ἀναγνώρισε τό ἔργο τους πανηγυρικά, ἀλλά ἐπεδίωξε νά τό ἀποσυνδέσει ἀπό τήν Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως καί νά τό προσεταιρισθεῖ. Ὁ Πάπας Ἀνδριανός παρέλαβε ἀπό τούς ἱεραποστόλους τά σλαβικά βιβλία, τά εὐλόγησε, τά ἀπέθεσε στό ναό τῆς Ἁγίας Μαρίας, τόν ἀποκαλούμενο Φάτνη καί τέλεσε μέ αὐτά τήν Θεία Λειτουργία. Στό σημεῖο αὐτό πρέπει νά ὑπογραμμισθεῖ ὅτι ὁ Πάπας ἀπέθεσε τά σλαβικά βιβλία στήν Ἁγία Τράπεζα καί τά πρόσφερε ὡς ἀφιέρωμα στόν Θεό. Ἔδωσε μάλιστα ἐντολή σέ δύο Ἐπισκόπους, τόν Φορμόζο καί τόν Γκόντριχον, νά προχωρήσουν στή χειροτονία τῶν μαθητῶν τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου καί Μεθοδίου, τῶν μελλοντικῶν κληρικῶν των Σλάβων στή μητρική τους γλῶσσα. Καί μετά ταῦτα δόθηκε ἡ ἄδεια σέ αὐτούς, τούς νεοχειροτόνητους κληρικούς, νά τελέσουν τή θεία λειτουργία σλαβιστί στούς ναούς τοῦ Ἁγίου Πέτρου, τῆς Ἁγίας Πετρωνίλλας καί τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου.
Ὁ Πάπας καταδίκασε ἀκόμη τούς πιστούς πού ἀντιδροῦσαν στήν λειτουργική χρήση τῆς σλαβικῆς γλώσσας καί τούς ἀποκάλεσε Πιλατιανούς καί Τριγλωσσίτες. Μάλιστα ὑποχρέωσε ἕναν Ἐπίσκοπο, πού ὑπῆρξε ὀπαδός τοῦ Τριγλωσσισμοῦ, νά χειροτονήσει τρεῖς ἱερεῖς καί δύο ἀναγνῶστες ἀπό τούς Σλάβους μαθητές τῶν δύο Ἁγίων ἀδελφῶν. Καί τό ἐπιστέγασμα τῆς λειτουργικῆς πανδαισίας σλαβιστί συνδέθηκε μέ τόν Ἀπόστολο τῶν ἐθνῶν Παῦλο. Οἱ Σλάβοι μαθητές-κληρικοί λειτουργοῦσαν τήν νύχτα πάνω στόν τάφο τοῦ μεγάλου διδασκάλου τῶν ἐθνικῶν, τοῦ Παύλου. Καί μάλιστα εἶχαν ὡς συλλειτουργούς τους τόν Ἐπίσκοπο Ἀρσένιο, δηλαδή ἕναν ἀπό τούς ἑπτά ἐπισκόπους συμβούλους τοῦ Πάπα, καί τόν Ἀναστάσιο τόν Βιβλιοθηκάριο.
Ἡ πράξη αὐτή δέν ἦταν τυχαία. Εἶχε συμβολικό χαρακτῆρα. Συνέδεε καί παραλλήλιζε τό ἔργο τῶν Ἁγίων Κυρίλλου καί Μεθοδίου μέ τούς ἱεραποστολικούς ἄθλους τοῦ Παύλου. Σημειωτέον ὅτι ὁ ναός τοῦ Ἀποστόλου Παύλου βρισκόταν ἔξω ἀπό τά τείχη τῆς πόλεως. Καί συνεπῶς ἡ μετάβαση καί ἡ τέλεση Λειτουργίας σέ αὐτόν σλαβιστί καί μάλιστα ἐπάνω στόν τάφο τοῦ Ἀποστόλου δέν ἀποτελοῦσε πράξη ρουτίνας, πού ἀπέβλεπε ἁπλῶς στήν τέλεση ὁρισμένων λειτουργιῶν στή σλαβική γλῶσσα. Ἦταν ἡ πανηγυρική ἔγκριση τῆς σλαβικῆς ὡς λειτουργικῆς γλώσσας ἀπό τόν Ἀπόστολο τῶν ἐθνῶν.
Στό διάστημα τῆς παραμονῆς τους στή Ρώμη, ὁ Κωνσταντῖνος ἀρρωσταίνει βαριά. Προαισθάνεται τό τέλος του καί ζητᾶ νά πεθάνει ὡς μοναχός. Κείρεται μοναχός καί ὀνομάζεται Κύριλλος. Στίς 4 Φεβρουαρίου τοῦ 869 μ.Χ. ὁ πύρινος ἱεραπόστολος, πού ἄναψε τήν φωτιά τῆς πίστεως καί τοῦ πολιτισμοῦ στόν σλαβικό κόσμο, κοιμήθηκε ἐν εἰρήνῃ. Ὁ Μεθόδιος θέλει νά μεταφέρει τό σκήνωμά του στή Θεσσαλονίκη, ἀλλά ὁ Πάπας Ἀνδριανός δέν τό ἐπιτρέπει καί τόν θάβει στόn ναό τοῦ Ἁγίου Κλήμεντος, ὅπου μέχρι καί σήμερα δείχνεται ὁ τάφος του.
Στή συνέχεια, ὁ Μεθόδιος χειροτονεῖται ἀπό τόν Πάπα Ἀρχιεπίσκοπος Σιρμίου, γιά νά ἐγκατασταθεῖ στήν Παννονία. Ἡ Ρώμη ἐπιδέξια οἰκειοποιεῖται τό ἱεραποστολικό ἔργο τῆς Ἐκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως. Ἡ ζωή ὅμως τοῦ Μεθοδίου, ὡς Ἀρχιεπισκόπου, περιπλέκεται στούς ἀνταγωνισμούς τῶν Λατίνων καί τῶν Φράγκων Ἐπισκόπων, στίς δολοπλοκίες τῶν ἡγεμόνων καί τῶν ἀρχόντων καί γίνεται μαρτυρική. Τόν φυλακίζουν δυόμιση χρόνια σέ μοναστήρι τοῦ Μέλανος Δρυμοῦ καί μόλις τό 873 μ.Χ. ὁ Πάπας Ἰωάννης Ἡ’ τόν ἐλευθερώνει καί τόν ἀποκαθιστᾶ. Ἡ λατρεία ὅμως στά σλαβονικά ἀπαγορεύεται καί μόνο τό κήρυγμα ἐπιτρέπεται.
Τό 885 μ.Χ., στή Μοραβία, ὁ Μεθόδιος παραδίδει τό πνεῦμα του μέσα σέ ἕνα κλίμα ἀντιδράσεων καί ραδιουργιῶν. Εἶχε ὅμως προετοιμάσει διακόσιους νέους ἱεραποστόλους. Αὐτοί ξεχύθηκαν στήν Ἀνατολική Εὐρώπη, διέδωσαν καί στερέωσαν τήν Ὀρθοδοξία στά σλαβικά Ἔθνη. Ἦταν τέτοια δέ ἡ δύναμη καί τό ρίζωμα τοῦ ἔργου τους, ὥστε οὔτε ἡ λαίλαπα τῆς Οὐνίας κατόρθωσε νά ἐξανεμίσει τό θεολογικό καί πολιτισμικό ἔργο τῶν δύο Ἰσαποστόλων ἀδελφῶν, τοῦ Κυρίλλου καί τοῦ Μεθοδίου.
Κατά τήν ἐξόδιο ἀκολουθία τοῦ Ἁγίου Μεθοδίου ἀναρίθμητος λαός, ἀφοῦ συγκεντρώθηκε, τόν συνόδευσε μέ λαμπάδες καί θρήνησε τόν ἀγαθό διδάσκαλο καί ποιμένα. Ἄνδρες καί γυναῖκες, μικροί καί μεγάλοι, πλούσιοι καί φτωχοί, ἐλεύθεροι καί δοῦλοι, χῆρες καί ὀρφανά, ξένοι καί ντόπιοι, ἀσθενεῖς καί ὑγιεῖς, ὅλοι τόν συνόδευσαν, γιατί ἔδινε τά πάντα σέ ὅλους, γιά νά τούς κερδίσει. Ἡ ἱεραποστολική πορεία τους, παρά τά τόσα θρησκευτικά καί πολιτιστικά ἐπιτεύγματά της γιά ὁλόκληρο τον Βορρᾶ, δέν μᾶς εἶναι γνωστή ἀπό τούς Βυζαντινούς. Ἄν καί ἐργάσθηκαν ὅσο λίγοι γιά τήν δόξα τῆς Ὀρθοδοξίας, ἄργησαν οἱ Ἑλληνόφωνες Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες νά τούς περιλάβουν στόν κατάλογο τῶν ἐκλεκτῶν τοῦ Θεοῦ Ἁγίων.
Τήν ζωή καί τήν δράση τους, τίς μαθαίνουμε ἀπό σλαβικές καί λατινικές πηγές καί ἀπό δύο παλαιοσλαβονικές βιογραφίες. Οἱ δύο Ἅγιοι ἀνεδείχθησαν ἄξιοι μιμητές τοῦ Ἀποστόλου Παύλου σέ πολλούς τομεῖς τοῦ βίου καί τῆς δράσεώς τους. Καταρχάς ἐντάσσονται μέσα στό σχέδιο τῆς Θείας Οἰκονομίας. Καί μετά τήν ἔλευση τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ στή γῆ ἡ Θεία Οἰκονομία ἐκφράζεται κατά τόν καλύτερο τρόπο μέ τή φράση τοῦ Ἀποστόλου Παύλου «ὅς πάντας ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι καί εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν», τήν ὁποία ἐπαναλαμβάνει ὁ βιογράφος τοῦ Ἁγίου Μεθοδίου, τόν ὁποῖο ὁ Θεός ἀνέστησε ὡς διδάσκαλο στούς καιρούς τοῦ χάριν τοῦ Σλαβικοῦ γένους, γιά τό ὁποῖο ποτέ κανείς ποτέ δέν εἶχε ἐνδιαφερθεῖ.
Ὁ Ἅγιος Μεθόδιος μιμήθηκε τόν Ἀπόστολο Παῦλο στήν περιφρόνηση τῶν κινδύνων, ἰδίως στά ταξίδια καί τίς περιπλανήσεις του. Γι’ αὐτό καί ὁ βιογράφος του σημειώνει ὅτι σέ ὅλα τά ταξίδια του ὁ Μεθόδιος περιέπεσε σέ πολλούς κινδύνους, πού προκλήθηκαν ἀπό τόν κακό ἐχθρό (τό διάβολο). Κινδύνευσε στίς ἐρήμους ἀπό τούς λῃστές, στή θάλασσα ἀπό τρικυμίες, στά ποτάμια ἀπό θανάσιμους κινδύνους καί ἔτσι ἐκπληρώθηκε σέ αὐτόν ὁ λόγος τοῦ Ἀποστόλου: «Κινδύνοις λῃστῶν, κινδύνοις ἐν θαλάσσῃ, κινδύνοις ποταμῶν, κινδύνοις ἕν ψευδαδέλφοις, ἐν κόπῳ καί μόχθῳ, ἐν ἀγρυπνίαις πολλάκις, ἐν λιμῷ καί δίψῃ» καί σέ ὅλα τά παθήματα, τά μνημονευόμενα ἀπό τόν Ἀπόστολο.