Την τέταρτη ημέρα της εβδομάδος που ήταν αφιερωμένη στην εορτή του Εβραϊκού Πάσχα, έγινε συνέδριο υπό των αρχιερέων και των γραμματέων και των πρεσβυτέρων του λαού στην αυλή της οικίας του Καϊάφα, του αρχιερέως εκείνης της χρονιάς, με στόχο να συζητήσουν πώς να συλλάβουν τον Ιησού. Η απόφασή τους ήταν ότι έπρεπε να γίνει αυτό αλλά όχι την περίοδο της εορτής που είχαν συγκεντρωθεί τόσοι Ισραηλίτες από όλες τις περιοχές, αλλά μετά την εορτή. Δηλαδή, αφού είχαν ολοκληρωθεί οι εορτασμοί. Αλλά ο Θεός όπως θα δούμε είχε άλλο σχέδιο και αυτό τελικά ακολουθήθηκε.
Ο Ιησούς τώρα με τους μαθητές του ευρίσκοντο στην Βηθανία, στο σπίτι κάποιου Σίμωνος, που είχε προηγουμένως λέπρα αλλά είχε θεραπευθεί, και δειπνούσαν. Εκεί λοιπόν ήρθε και μια γυναίκα η οποία κουβαλούσε ένα αγγείο με μύρο και το έχυσε επάνω στην κεφαλή του Ιησού. Κάποιος από τους μαθητές του, που γνωρίζουμε εκ των υστέρων ότι ήταν ο Ιούδας ο Ισκαριώτης, όμως αγανάκτησε που η γυναίκα χαράμιζε αυτό το πολύτιμο υγρό χωρίς λόγο ενώ θα μπορούσε να το πωλήσει και να δώσει τα χρήματα από αυτό ελεημοσύνη. Ο Κύριος, όμως, που προγνώριζε τα γεγονότα που θα ακολουθούσαν, τον διόρθωσε και του ανακοίνωσε ότι το έκανε αυτό ώστε να είναι μυρωμένος όταν θα ενταφιαζόταν. Τους φτωχούς, τους είπε, πάντοτε θα τους εύρισκαν για να τους δώσουν ελεημοσύνη, αλλά ο Κύριος θα αναχωρούσε από τον κόσμο αυτό και δεν θα μπορούσαν να του προσφέρουν τίποτα. Προφανώς, οι μαθητές δεν κατενόησαν τι εννοούσε αφού δεν φαντάζονταν ότι σε πολύ λίγες ώρες ο Κύριος θα σταυρωνόταν και θα είχε τόσο φρικτό θάνατο.
Το ίδιο βράδυ, λοιπόν, ο Ιούδας ο Ισκαριώτης έφυγε από την ομάδα του Χριστού και πήγε στους αρχιερείς με σκοπό να τον παραδώσει. Τους ρώτησε μάλιστα για αντάλλαγμα: Τι θέλετε να μου δώσετε ώστε να σας Τον παραδώσω; Εκείνοι χάρηκαν πολύ και του έδωσαν τριάκοντα αργύρια, τα οποία ως αξία ήταν αρκετά για να αγοράσουν κάποιον δούλο, όπως αναφέρεται και στην Παλαιά Διαθήκη, στο βιβλίο της εξόδου από τον Μωϋσή που καθόριζε τα ποσά που έπρεπε να δώσει κάποιος ως αποζημίωση για την θανάτωση του δούλου κάποιου άλλου. Από τότε άρχισε ο Ιούδας να προσπαθεί να βρει μια ευκαιρία να ειδοποιήσει τους Αρχιερείς και τους Γραμματείς να συλλάβουν τον Ιησού χωρίς να υπάρχουν άλλοι πολίτες τριγύρω να τους εμποδίσουν.
Αυτή η προδοσία μάς θυμίζει επίσης και την προδοσία του Ιωσήφ υπό των αδερφών του στο βιβλίο της Γενέσεως, που τον πώλησαν ως δούλο σε εμπόρους, αντί είκοσι χρυσών νομισμάτων, και τελικά κατέληξε στην οικία του Πετεφρή, του αρχιμάγειρος του Φαραώ. Τον Ιωσήφ τον Πάγκαλο η Εκκλησία μάς τον θυμίζει τη Μεγάλη Δευτέρα, ως προτύπωση της ανεξικακίας του Ιησού στην κακία που θα του έδειχναν αργότερα οι Ιουδαίοι, ο λαός Του στον ίδιο. Και σ’ εκείνη την περίπτωση ένας Ιούδας κανόνισε την πώληση και την προδοσία. Από τον Ιούδα εκείνον κατήγοντο οι κατοίκοι της περιοχής της Ιουδαίας, δηλαδή της περιοχής όπου κατοικούσε η φυλή του Ιούδα, όπου ανήκαν και οι πόλεις της Ιερουσαλήμ και της Βηθλεέμ.