Οι Φαρισαίοι απεικονίζονται στην εικονογραφία της Εκκλησίας μας να φορούν ένα κάλυμμα το κεφάλι και τις περισσότερε ςφορές να στρέφουν το κεφάλι μακρυά από τον Χριστό και να συνομιλούν μεταξύ τους. Το κάλυμμα στο κεφάλι και τα ρούχα τους δήλωναν την εξουσία που είχαν επάνω στον λαό εξαιτίας των θεωρούμενων γνώσεών τους περί των διαταγών του νόμου αλλά και διότι οι ιερείς τούς παραχωρούσαν αυτήν την εξουσία να καθοδηγούν τον λαό στα θρησκευτικά θέματα.
Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός συνέχισε να πηγαίνει στο Ιερό, στον Ναό των Ιεροσολύμων, τα πρωινά, αφού επέστρεφε από την διανυκτέρευσή του στο όρος των Ελαιών. Σε μια από τις επόμενες ημέρες που επανήλθε στο ιερό και περπατούσε (πλέον οι έμποροι δεν βρίσκονταν εκεί πέρα) ήρθαν οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι να τον παγιδέψουν με τις ερωτήσεις τους. Το ερώτημά τους ήταν κατά πόσο έπρεπε να αποδίδουν φόρο στον Καίσαρα ή όχι.
Αυτό το ερώτημα είχε δύο παγίδες. Αν ο Κύριος απαντούσε ναι, αβίαστα, τότε θα τον κατηγορούσαν ότι βοηθούσε τους Ρωμαίους και ότι δεν θέλει το καλό των Ισραηλιτών, που ζητούσαν ένα Μεσσία απελευθερωτή τους από την καταπίεση των Ρωμαίων. Αν από την άλλη έλεγε όχι, τότε ήταν έτοιμοι να τον παραδώσουν στους Ρωμαίους ως κάποιον ο οποίος αρνείται να πληρώσει τους φόρους. Δηλαδή, όπως θα δούμε στη συνέχεια, οι Φαρισαίοι ήταν υποκριτές. Υποκρίνονταν ό,τι τους συνέφερε κάθε φορά χωρίς να έχουν την παραμικρή ντροπή. Αυτό, μάλιστα, θα φανεί πολύ πιο φανερά αργότερα, όταν θα παραδώσουν τον Χριστό στον Πιλάτο. Άρα, λοιπόν, θέλανε να παγιδεύσουν τον Χριστό να δώσει μια από τις δύο απαντήσεις, είτε ναι είτε όχι.
Όμως, ο Κύριος, Θεός ων και γνωρίζοντας την πονηρία τους, δεν τους έκανε το χατήρι αλλά τους απέδειξε με τον τρόπο που απάντησε ότι ο σκοπός του ανθρώπου δεν είναι να υποκρίνεται τον καλό, τον νομοταγή ή τον υπάκουο αλλά να είναι όντως καλός, νομοταγής όταν χρειάζεται και υπάκουος.
Τους ζήτησε, λοιπόν, να του δώσουν ένα νόμισμα και τους ρώτησε ποιανού η εικόνα και το όνομα επιγράφονταν επάνω σ’ αυτό. Αυτοί αναγκάστηκαν να απαντήσουν ότι ήταν του Καίσαρος και ο Κύριος τούς απάντησε ότι έπρεπε να δίνουν όσα ανήκουν στον Καίσαρα στον Καίσαρα αλλά επίσης να αποδίδουν και όσα ανήκουν στον Θεό, όσα ειναι δηλαδή ευεργεσίες του Θεού στον Θεό. Κι αυτό το έκανε επειδή οι Φαρισαίοι δεν ευγνωμονούσαν με ειλικρίνεια τον Θεό για όλες τις δωρεές Του και ούτε δίδασκαν έτσι τους ομοεθνείς τους.
Μετά από το παραπάνω περιστατικό και ακόμη δύο, ένα με τους Σαδδουκαίους όπου αρνούντο την ανάσταση των νεκρών που είχε προειπεί ο προφήτης Ιεζεκιήλ και του οποίου την προφητεία αναγινώσκουμε την Μεγάλη Παρασκευή το βράδυ μετά την περιφορά του Επιταφίου, αλλά και εκείνο του περιστατικού όπου κάποιος από τους Φαρισαίους ρώτησε τον Χριστό ποια είναι η μεγαλύτερη εντολή στον νόμο, ο Κύριος κάλεσε τους μαθητές Του αλλά και τον υπόλοιπο λαό και τους εξήγησε ότι δεν πρέπει να υπακούν στους Φαρισαίους διότι είναι υποκριτές. Αυτά είναι τα λεγόμενα «οὐαί» που είπε ο Κύριος· «οὐαὶ ὑμῖν, γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι, ὑποκριταῖ».
Ας τα δούμε αναλυτικά:
– Η πρώτη αμαρτία που τούς καταλογίζει είναι η ασυνέπεια λόγων και έργων «λέγουσι καὶ οὐ ποιοῦσι»· ότι ενώ τα λένε σωστά και όπως θέλει ο Θεός πολλές φορές, εντούτοις δεν τα κάνουν όπως θέλει ο Θεός αλλά όπως τα νομίζουν εκείνοι. Και έδωσε συγκεκριμένα παραδείγματα ο Κύριος που μας θυμίζουν πολύ αυτά που έχουμε δει ως τώρα για τους Φαρισαίους. «Όλα τους τα έργα τα κάνουν για να τους θαυμάζουν οι άνθρωποι», είπε ο Κύριος και μας θυμίζει την παραβολή του Τελώνου και του Φαρισαίου. «Φοράνε μεγάλα ενδύματα και θέλουν οι άλλοι να τα δοξάζουν, τους αρέσει να κάθονται στην κορυφή του τραπεζιού στα δείπνα, να κάθονται στην πρώτη καρέκλα στις συναγωγές, να ασπάζονται με σεβασμό ο ένας τον άλλον, και όλοι να τους φωνάζουν “Δάσκαλε, δάσκαλε!”». Δηλαδή, τους άρεσε να ντύνονται επιδεικτικά και να ξεχωρίζουν σε πρώτη ευκαιρία αυτοί που δίδασκαν στους άλλους να είναι ταπεινοί και φτωχοί, ώστε να είναι αρεστοί στον Θεό, και όπως είδαμε στην παραβολή του Τελώνου και του Φαρισαίου, είναι οι ίδιοι που κατηγορούσαν τους τελώνες ότι αυτοί κάνουν επίδειξη και έχουν φοβερές αμαρτίες επάνω τους.
Και εξήγησε στους μαθητές Του ο Κύριος ότι μόνο τον Χριστό πρέπει να λένε διδάσκαλο γιατί όλοι είναι αδέλφια μεταξύ τους και ίσοι, και δεν ξεχωρίζει κάποιος που τα ξέρει όλα καλύτερα από όλους τους υπόλοιπους. Επίσης, τους τόνισε ότι όποιος υπερηφανευτεί, αυτός θα ταπεινωθεί και όποιος ταπεινώνεται, αυτόν θα τον ανυψώσει ο Θεός, όπως ακριβώς πάλι έδειξε και στην παραβολή του Τελώνου και του Φαρισαίου.
– Το δεύτερο οὐαὶ είχε να κάνει με την αμαρτία ότι καταδικάζουν και κατακρίνουν όλους τους υπόλοιπους ως αμαρτωλούς και χωρίς δυνατότητα σωτηρίας, ενώ αυτοί είναι σε πολύ δεινότερη θέση.
– Η τρίτη αμαρτία που τους καταλογίζει ο Κύριος είναι ότι εκμεταλλεύονται χήρες γυναίκες, που τις βάζουν να τους διακονούν και να τους ταΐζουν με την πρόφαση ότι εκείνοι σ’ εκείνον τον οίκο προσεύχονται και τον αγιάζουν με την προσευχή τους.
– Η τέταρτη αμαρτία είναι ότι διδάσκουν τις λανθασμένες απόψεις τους για τον νόμο του Θεού και την εφαρμογή του και έτσι εκπαιδεύουν ανθρώπους που θα γίνουν πολύ χειρότεροι από εκείνους, που θα κάνουν ακόμη περισσότερη ζημιά. Αυτό συμβαίνει και στις μέρες μας με πολλούς Χριστιανούς που ακολουθούν πνευματικούς με λανθασμένες απόψεις περί του νόμου του Θεού και έτσι γίνονται οι ίδιοι ακόμη χειρότεροι.
– Η πέμπτη αμαρτία τους είναι ότι αλλοιώνουν τη διδασκαλία του Νόμου, κηρύττουν δηλαδή αιρετικές διδασκαλίες, που όποιος τις εφαρμόζει οδηγείται στο να δείχνει ασέβεια στον νόμο του Θεού και να μην τον τηρεί. Το παράδειγμα που τους έδωσε και καταδίκαζε πάλι τη φιλαργυρία τους είχε να κάνει με ότι θεωρούσαν τον όρκο στο χρυσάφι του ναού, ή στα δώρα που έφερναν ως προσφορές οι πιστοί, ανώτερο του όρκου στον ίδιο τον Ναό. Δηλαδή, ο Ναός που είναι οίκος και θρόνος του Θεού, και που αγιάζει τα δώρα, και το χρυσάφι και όλα, είναι κατώτερος του χρυσαφιού ή του ζώου που έφερναν ως δώρο οι τότε πιστοί.
– Η έκτη τους αμαρτία είναι πως έδιναν μεγαλύτερη βαρύτητα στο να τηρούν τη δεκάτη και να δίνουν από όλα τους τα υπάρχοντα, ακόμη και τα πιο φτωχικά και ευτελή το 1/10, αλλά από τα πνευματικά τους υπάρχοντα (την αγάπη, την δίκαιη κρίση, την ελεημοσύνη) δεν έδιναν τίποτα! Δηλαδή, πάλι κοιτούσαν να φαίνονται αρεστοί στους ανθρώπους αλλά όχι στον Θεό. Και τους τονίζει ότι πρέπει να κάνουν και τα δυο.
– Η έβδομη αμαρτία τους, που την είπε με δύο παραδείγματα ο Κύριος είναι πως είναι υποκριτές και ανθρωπάρεσκοι. Αλλιώς φαίνονται απέξω και αλλιώς από μέσα. Αυτοί κοιτάνε μόνο το απέξω, να φαίνονται καλοί στους ανθρώπους ενώ δεν καθαρίζουν το μέσα τους, την ψυχή τους. Και τους είπε ότι μοιάζουν με ποτήρια καθαρά απέξω αλλά με βρώμικο περιεχόμενο μέσα και με τάφους με ωραα υλικά και βαψίματα απέξω αλλά που μέσα βρωμάνε σαπίλα και νέκρα.
– Η όγδοη αμαρτία τους ήταν η υποκρισία τους ως προς τη θανάτωση των προφητών από τους προγόνους τους. Οι πρόγονοί τους Ιουδαίοι και Ισραηλίτες γενικότερα είχαν σκοτώσει με διαφόρους τρόπους τους προφήτες του Θεού, τον Ησαΐα, που τον πριόνισαν, τον Ιερεμία που λέγεται πως τον λιθοβόλησαν, και άλλους. Ο τελευταίος που εφόνευσαν ήταν ο προφήτης Ζαχαρίας, πατήρ του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου που τον φόνευσαν επειδή διεκήρυττε το αειπάρθενο της Παναγίας, που ενώ είχε συλλάβει υιόν, την έβαζε να κάθεται στον ναό με τις παρθένες.
Έπειτα από αυτά τα σκληρά λόγια που απεύθυνε στους Φαρισαίους, ο Κύριος έφυγε από τον ναό και με τους μαθητές Του βγήκε από την πόλη και πήγαν στο Όρος των Ελαιώνω. Εκεί προείπε ο Κύριος την καταστροφή της Ιερουσαλήμ και τους προϊδέασε για το πώς θα γίνει, αλλά επίσης έδωσε και την πρώτη προφητεία για τη Δευτέρα Παρουσία Του και τα συμβάντα που θα προηγηθούν αυτής, όπως και τον ερχόμο του λεγομένου Αντιχρίστου, ενός δηλαδή άλλου Μεσσία, όπως τον επιθυμούσαν οι Ιουδαίοι, κοσμικού σωτήρα που θα τους έδινε εξουσία και πλούτη πολλά.
Αυτή η προφητεία είναι πολύ σημαντική, διότι η Αποκάλυψη που έδωσε κατόπιν στον Ιωάννη τον Θεολόγο και αποτελεί το τελευταίο βιβλίο της Καινής Διαθήκης, είναι απλώς μία πιο εκτενής διήγηση των γεγονότων που θα συμβούν. Ο λόγος που παρέδωσε αυτήν την προφητεία είναι επειδή οι μαθητές του Τού ζήτησαν σημείο για το πότε θα συμβούν τα γεγονότα της καταστροφής της Ιερουσαλήμ. Και η αλήθεια είναι πως ο Κύριος προείπε για την πρώτη καταστροφή που συνέβη το 70 μ.Χ. αλλά και για τη δεύτερη τελειωτική καταστροφή που θα συμβεί στα έσχατα χρόνια όταν πλέον η Ιερουσαλήμ θα ανοικοδομηθεί, όπως και ο ναός των Ιεροσολύμων, η τρίτη ανοικοδόμηση του Ναού.
Όσα ο Κύριος ανέφερε για τα γεγονότα προ της Δευτέρας Παρουσίας Του δεν έχουν υλοποιηθεί ακόμη, αλλά ήδη πολλά από αυτά επαληθεύονται και στη δική μας γενέα, όπου έχουμε πολλούς ψευδοπροφήτες, έχουμε πολλούς πολέμους, καταστροφές, σεισμούς. Αλλά ακόμη δεν έχει εμφανιστεί αυτός ο οποίος θα απαιτήσει όπως τότε οι Αυτοκράτορες της Ρώμης να τον προσκυνάνε ως Θεό όλοι οι άνθρωποι της γης, ανεξαιρέτως θρησκείας και πίστης.
Ο Κύριος όλα αυτά τα ανέφερε λίγες ημέρες λοιπόν πριν την σταύρωσή Του, όντας στην Ιερουσαλήμ για να αποδείξει στους μαθητές Του ότι γνωρίζει και ελέγχει όχι μόνο τα όσα θα γινόντουσαν τις επόμενες ημέρες, αλλά ακόμη και της συντελείας των αιώνων. Παρόλα αυτά, δεν αποκάλυψε τον χρόνο, που παρότι η θεϊκή του φύση τον γνωρίζει, η ανθρώπινη φύση του δεν είχε αυτήν την γνώση.