Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός έξι ημέρες πριν την εορτή του Πάσχα επισκέφθηκε στη Βηθανία τον φίλο του Λάζαρον, τον οποίον σε προγενέστερο χρόνο είχε αναστήσει εκ νεκρών, όντας 4 ημέρες στον τάφο μέσα. Οι διάφοροι δε Ιουδαίοι κοιτούσαν να δουν αν ο Ιησούς θα ανέβαινε στον ναό να προσκυνήσει κατά την εορτήν του Πάσχα, που ήταν υποχρεωτικό να κάνουν όλοι οι Ιουδαίοι και που γνωρίζουμε ότι κάθε χρόνο έκανε ο Ιησούς. Στα δε 12 του χρόνια συνέβη και το θαυμαστό γεγονός όπου παρέμεινε να συζητεί με τους νομοδιδασκάλους και τον έψαχναν ο Ιωσήφ και η Παναγία μητέρα Του.
Οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι ήδη από τότε -και πιο πριν ακόμη- ήθελαν να τον συλλάβουν και να τον καταδικάσουν σε θάνατο, αλλά δεν είχαν ακόμη τρόπο να τον συλλάβουν όπως ήθελαν, δηλαδή κρυφά από τον πολύ λαό. Μάλιστα, ήθελαν να εξοντώσουν και τον Λάζαρο, διότι εξαιτίας της αποδείξεως ότι ο Χριστός μπορεί να αναστήσει και νεκρούς, εκείνοι έχαναν όλο και περισσότερο την εξουσία και την επιρροή που είχαν στον λαό. Έπαυαν δηλαδή οι απλοί κάτοικοι της Ιουδαίας να τους δίνουν σημασία εφόσον είχαν έναν αληθινό Προφήτη ανάμεσά τους και άνθρωπο του Θεού, αν και δεν τον πιστεύαν ως Υιό του Θεό και Θεό ενσαρκωμένο.
Τις επόμενες ημέρες o Κύριος μετακινήθηκε προς τα Ιεροσόλυμα. Αυτή θα ήταν η τρίτη φορά αφότου ξεκίνησε το κήρυγμά του που θα εισερχόταν στα Ιεροσόλυμα ώστε να εορτάσει το Πάσχα και αυτή τη φορά θα εξεπλήρωνε τις προφητείες περί της εισόδου στην ιερή πόλη και δεν θα εισερχόταν κρυφά, όπως έκανε τις άλλες δύο φορές. Η μία προφητεία έλεγε «Εἴπατε τῇ θυγατρὶ Σιών· Ἰδοὺ, ὁ βασιλεύς σου ἔρχεταί σοι πραΰς καὶ ἐπιβεβηκὼς ἐπὶ ὄνον καὶ πῶλον υἱὸν ὑποζυγίου.» και είναι του προφήτου Ζαχαρίου (θ’ 9).
Το δε χαρακτηριστικό είναι ότι δεν γνώριζαν όλοι οι κάτοικοι της περιοχής περί του Ιησού, διότι όπως θα δούμε στη συνέχεια υπήρχαν και πολλοί που δεν ήταν από τα μέρη εκείνα και δεν είχε τύχει να δουν ποτέ τον Ιησού, ούτε υπήρχαν εφημερίδες και περιοδικά για να δουν φωτογραφία ώστε να τον αναγνωρίσουν. Άρα, ρωτούσαν ποιος είναι αυτός που εισέρχεται αι γίνεται τόσος σαματάς. Και η απάντηση ήταν: «Οὗτός ἐστιν Ἰησοῦς ὀ προφήτης, ὁ ἀπὸ Ναζαρὲτ τῆς Γαλιλαίας». (Αυτός είναι ο Ιησούς ο προφήτης, που κατάγεται από τη Ναζαρέτ της Γαλιλαίας).
Τα ίδια δηλαδή λόγια που είπε και ο Φίλιππος στον Ναθανιήλ και είδαμε πώς αποκρίθηκε κατόπιν ο Ναθανιήλ για τους κατοίκους της Ναζαρέτ, ότι δεν ήταν γνωστοί ως οι πιο καλοί Εβραίοι. Και εντούτοις, ανάμεσά τους για πάνω από 25 χρόνια έζησε ο Χριστός, απ’ όταν επέστρεψε με την Παναγία μητέρα του και τον Ιωσήφ από την Αίγυπτο. Ήταν ο τόπος που εξέλεξε ο Ιωσήφ ο Μνήστωρ να μείνει διότι δεν ήθελε να μείνει στην περιοχή της Ιουδαίας, φοβούμενος. Και ως Ναζαρηνό τον ήξεραν όλοι. Και Ναζωραίος έγραψε και ο Πιλάτος στον σταυρό επάνω, αλλά και ως Ναζαρηνό τον προσέφωνησε ο άγγελος, ο καθήμενος επί τον τάφο, στις μαθήτριες του Κυρίου όταν αναστήθηκε.
Βέβαια, όλοι πανηγύριζαν τον ερχόμο του Μεσσίου αλλά ο Κύριος καθώς πλησίαζε την πόλη έκλαιγε για τα όσα θα πάθαινε η πόλη του αγαπημένου του δούλου του Δαβίδ αργότερα δια τας αμαρτίας αυτής, και στο τέλος όπως γνωρίζουμε, ο Αυτοκράτορας Τίτος της Ρώμη, την κατέσκαψε όλη και δεν άφησε ούτε πέτρα επάνω στην πέτρα.
Η δεύτερη προφητεία που εξεπλήρωσε ο Κύριος ήταν αυτή που ανέφερε ο ίδιος στους Φαρισαίους και τους Γραμματείς όταν του έκαναν παρατήρηση ότι πρέπει να μαλώσει τους μαθητές του γι’ αυτά που φώναζαν, δηλαδή το «Ὡσαννά, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου», που έδειχνε ότι τον αποδέχονταν ως απεσταλμένο του Θεού και Μεσσία τους. Η προφητεία ήταν του Δαβίδ και έλεγε «ὅτι ἐκ στόματος νηπίων καὶ θηλαζόντων κατηρτίσω αἴνον», δηλαδή ότι θα βάλω τα μικρά παιδιά και αυτά που ακόμη θηλάζουν να με δοξάσουν για να φανεί ότι με αναγνωρίζουν ως αληθινό Θεό όχι δια γνώσεως και παρατηρήσεως όπως προσπαθείτε εσείς αλλά με άδολη πίστη.
Όταν εισήλθε στην πόλη της Ιερουσαλήμ, όπου είχε πάει για να εορτάσει το Πάσχα όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, κατευθύνθηκε όπως ήταν φυσικό στον Ναό των Ιεροσολύμων για να προσκυνήσει και να τελέσει τα θρησκευτικά του καθήκοντα, αλλά εκεί όπως αναφέραμε και σε προηγούμενη Κυριακή, ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός βρήκε τον ναό αντί για «οἶκο προσευχῆς» όπως θα έπρεπενα είναι, να είναι «σπήλαιο ληστῶν», δηλαδή, να εκμεταλλεύονται ορισμένοι την ευσέβεια των απλών ανθρώπων για να κερδίζουν λεφτά. Τότε έδιωξε τους ανθρώπους εκείνους από το ιερό, κάτι που εξόργισε ακόμη περισσότερο τους Φαρισαίους και τους Γραμματείς, που είπαμε ότι ήταν φιλάργυροι και επωφελούνταν από το εμπόριο στον ναό.
Εκείνες τις μέρες όμως συνέβη και κάτι ακόμη στο οποίο εμπλέκεται πάλι ο Απόστολος Φίλιππος, του οποίου την κλήση υπό του Κυρίου ανεγνώσαμε στην σημερινή ευαγγελική περικοπή. Τον προσέγγισαν ορισμένοι Έλληνες οι οποίοι προφανώς είχαν πάψει να πιστεύουν στα είδωλα, είχαν γίνει προσήλυτοι στον Ιουδαϊσμό, αφού όπως αναφέρει το ευαγγέλιο είχαν ανέβει στα Ιεροσόλυμα για να προσκυνήσουν και καθώς είχαν ακούσει για τα θαύματα που τρία χρόνια τώρα επιτελούσε ο Χριστός στην περιοχή της Ιουδαίας θέλησαν να τον γνωρίσουν.
Ο απόστολος Φίλιππος λοιπόν ήταν ο μεσάζων της συναντήσεως, διότι φαίνεται ότι ήξερε ελληνικά (την παγκόσμια γλώσσας της εποχής) και σ’ εκείνον απευθύνθηκαν αρχικά οι Έλληνες Ιουδαΐζοντες. Έπειτα ο Φίλιππος κάνει κάτι ενδιαφέρον. Προτού πάει απευθείας στον Χριστό, πάει και το λέει πρώτα στον Ανδρέα, που ήταν μεγαλύτερος σε ηλικία και ο Πρωτόκλητος, δηλαδή περισσότερο χρόνο με τον Χριστό· και μαζί κατόπιν πήγαν στον Χριστό ώστε να τον ενημερώσουν. Και αυτό που τους είπε ο Χριστός, στους μαθητές του, ήταν πως ήρθε η ώρα (λίγο πριν το τέλος της επί γης παρουσίας του) να δοξασθεί ο Υιός του ανθρώπου, δηλαδή ο ίδιος ως Θεάνθρωπος και όχι απλώς ως άνθρωπος. Θα έκαναν οι Έλληνες δηλαδή την ομολογία που έκανε και ο Ναθανιήλ, ότι αυτός είναι αληθώς «ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ». Αυτό που θα αρνούνταν λίγες ημέρες αργότερα οι Ιουδαίοι, ο εκλεκτός λαός του Θεού, που τόσες προφητείες τούς έδωσε για να τους προετοιμάσει διά τον ερχομό Του, οι οποίοι θα τον σταύρωναν ως έναν απλό άνθρωπο, οι Έληνες θα Τον αποδέχονταν ως Θεόν και θα τον εκήρυτταν σε όλα τα έθνη, όπως συμβαίνει μέχρι και σήμερα.
Και ο Κύριος μάλιστα τούς εξήγησε ότι για να τον πιστέψουν όμως και να καρποφορήσουν πρέπει Εκείνος που είναι ο σπόρος της νέας διδασκαλίας να αποθάνει, να θαφτεί στην γη (να ταφεί δηλαδή) ώστε να αναστηθεί μετά το δένδρο της πίστεως. Τους προετοίμαζε δηλαδή, για την επικείμενη Σταύρωσή Του, Ταφή και Ανάσταση, αλλά οι μαθητές δεν μπορούσαν τότε να το καταλάβουν, όταν έβλεπαν μπροστά τους να τον δοξάζουν ως βασιλιά, να διώχνει με τέτοια εξουσία τους εμπόρους από τον ναό και κανείς να μην μπορεί να του κάνει τίποτα. Δεν μπορούσαν δηλαδή να φανταστούν την εξέλιξη των πραγμάτων και σε πόσο μικρό χρονικό διάστημα θα γινόταν αυτό.