Το ευαγγελικό ανάγνωσμα της εορτής της Αναλήψεως
(Κατά Λουκά, κδ΄ 36-53)
Κείμενο Ευαγγελίου
Ταῦτα δὲ αὐτῶν λαλούντων αὐτὸς ὁ Ἰησοῦς ἔστη ἐν μέσῳ αὐτῶν καὶ λέγει αὐτοῖς· εἰρήνη ὑμῖν.
πτοηθέντες δὲ καὶ ἔμφοβοι γενόμενοι ἐδόκουν πνεῦμα θεωρεῖν.
καὶ εἶπεν αὐτοῖς· τί τεταραγμένοι ἐστέ, καὶ διατί διαλογισμοὶ ἀναβαίνουσιν ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν;
ἴδετε τὰς χεῖράς μου καὶ τοὺς πόδας μου, ὅτι αὐτὸς ἐγώ εἰμι· ψηλαφήσατέ με καὶ ἴδετε, ὅτι πνεῦμα σάρκα καὶ ὀστέα οὐκ ἔχει καθὼς ἐμὲ θεωρεῖτε ἔχοντα.
καὶ τοῦτο εἰπὼν ἐπέδειξεν αὐτοῖς τὰς χεῖρας καὶ τοὺς πόδας.
ἔτι δὲ ἀπιστούντων αὐτῶν ἀπὸ τῆς χαρᾶς καὶ θαυμαζόντων εἶπεν αὐτοῖς· ἔχετέ τι βρώσιμον ἐνθάδε;
οἱ δὲ ἐπέδωκαν αὐτῷ ἰχθύος ὀπτοῦ μέρος καὶ ἀπὸ μελισσίου κηρίου,
καὶ λαβὼν ἐνώπιον αὐτῶν ἔφαγεν.
εἶπε δὲ αὐτοῖς· οὗτοι οἱ λόγοι οὓς ἐλάλησα πρὸς ὑμᾶς ἔτι ὢν σὺν ὑμῖν, ὅτι δεῖ πληρωθῆναι πάντα τὰ γεγραμμένα ἐν τῷ νόμῳ Μωϋσέως καὶ προφήταις καὶ ψαλμοῖς περὶ ἐμοῦ.
τότε διήνοιξεν αὐτῶν τὸν νοῦν τοῦ συνιέναι τὰς γραφάς,
καὶ εἶπεν αὐτοῖς ὅτι οὕτω γέγραπται καὶ οὕτως ἔδει παθεῖν τὸν Χριστὸν καὶ ἀναστῆναι ἐκ νεκρῶν τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ,
καὶ κηρυχθῆναι ἐπὶ τῷ ὀνόματι αὐτοῦ μετάνοιαν καὶ ἄφεσιν ἁμαρτιῶν εἰς πάντα τὰ ἔθνη, ἀρξάμενον ἀπὸ Ἱερουσαλήμ.
ὑμεῖς δέ ἐστε μάρτυρες τούτων.
καὶ ἰδοὺ ἐγὼ ἀποστέλλω τὴν ἐπαγγελίαν τοῦ πατρός μου ἐφ᾿ ὑμᾶς· ὑμεῖς δὲ καθίσατε ἐν τῇ πόλει Ἱερουσαλὴμ ἕως οὗ ἐνδύσησθε δύναμιν ἐξ ὕψους.
Ἐξήγαγε δὲ αὐτοὺς ἔξω ἕως εἰς Βηθανίαν, καὶ ἐπάρας τὰς χεῖρας αὐτοῦ εὐλόγησεν αὐτούς.
καὶ ἐγένετο ἐν τῷ εὐλογεῖν αὐτὸν αὐτοὺς διέστη ἀπ᾿ αὐτῶν καὶ ἀνεφέρετο εἰς τὸν οὐρανόν.
καὶ αὐτοὶ προσκυνήσαντες αὐτὸν ὑπέστρεψαν εἰς Ἱερουσαλὴμ μετὰ χαρᾶς μεγάλης,
καὶ ἦσαν διὰ παντὸς ἐν τῷ ἱερῷ αἰνοῦντες καὶ εὐλογοῦντες τὸν Θεόν. Ἀμήν.
Απόδοση – Ερμηνεία
Ενώ δε αυτοί μιλούσαν περί αυτών, ξαφνικά ο ίδιος ο Ιησούς στάθηκε στο μέσο αυτών και τους λέει· ειρήνη σε σας.
Εκείνοι ξαφνιάστηκαν, ταράχθησαν και κατελήφθησαν από φόβον, διότι νόμιζαν ότι έβλεπαν κάποιον πνεύμα.
Και είπεν ο Κυριος σ’ αυτούς· “Διατί είστε ταραγμένοι, και γιατί ανεβαίνουν στις καρδιές σας διαλογισμοί απιστίας;
Δείτε τα χέρια μου και τα πόδια μου, που φέρουν τα σημάδια από τα καρφιά, για να πεισθείτε ότι είμαι εγώ ο ίδιος. Ψηλαφήσατέ με με τα χέρια σας και δείτε ότι δεν είμαι πνεύμα, όπως νομίζετε, διότι το πνεύμα δεν έχει σάρκα και οστά, όπως βλέπετε εμένα να έχω”.
Και αφού είπε αυτό, έδειξε σ’ αυτούς τα χέρια και τα πόδια τους
Επειδή εκείνοι, ένεκα της χαράς, απιστούσαν ακόμη και θαύμαζαν για το καταπληκτικόν και ανέλπιστον αυτό γεγονός, είπε σ’ αυτούς ο Κυριος· “μήπως έχετε τίποτε φαγώσιμον εδώ;”
Εκείνοι δε του έδωσαν ένα κομάτι ψητό ψάρι και κηρήθρα.
Και αφού τα επήρε, τα έφαγε μπροστά τους.
Είπε δε προς αυτούς· “Αυτά που βλέπετε τώρα και θαυμάζετε, είναι ακριβώς όσα σας έλεγα, όταν ήμουν μαζί σας, ότι πρέπει δηλαδή να εκπληρωθούν και να πραγματοποιηθούν όλα όσα έχουν γραφτεί για μένα στον νόμο του Μωϋσέως, στους προφήτες και στους ψαλμούς”.
Τοτε φώτισε και ήνοιξε αυτών τον νουν, ώστε να εννοούν τα γραμμένα στις Γραφές.
Και είπε σ΄ αυτούς· “ότι έτσι, όπως ακριβώς έγιναν, είναι γραμμένα στην Αγίαν Γραφήν, και έτσι σύμφωνα με το πάνσοφον σχέδιον του Θεού, έπρεπε να πάθη ο Χριστός και να αναστηθή εκ νεκρών την τρίτην ημέραν,
και να κηρυχθεί εις το όνομά του σε όλα τα έθνη μετάνοια και άφεσις αμαρτιών. Να αρχίσει δε το κήρυγμα από την Ιερουσαλήμ.
Εσείς δε είστε οι μάρτυρες όλων αυτών.
Σας αναγγέλω δε, ότι εγώ σας στέλνω τώρα αυτό που υπεσχέθη ο Πατήρ. Εσείς λοιπόν καθίστε στην πόλιν Ιερουσαλήμ έως ότου φορέσετε, σαν άλλο ένδυμα την δύναμιν που θα σας έλθει από τον ουρανόν (*με την επιφοίτησιν του Αγίου Πνεύματος)”.
Επειτα δε από αυτές και άλλες διδασκαλίες, τους έβγαλε έξω από την πόλη κάπου εκεί κοντά στη Βηθανίαν, και αφού εσήκωσε τα χέρια του, τους ευλόγησε.
Και συνέβη τούτο το θαυμαστόν· ενώ αυτός τους ευλογούσε, εχωρίσθη από αυτούς και ανέβαινε προς τον ουρανόν.
Και αυτοί, αφού τον προσκύνησαν, επέστρεψαν στην Ιερουσαλήμ με μεγάλην χαράν.
Και ήταν συνεχώς κατά τις ώρες της λατρείας στο ιερό υμνώντας και δοξολογώντας τον Θεόν. Αληθινά.