Πάμε να βρούμε σε ποια περιοχή είπε ο Κύριος
την σημερινή παραβολή.
Απάντηση: Στην πόλη της Ιεριχούς.
Το ιδιαίτερο γνώρισμα των παραβολών του Χριστού
Στις παραβολές του ο Κύριος πάντοτε χρησιμοποιούσε εικόνες και χαρακτηριστικές ιδιότητες προσώπων που ήταν πολύ γνώριμα στους Ισραηλίτες που τα άκουγαν. Δεν τους έλεγε δηλαδή για πρόσωπα φανταστικά που ποτέ δεν τα είδαν, ή για άλλους λαούς τι έκαναν. Χρησιμοποιούσε πρόσωπα που τους ήταν πολύ γνώριμα όπως ο Φαρισαίος και ο Τελώνης, οπότε αμέσως κατανοούσαν οι ακροατές τον λόγο που τους επέλεξε.
Δεύτερον, ο χώρος δράσης τους ήταν κι αυτός γνώριμος. Στη συγκεκριμένη παραβολή έχουμε ένα πολύ γνωστό μέρος σ’ εμάς: το ιερό. Οι Ισραηλίτες είχαν μόνο ένα ιερό, σε αντίθεση με όλους τους υπόλοιπους λαούς, όπως και οι Αρχαίοι Έλληνες, που είχαν πολλά ιερά. Ήταν ο Ναός που πρώτος έχτισε ο Σολομών, κατ’επιθυμία του πατρός του Δαβίδ, και μετά την καταστροφή του από τους Βαβυλωνίους, τον αναστήλωσαν και αυτός είναι ο ναός που υπήρχε την περίοδο της επίγειας παρουσίας του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.
Το ερώτημα τώρα που γεννάται είναι γιατί ο Θεός τοποθετεί αυτά τα δύο συγκεκριμένα πρόσωπα σ’ αυτόν τον χώρο;
Η διαφορά της γνώμης του Θεού από την γνώμη των ανθρώπων
Ο Χριστός όπως είπαμε χρησιμοποιεί δύο πολύ γνώριμα πρόσωπα στον λαό των Ισραηλιτών, για τα οποία οι περισσότεροι είχαν πολύ ξεκάθαρη γνώμη όσον αφορά το ποιος από τους δύο τούς αρέσει και που τα έχουμε ξανά δει πολλές φορές σε πολλά άλλα ευαγγελικά αναγνώσματα, διότι είναι οι δύο ομάδες που χαρακτηρίζουν όλους τους πιστούς.
Από τη μία είναι ο τελώνης, ο οποίος παραβαίνει εμφανώς τον νόμο του Θεού και την εντολή «οὐ κλέψεις», αλλά και δημιουργεί πολλά προβλήματα στους ίδιους τους ομοεθνείς τους αφού τους κάνει πιο φτωχούς για να πλουτίσει αυτός και ενώ είναι υπόδουλοι στους Ρωμαίους κατακτητές της περιοχής, με τους οποίους συνεργάζεται. Από τους περισσότερους, αν όχι από όλους, θεωρείται αμαρτωλός και άξιος τιμωρίας και περιφρονήσεως, επειδή ακριβώς δεν κάνει αυτά που πρέπει να κάνει ενώπιον του Θεού και διδάσκει τους άλλους εμφανώς να καταφρονούν τον νόμο του Θεού.
Από την άλλη είναι ο Φαρισαίος, ο οποίος εμφανώς πράττει μόνο ό,τι είναι αρεστό στον Θεό, διδάσκει τους άλλους να τηρούν τις εντολές και φυσικά από όλους θεωρείται καλός και αρεστός, και άξιος να τον μιμούνται όλοι. Είναι αυτός που θεωρητικά φέρνει τους άλλους πιο κοντά στον Θεό δείχνοντάς τους πώς να προσεύχονται και πώς να ζουν θέαρεστα. Όλη μέρα φαίνεται πως μελετά τον Νόμο του Θεού, προσεύχεται, κάνει ελεημοσύνες και ό,τι άλλο επιτάσσει ο Νόμος.
Κι όμως, αποδεικνύεται στο τέλος από τον λόγο του Κυρίου ότι η γνώμη του Θεού είναι τελείως διαφορετική από αυτή των ανθρώπων. Πάμε να δούμε γιατί.
Το πάθος που εκμηδενίζει όλες τις αρετές
Φαινομενικά, ο Φαρισαίος είχε όλες τις αρετές που χρειαζόταν κάποιος σύμφωνα με τον νόμο: νήστευε, έδεινε ελεημοσύνες, προσευχόταν, δίδασκε τους άλλους, αλλά δεν τηρούσε στην πραγματικότητα όλες τις εντολές του νόμου και το είδαμε σε προηγούμενη Κυριακή ότι συνέβαινε αυτό με εκείνον τον νομικό που ρώτησε ποια εντολή είναι η μεγαλύτερη στον νόμο και ο Κύριος τού απήντησε ότι είναι δύο εντολές μεγάλες και όχι μία. Η πρώτη είναι να αγαπάς τον Θεό με όλη σου την ψυχή, όλη σου την καρδιά, όλο σου το μυαλό και όλες σου τις σωματικές δυνάμεις, ενώ η δεύτερη που είναι όμοια μ’ αυτήν και ίσης σημασίας είναι να αγαπάς τον πλησίον σου ως σεαυτόν.
Τον πλησίον μας δεν τον διαλέγουμε. Είναι όλοι οι άνθρωποι γύρω μας, ασχέτως τι πιστεύουν, ασχέτως αν προσπαθούν να μας κάνουν κακό ή να μας ευεργετήσουν και οφείλουμε αν δεν μπορούμε να τους βοηθήσουμε, τουλάχιστον να μην τους στεναχωρούμε και να τους κατακρίνουμε. Να τους λέμε το σωστό, αλλά με όμορφο τρόπο ελπίζοντας πάντοτε στη μετάνοιά τους, διότι το εσωτερικό του ανθρώπου μόνο ο Θεός το γνωρίζει και ενώ μάς φαίνεται πως είναι οι χειρότεροι αμαρτωλοί, εύκολα μπορούν να γίνουν οι μεγαλύτεροι και σπουδαιότεροι άγιοι, όπως έγινε η Οσία Μαρία η Αιγυπτία, ή ο Άγιος Μωϋσής ο Αιθίοπας, ή ο Άγιος Χριστοφόρος κ.α.
Οι Φαρισαίοι, λοιπόν, όσες αρετές κι αν εξασκούσαν, έπεφταν σε ένα θανάσιμο αμάρτημα που εκμηδένιζε όλες τις αρετές, την κατάκριση, την κρίση δηλαδή όπου υποτιμά κάποιος τον πλησίον του και τον καταδικάζει στην κόλαση, αδιαφορώντας για το αν η κρίση είναι μόνο του Θεού, ο οποίος περιμένει τη μετάνοια του ανθρώπου σε κάποιο επόμενο στάδιο της ζωής του.
Είναι η μόνη αμαρτία πέραν από την ειδωλολατρία και την άρνηση του Θεού, η οποία αφαιρεί πλήρως τη Θεία Χάρη από τον άνθρωπο και επιτρέπει ο Θεός να πέσει ο άνθρωπος που τη διαπράττει σε πολλές και φριχτές αμαρτίες μήπως και ταπεινωθεί και μετανοήσει. Σε αυτήν την αμαρτία είχε πέσει και ο ληστής στον Σταυρό που ήταν αριστερά του Χριστού.