Η σημερινή περικοπή λαμβάνει χώρα στον Ναό, όπου είχαμε αφήσει τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό στην προηγούμενη ευαγγελική περικοπή να διδάσκει τους Φαρισαίους και τους Νομικούς για τις δύο διαστάσεις του νόμου του Θεού.
Θυμάστε σε ποια πόλη βρίσκεται ο Ναός των Ισραηλιτών;
Η αποδημία του Χριστού εκ του κόσμου
Στην ευαγγελική περικοπή που ανεγνώσαμε ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός μάς μιλάει για την αποδημία κάποιου άρχοντα (αυτό το χωρίο κάποιοι θεωρούν ότι είναι η ίδια παραβολή που αναφέρει ο Λουκάς ότι ο Κύριος είπε στο σπίτι του Ζακχαίου) ο οποίος παρέδωσε τα υπάρχοντά του να τα διαχειριστούν τρεις δούλοι του, που εκφράζουν τρεις κατηγορίες ανθρώπων.
Εδώ πρέπει να προσέξουμε ότι αυτή η αποδημία του Χριστού ήταν κυριολεκτική αναφορά και προφητεία στην αποδημία του σωματικώς από τον κόσμο μετά από λίγες ημέρες. Ήδη ο Κύριος έχει μπει θριαμβευτικά στην Ιερουσαλήμ και ετοιμάζεται για την Σταύρωση, την Ταφή και την Ανάστασή Του. Άρα, η παραβολή αυτή έχει διπλό νόημα. Από τη μία απευθύνεται στους Φαρισαίους που νομίζουν ότι θα τον ξεφορτωθούν φονεύοντάς τον, ενώ από την άλλη απευθύνεται στους μαθητές του Ιδίου, ώστε να τους τονίσει την προσοχή πως έχουν ένα συγκεκριμένο σκοπό στην ζωή τους, να αυξήσουν τα δοθέντα τάλαντά τους για όσο καιρό θα παραμείνουν στην επίγειο αυτή ζωή.
Την αποδημία του ο Κύριος την προλέγει όλο αυτό το διάστημα στους μαθητές τους, και τους δώδεκα κατ’ ιδίαν αλλά και στους υπόλοιπους, που τον ακολουθούσαν. Λίγες ημέρες πριν εισέλθει στον ναό για να διδάξει τους Φαρισαίους και να τους βοηθήσει να μετανοήσουν, να δουν την αλήθεια, κάποιος μαθητής του τού είχε αναφέρει για το πόσο ωραίος και περικαλής ήταν ο ναός των Ιεροσολύμων. Ο Κύριος τού απάντησε:
– Βλέπεις όλες αυτές τις οικοδομές; Σε διαβεβαιώ πως δεν θα μείνει λίθος επί λίθον.
Και όντως, επί Ρωμαίου Αυτοκράτορος Τίτου, το 70 μ.Χ. όλη περιοχή της Ιερουσαλήμ καταστράφηκε ολοσχερώς και μάλιστα όλοι οι ιερείς της ιουδαϊκής θρησκείας σταυρώθησαν και έκτοτε οι Ισραηλίτες έχουν μείνει χωρίς ναό και χωρίς ιερείς, να τελούν θυσίες προς καθαρισμό τους. Σήμερα, στον χώρο του ναού υπάρχει ένα μουσουλμανικό τέμενος το οποίο χτίστηκε τον 7ο αιώνα μ.Χ. (ανάμεσα στα έτη 685 και 691 μ.Χ.).
Ο δε Κύριος είχε προειδοποιήσει τους μαθητές του ότι όλα αυτά θα συνέβαιναν πολύ σύντομα, αλλά την ίδια στιγμή τούς ανέφερε και προεφήτευσε για τα γεγονότα της συντέλειας του κόσμου και την δευτέρα Αυτού παρουσία. Τους προειδοποίησε για τους κινδύνους που θα βίωναν οι μαθητές Του τότε, παρότι δεν ήσαν οι μαθητές εκείνοι που άκουσαν τις προφητείες. Ανάμεσα στα όσα τούς είπε πρέπει να τονίσουμε ότι στην εποχή πριν την δευτέρα παρουσία Του θα υπάρχει διάχυτη η αμαρτία παντού στον κόσμο, θα γίνουν πολλοί πόλεμοι, θα υπάρξουν πολλά δυσάρεστα γεγονότα τα οποία θα αποκορυφωθούν όταν θα έρθει κάποιος ο οποίος θα παρουσιαστεί ως «θεός επί γης», ως τον Μεσσία που περίμεναν και περιμένουν πολλοί Ιουδαίοι, δηλαδή με κοσμική ισχύ, να τους κάνει άρχοντες του κόσμου και όλοι να τους προσκυνούν.
Η σημασία των ταλάντων
Ο Κύριος πάλι ομιλεί με όρους οικονομικούς της εποχής εκείνης, μιλάει για χρήματα που έδωσε ο άρχοντας εκείνος σε τρεις υπηρέτες του. Γιατί τρεις; Είναι τρεις κατηγορίες που ο Κύριος πολλές φορές χωρίζει τους ανθρώπους. Το χρήμα ήταν κάτι που άρεσε στους Φαρισαίους, που ήταν φιλάργυροι και τους είχε κατηγορήσει ο Χριστός γι’ αυτήν τους την αμαρτία. Τι θέλει λοιπόν να τους δείξει; Θέλει να τους δείξει ότι και τα χρήματα ακόμη που νομίζουν ότι έχουν, ότι είναι δικά τους, δεν είναι, αλλά είναι του Θεού, διότι λέει ο Κύριος στην Παλαιά Διαθήκη: δικό μου είναι το χρυσάφι, δικό μου και το αργύριο.
1. Το τάλαντο εκείνη την εποχή ήταν ένα νόμισμα πάρα πολύ μεγάλης αξίας, για να δηλώσει ότι ο Θεός όταν μάς εμπιστεύεται κάτι δεν είναι φειδωλός και δεν φοβάται να μας δώσει να διαχειριστούμε κάτι που είναι αληθινά πολύ μεγάλης αξίας.
2. Ακόμη, το τάλαντο δεν ήταν κάτι που το είχαν οι υπηρέτες, άρα το λαμβάνουν από τον Θεό, που σημαίνει ότι είναι κάτι όχι δικό τους και δεν μπορούν να το αποκτήσουν από μόνοι τους, όπως π.χ. η ζωή που έχουμε. Ζούμε, επειδή ο Θεός μάς δίνει ζωή. Βλέπουμε, επειδή ο Θεός μάς επιτρέπει να βλέπουμε. Αν ο Θεός δεν ήθελε, δεν θα βλέπαμε και δεν θα ζούσαμε.
3. Ο Θεός δίνει στον καθένα διαφορετικής ποσότητας τάλαντα, αλλά δεν ζητά από όλους το ίδιο. Ζητά κατ’ αναλογία των δυνάμεων του καθενός. Σέβεται δηλαδή την προσωπικότητά μας, τις συνθήκες στις οποίες ζούμε αλλά και τις δυνάμεις μας ως άνθρωποι.
4. Υπάρχουν στην παραβολή αυτή και άλλοι άνθρωποι που δεν είναι δούλοι του Θεού, με τους οποίους οι άνθρωποι πρέπει να κάνουν εμπόριο για να αυξήσουν τα τάλαντά τους. Αυτοί οι άλλοι άνθρωποι είναι όσοι προφανώς δεν υπηρετούν τον Χριστό, χωρίς όμως να τους κατηγορεί ο Κύριος γι’ αυτό. Αυτοί μάλιστα είναι αυτοί που θα δεχθούν αρχικά τα τάλαντα ως νόμισμα αγοράς από τους δούλους του Χριστού, δηλαδή θα δεχθούν την ωφέλεια της δωρεάς του Θεού διά μέσου των δούλων Του.
Αυτή είναι η αποστολή του Χριστιανού, να μεταδίδει τη Χάρη του Θεού, τα τάλαντα και στους άλλους ανθρώπους και ει δυνατόν, να τους κάνει κι αυτούς δούλους του αληθινού Θεού.
5. Κατά την επιστροφή, ο Κύριος ελέγχει κατά πόσο εργάστηκαν φιλοπόνως αυτά που τους εδόθησαν οι δούλοι Του. Ο λόγος που το κάνει αυτό έχει να κάνει με το γεγονός ότι ο Κύριος ελέγχει κατά πόσο Τού ομοίασαν οι δούλοι Του στα έργα και στις πράξεις. Ο Κύριος της παραβολής, ο Τριαδικός Θεός, δηλαδή, εργάστηκε και εργάζεται τη δημιουργία και τη συντήρηση του κόσμου όλου από αγάπη προς τη δημιουργία Του. Ο αληθινός δούλος Του εργάζεται κι αυτός και φροντίζει την κληρονομία του Θεού Πατέρα Του. Είναι η εντολή που έδωσε στον Αδάμ μέσα στον Παράδεισο όταν τον έβαλε στον Παράδεισο «ἐργάζεσθαι αὐτὸν καὶ φυλάσσειν». Κι αυτοί οι τρεις δούλοι έπρεπε να εργάζονται και φυλάσσουν τα όσα τούς έδωσε ο Κύριος.
6. Ο τρίτος δούλος είχε δύο μεγάλα ελαττώματα. Ήταν οκνηρός (τεμπέλης) και ήταν και ασεβής, βλάσφημος, διότι όχι μόνο δεν έπραξε τα όσα έπρεπε να πράξει και να εργαστεί για να ευχαριστήσει τον Κύριό Του αλλά τον βλασφήμησε κιόλας, λέγοντάς Του ότι ήταν σκληρός και άδικος. Ήθελε δηλαδή να δικαιολογηθεί ότι είτε εργαζόταν όπως οι άλλοι, είτε όχι, ο Κύριος δεν θα τους έδινε κάποια ανταμοιβή. Σ’ αυτό το σημείο παρατηρούμε ότι ο αφέντης προτού αναχωρήσει δεν τους είχε δώσει εντολή να εργαστούν τα τάλαντα με σκοπό να τους ανταμείψει. Δεν τους είχε δώσει κάποια υπόσχεση ή κάτι, άρα έπρεπε ο καθένας να αποφασίσει ότι άξιζε να εργαστεί και να προσφέρει στον Κύριό Του πολλαπλάσια, από αγάπη προς Αυτόν. Ο τρίτος δούλος, λοιπόν, δεν αγαπούσε τον Κύριό Του αλλά τον εαυτό του, την καλοπέρασή του και γι’ αυτό δεν εργάστηκε προς δόξαν του κυρίου Του. Εμείς οι Χριστιανοί όμως έχουμε εντολή να εργαζόμαστε ώστε να δοξάζεται δι’ ημών ο αληθινός Θεός.
«Οὕτω λαμψάτω τό φῶς ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἴδωσιν ὑμῶν
τά καλά ἔργα καί δοξάσωσι τόν πατέρα ὑμῶν τόν ἐν τοῖς οὐρανοῖς» (Ματθ. ε΄ 16)