Σε ποια πόλη εισήλθε ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός στην ευαγγελική περικοπή που μόλις διαβάσαμε;
Ο Χριστός εισήλθε στην πόλη Ιεριχώ.
Πάμε να την βρούμε στον παρακάτω χάρτη και
να διαβάσουμε την ιστορία αυτής της πόλης.
Η Ιεριχώ είναι μια πολύ σημαντική πόλη για τους Ισραηλίτες καθώς ήταν η πρώτη πόλη που αυτοί κατέλαβαν όταν εισήλθαν μετά από 40 χρόνια περιπλάνησης στην έρημο στη γη της Επαγγελίας. Ο τρόπος που την κατέλαβαν, μάλιστα, ήταν πολύ θαυμαστός, αφού ο Θεός γκρέμισε ο ίδιος τα τείχη της πόλης, που την φρουρούσαν πάρα πολύ καλά, όπως αναφέρεται στο βιβλίο του Ιησού του Ναυή. Απ’ όλην την πόλη σώθηκαν μόνο η Ραάβ και η οικογένειά της, επειδή η Ραάβ πίστεψε ότι οι Ισραηλίτες έχουν όντως την βοήθεια του Θεού καθώς γνώριζε τα όσα σημεία και τέρατα είχε επετελέσει ο Θεός στην χώρα των Αιγυπτίων.
Βλέπω πώς είναι η Ιεριχώ σήμερα:
Ο Ιησούς θεραπεύει τον τυφλόν της Ιεριχούς
Λίγες ημέρες νωρίτερα από το περιστατικό που διαβάσαμε με τον Ζακχαίον, προτού εισέλθει στην πόλη της Ιεριχούς, ο Χριστός είχε θεραπεύει έναν τυφλό, ο οποίος καθόταν και ζητιάνευε στον δρόμο που οδηγούσε στην πόλη. Ο τυφλός άκουε πολλούς ανθρώπους να περνάνε από τον δρόμο όπου καθόταν και ρώτησε να μάθει για ποιο λόγο υπήρχε τόση κοσμοσυρροή. Οι διερχόμενοι του απάντησαν ότι ήταν εξαιτίας του ότι σύντομα θα περνούσε από εκεί ο Ιησούς ο Ναζωραίος. Τότε ο τυφλός άρχιζε να φωνάζει ώστε να τον ακούσει ο Χριστός και να τον ελεήσει. Τα λόγια του ήταν: Ἰησοῦ υἱὲ Δαυΐδ, ἐλέησόν με.
Αυτόν τον τυφλόν ο Χριστός τον θεράπευσε, αφού πρώτα τον ρώτησε τι ήθελε να του προσφέρει, μόνο με τον λόγο Του, λέγοντάς του το ίδιο που είπε και στον Σαμαρείτη λεπρό, που γύρισε να τον ευχαριστήσει: ἡ πίστις σου σέσωκέ σε.
Αυτό το γεγονός προφανώς είχε πληροφορηθεί ο Ζακχαίος, που βρισκόταν μέσα στην πόλη, ίσως σε κάποια εργασία του και θέλησε αμέσως να πάει να δει κι αυτός από κοντά τον Χριστό όπως και οι υπόλοιποι. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν είχε ακούσει και πιο πριν για τον Χριστό, αφού τα γεγονότα αυτά διαδραματίζονται λίγο πριν την θριαμβευτική είσοδο του Χριστού στα Ιεροσόλυμα και τη σταυρική Του θυσία.
Ο Ζακχαίος ως τελώνης
Στο κομμάτι του ευαγγελίου που διαβάσαμε μαθαίνουμε αρκετά στοιχεία και για τους τελώνες, και το τι κάνανε εκείνη την εποχή. Στους τελώνες έχει αναφερθεί αρκετές φορές ο Χριστός, αλλά και μέσα στο Ευαγγέλιο γνωρίζουμε τρία πρόσωπα που φέρουν αυτό το όνομα, τα δύο ιστορικά και το ένα σε παραβολή του Κυρίου, που θέλησε να μας διδάξει την αληθινή μετάνοια και το οποίο θα ακούσουμε την πρώτη Κυριακή του Τριωδίου. Τα δύο ιστορικά πρόσωπα είναι ο Ματθαίος και ο Ζακχαίος, που και οι δύο έγιναν εντέλει μαθητές του Χριστού, ο ένας εκ των δώδεκα και ο άλλος κατόπιν έγινε και Επίσκοπος της Εκκλησίας μας.
Το πρώτο στοιχείο που διαβάσαμε στην ευαγγελική περικοπή για τους τελώνες είναι πως ήσαν άδικοι και ότι συκοφαντούσαν άλλους, με σκοπό να κερδίσουν περισσότερα χρήματα από αυτούς, άρα έλεγαν και ψέματα, τα οποία διέδιδαν κιόλας. Από τα δύο αυτά στοιχεία καταλαβαίνουμε ότι οι τελώνες είχαν σχέση με την εξουσία της εποχής εκείνης, τους άρχοντες και ιδιαίτερα του Ρωμαίους, τους κατακτητές της περιοχής του Ισραήλ, οι οποίοι ζητούσαν από τους Ισραηλίτες φόρους υποτελείας. Οι τελώνες ήταν αυτοί που είχαν αναλάβει να συλλέγουν αυτούς τους φόρους.
Όμως, από αυτούς τους φόρους πληρώνονταν κιόλας οι ίδιοι και γι’ αυτό αναλόγως τι ήθελαν, ζητούσαν πολλές φορές παραπάνω χρήματα απ’ όσα έπρεπε, ώστε να πλουτίσουν και, όπως φαίνεται και από τα λόγια του Ζακχαίου, παίρνανε όχι απλώς τα διπλά αλλά και τα τετραπλά πολλές φορές, παραβαίνοντας την εντολή του Θεού από τις 10 κύριες εντολές, που προστάζει «οὐ κλέψεις».
Το δεύτερο στοιχείο είναι πως όλοι οι υπόλοιποι Ισραηλίτες τούς θεωρούσαν και τους έλεγαν «ἁμαρτωλούς». Δηλαδή, τους απέρριπταν, τους θεωρούσαν όχι δικούς τους και ακόμη παραπάνω, έλεγαν ότι και για τον Θεό ακόμη είναι μισητοί.
Όμως, ο Χριστός απέδειξε πολλές φορές ότι μεγαλύτερη είναι η αμαρτία των Φαρισαίων από αυτήν των τελωνών και αρκετές φορές δέχθηκε να συμφάγει με τελώνες, ενώ τους Φαρισαίους πάντοτε τούς ήλεγχε. Τους τελώνες μάλιστα τούς δεχόταν και στο βάπτισμα ο Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος και τους βοηθούσε να μετανοήσουν, ενώ τους Φαρισαίους τούς ήλεγχε κι αυτός πολύ σκληρά. Μάλιστα, όταν κάποιοι τελώνες με διάθεση μετανοίας πήγαν και τον ρώτησαν τι να κάνουν ώστε να σωθούν και να ευαρεστήσουν τον Θεό, τους απάντησε: Να μην παίρνετε τίποτα παραπάνω απ’ όσα σάς έχουν διατάξει (οι Ρωμαίοι) να παίρνετε!
Και φάνηκε και από την στάση του Ζακχαίου, ότι οι τελώνες παρά τις αμαρτίες που διέπρατταν μετανοούσαν πολύ πιο γρήγορα και προσπαθούσαν να γίνουν αρεστοί στον Θεό από τους Γραμματείς και τους Φαρισαίους, που πάντοτε έβλεπαν με φθόνο τον Χριστό και έψαχναν ευκαιρία να τον ξεφορτωθούν και εντέλει να τον σκοτώσουν.
Η παραβολή που είπε ο Χριστός αμέσως μετά το περιστατικό με τον Ζακχαίο
Έχει μεγάλο ενδιαφέρον να συλλογιστούμε λίγο και μια παραβολή που είπε αμέσως μετά το περιστατικό με τον Ζακχαίο ο Κύριος, την οποία δεν την ακούμε συχνά την Εκκλησία και έχει κι αυτή να κάνει με χρήματα, με λεφτά και συγκεκριμένα με τα λεφτά της εποχής, τις «μνες».
Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός όπως γνωρίζουμε πολύ καλά, ποτέ δεν έλεγε κάτι χωρίς λόγο, ούτε σε στιγμή που δεν έπρεπε.
Η παραβολή έχει ως εξής:
Κάποιος άνθρωπος ευγενούς καταγωγής ταξίδεψε σε μακρινή χώρα για να εξασφαλίσει για τον εαυτό του βασιλική εξουσία και να επιστρέψει. Προτού αναχωρήσει, φωνάζει δέκα δούλους και δίνει στον καθέναν μια ασημένια μνα*, λέγοντας: «Κάντε εμπόριο με αυτές μέχρι να έρθω». Την ίδια όμως στιγμή, οι πολίτες της χώρες του, όχι οι δούλοι του, τον μισούσαν και έστειλαν ανθρώπους να του πουν καθώς έφευγε ότι δεν τον θέλουν για βασιλέα τους. Αφού λοιπόν, παρέλαβε την βασιλεία, γύρισε πίσω και φώναξε τους δούλους του για να τι έκανε ο καθένας με τα χρήματα που του έδωσε. Ο πρώτος, με τη μία μνα κατάφερε και κέρδισε δέκα μνας. Ο βασιλιάς τότε τον επαίνεσε και του είπε ότι θα του δώσει δέκα πόλεις να διοικεί. Ο δεύτερος κέρδισε πέντε μνας με τη μία μνα που του έδωσε ο βασιλιάς. Κι αυτόν ο βασιλιάς τον επαίνεσε και του έδωσε αντίστοιχα πέντε πόλεις να διοικεί. Κάποιος από τους δέκα όταν ήρθε η σειρά του έδωσε στον βασιλιά πίσω τη μία μνα που είχε και του είπε ότι ήταν σκληρός και άδικος και ότι χωρίς να δουλεύει κερδίζει χρήματα και αγαθά. Ο βασιλιάς τότε τού είπε: «Από τα λόγια σου θα σε κρίνω, πονηρέ δούλε, διότι θα μπορούσες να είχες βάλει τα λεφτά μου στην τράπεζα και να τα πάρω τουλάχιστον με τόκο πίσω όταν θα γυρνούσα, αλλά ούτε αυτό θέλησες να κάνεις». Έτσι, πήρε και τη μία του μνα και την έδωσε σ’ αυτόν που είχε δέκα, παρότι κάποιοι παραπονέθηκαν ότι εκείνος είχε ήδη πολλές. Τέλος, είπε στους υπηρέτες του, να φέρουν όσους τον εχθρεύονταν και να τους σκοτώσουν εμπρός του, για να φανεί ότι δεν θα συνέχιζαν να ζουν στο βασίλειό του.
*Η ασημένια μνα αντιστοιχεί σε ένα σεβαστό χρηματικό ποσό. Ισοδυναμεί με μισθούς τριών και πλέον μηνών για έναν αγροτοεργάτη.
Αυτή η παραβολή είχε ιδιαίτερη σημασία που ειπώθηκε ακριβώς μετά την μετάνοια του Ζακχαίου διότι μάς δείχνει ότι ο Χριστός από εμάς περιμένει, έστω και καθυστερημένα, να εργαστούμε τα τάλαντα που μας έχει δώσει και ότι ακόμη και τα χρήματα, αν μας δοθούν, πρέπει να αξιοποιηθούν προς όφελος των αδελφών και σύμφωνα με τον νόμο του Θεού και όχι να πλουτίζουμε εις βάρους τους και να καλοπερνάμε, διότι στο τέλος των αιώνων θα έρθει όπως ο βασιλιάς της παραβολής ο Χριστός να μας ζήτησε λόγο τι κάναμε με τα όσα μάς δώρισε και θα επαινέσει ή θα μας τιμωρήσει αναλόγως.