Στα πολύ παλιά χρόνια ζούσαν στις απομακρυσμένες περιοχές της Μικράς Ασίας, πολλοί ερημίτες μοναχοί. Ένας από αυτούς ήταν ιδιαίτερα σεβάσμιος άνθρωπος και ξεχώριζε για την πίστη, τη σοφία και την απλότητα της ζωής του. Κάποια μέρα έφθασε κυνηγημένος στην καλύβα του ο μεγαλύτερος ληστής του τόπου, ονομαστός για τις βαρβαρότητες και τα δεινά που είχε προκαλέσει στους ανθρώπους των γύρω πόλεων και χωριών. Όρμησε μέσα στην καλύβα του γέροντα ασκητή και τον άρπαξε από τον λαιμό:
– Δώσε μου αμέσως τα λεφτά σου, αλλιώς θα σε σκοτώσω εδώ και τώρα, του φώναξε άγρια.
– Δεν έχω καθόλου χρήματα, του απάντησε ήρεμα ο γέροντας.
– Λες ψέματα και θα μου το πληρώσεις. Πού κρύβεις τα χρυσαφικά σου;
– Ούτε χρυσαφικά μαζεύω, του είπε αργά ο γέροντας.
– Το ξέρεις ότι, άμα τα βρω, θα μετανιώσεις την ώρα και τη στιγμή που γεννήθηκες;, είπε ο ληστής και τον τράνταξε δυνατά.
– Ψάξε και πάρε αν βρεις κάτι που σου χρειάζεται, του απάντησε άφοβα ο γέροντας.
Ο ληστής έψαξε, βρίζοντας τη φτωχική καλύβα, έφαγε ένα ξερό κομμάτι ψωμί που βρήκε και έφυγε φωνάζοντας και απειλώντας. Γύρισε όμως το ίδιο απόγευμα, γιατί όλες οι κατοικημένες περιοχές γέμισαν από αποσπάσματα που τον κατεδίωκαν. «Θα μείνω για λίγο εδώ μέχρι να περάσει το κακό» σκέφτηκε.
Τις επόμενες μέρες ο ληστής έγινε μάρτυρας της σιωπηρής ζωής του μοναχού. Άλλες ώρες προσεύχονταν γαλήνια, άλλες δούλευε κάνοντας σχοινιά, άλλες φρόντιζε τον μικρό του λαχανόκηπο. Πόσο διαφορετική ήταν η δική του καθημερινότητα! Θυμός, βία, κλεψιά… Και τι είχε κερδίσει από όλα αυτά; Εχθρότητες, αγωνίες, κυνηγητά! Όμως αυτός εδώ ο φτωχός και απλοϊκός άνθρωπος έδειχνε να έχει μέσα του ειρήνη και χαρά. Έτσι ο ληστής ζήτησε να μάθει πώς γίνεται αυτό χωρίς τα αγαθά και τις πολυτέλειες της κοσμικής ζωής.
– Η πραγματική χαρά της ζωής δεν προσφέρεται από τα πλούτη, απάντησε ο σοφός γέροντας, αλλά από την αγάπη προς τον Θεό και τους συνανθρώπους μας. Αρκεί με την εργασία να αποκτά ο άνθρωπος τα απαραίτητα αγαθά, γιατί η εργασία είναι ευλογημένη και φέρνει ικανοποίηση αλλά και προκοπή.
Έτσι, με τα λίγα αυτά λόγια άρχισε η καινούργια ζωή ενός ανθρώπου που έζησε όλα του τα χρόνια στην παρανομία. Κοντά στον ασκητή άρχισε να νιώθει κι αυτός την ηρεμία και την εσωτερική γαλήνη που είχε πραγματικά ανάγκη. Σιγά-σιγά ο ληστής έμαθε όλες τις ασχολίες και τις δουλειές που του ανέθετε ο μοναχός και δούλευε όλη μέρα με συνέπεια, ενώ τα απογεύματα στη σκιά μιας ψηλής γέρικης ελιάς, άκουγε με μεγάλη αφοσίωση και προσοχή τον γέροντα, να μιλάει τόσο για την αξία της αγάπης όσο και για την αξία της ταπεινής καρδιάς, διότι γνώριζε ότι ο εγωισμός και η υπερηφάνεια, είναι τα μεγάλα εμπόδια στις ζωές των ανθρώπων.
Ο καιρός πέρασε και ένα πρωί ο ληστής, είπε στον άνθρωπο που του άλλαξε τη ζωή:
– Θέλω να σου κάνω ένα δώρο με όλη μου την καρδιά. Δεν μπορώ να σκεφτώ όμως κάτι που να το θέλεις πολύ. Πες μου τι μπορώ να κάνω κι εγώ για σένα;
– Θέλω να μου φέρεις το πολυτιμότερο διαμάντι του κόσμου, είπε απλά ο γέροντας.
Αν και παραξενεύτηκε, ο ληστής υπακούοντας την επιθυμία του, ετοιμάστηκε και ξεκίνησε την άλλη μέρα για μακρινές πολιτείες. Δούλεψε τίμια και σκληρά για αρκετό καιρό, αγόρασε ένα ωραίο διαμάντι και επέστρεψε στον γέροντα για να του το προσφέρει.
– Δεν είναι αυτό το διαμάντι που περίμενα, είπε εκείνος.
Ο ληστής έφυγε πάλι μακριά, δούλεψε ακόμη πιο πολύ, και επέστρεψε με ένα πολύ μεγαλύτερο και ωραιότερο διαμάντι. Όμως ο γέροντας το κοίταξε κι αυτό ανέκφραστα και του το έδωσε πίσω. Τότε ο ληστής έφυγε για πολύ περισσότερο καιρό, δούλεψε ακόμη σκληρότερα και γύρισε με ένα πραγματικά μεγάλο και πανέμορφο διαμάντι.
Μπαίνοντας όμως αυτή τη φορά στην καλύβα, βρήκε τον γέροντα ετοιμοθάνατο στο κρεβάτι του. Γονάτισε δίπλα του, πήρε αγκαλιά το κεφάλι του και το έσφιξε με απόγνωση. Ένα δάκρυ έτρεξε από τα μάτια του και έπεσε στο πρόσωπο του γέροντα. Εκείνος άνοιξε με δυσκολία τα μάτια και του είπε με φωνή που μόλις ακούστηκε:
– Επιτέλους βρήκες το πολυτιμότερο διαμάντι του κόσμου. Φεύγω ήσυχος γιατί τώρα ξέρεις τι θα κάνεις.
Ο ληστής έθαψε τον γέροντα, αφού προσευχήθηκε πολύ, κι έπειτα ξεκίνησε για τον κόσμο. Πούλησε το διαμάντι, ξεπλήρωσε πολλούς ανθρώπους που είχε βλάψει στο παρελθόν και αφιέρωσε την υπόλοιπη ζωή του προσφέροντας ακούραστα τη βοήθειά του σε όσους την είχαν ανάγκη.
Αυτή η ιστορία μάς δείχνει πώς ο Θεός περιμένει τον καθένα από εμάς να έρθουμε σε πραγματική μετάνοια και μας δέχεται στον Παράδεισο όταν αρχίσουμε να εφαρμόζουμε τις εντολές Του. Για παράδειγμα, ο Γέροντας αφιερώθηκε στον Θεό προφανώς σε νεαρή ηλικία, ενώ ο ληστής αφιέρωσε την νεότητά του στη ληστεία και στα άσχημα έργα, όμως ο Θεός δέχθηκε και τους δύο στον Παράδεισο, επειδή και οι δύο εργάστηκαν για τη σωτηρία της ψυχής τους, χωρίς να συγκρίνει τις προηγούμενες ζωές τους.