Κάποτε στα χρόνια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, ζούσε ένας άντρας αριστοκρατικής καταγωγής, πολύ πλούσιος, που τον λέγανε Πέτρο. Ο Πέτρος ήταν φοροεισπράκτορας του αυτοκράτορα. Πήγαινε, δηλαδή, στους πολίτες και έπαιρνε τους φόρους, ώστε να συγκεντρώσει χρήματα για το κρατικό θησαυροφυλάκιο. Ήταν πολύ σκληρός και αδίστακτος. Δεν λυπόταν τους ανθρώπους που είχε μπροστά του. Ανθρώπους απλούς, εργατικούς, με λίγα εισοδήματα, με γυναίκες και παιδιά. Σε όλους μιλούσε άσχημα και τους απειλούσε αν δεν του έδιναν χρήματα. Όλοι τον φοβούνταν. Έτρεμαν μόλις μάθαιναν ότι ερχόταν ο Πέτρος για να τους ζητήσει χρήματα. Ακόμα και οι ζητιάνοι τον ήξεραν πολύ καλά. Μαζεύονταν πού και πού σε κάποια γωνία του δρόμου και σχολίαζαν την άσχημη συμπεριφορά του.
«Αυτός, δεν δίνει ούτε του αγγέλου του νερό! Δεν μας έδωσε ποτέ ελεημοσύνη. Έχει τόσα χρήματα και τα κρατάει όλα για τον εαυτό του». Και άλλα παρόμοια έλεγαν, γιατί έβλεπαν πόσο τσιγκούνης ήταν.
Μία μέρα, όμως, και ενώ οι ζητιάνοι έκαναν τα ίδια παράπονα για τον Πέτρο, ένας από αυτούς τους διέκοψε απότομα.
«Σταματήστε πια να λέτε για τον Πέτρο! Να δείτε που αν πάω να του ζητήσω χρήματα, όλο και κάτι θα μου δώσει.»
Στο άκουσμα αυτών των λόγων, οι ζητιάνοι άρχισαν να φωνάζουν. Μπλέχτηκαν οι φωνές τους.
«Μα τι είναι αυτά που λες;»
«Αποκλείεται να δώσει αυτός χρήματα! Μην το περιμένεις όσο κι αν τον παρακαλάς.»
«Άδικα θα χάσεις τον χρόνο σου.»
«Κι όμως εγώ σας λέω πως θα με λυπηθεί. Αν θέλετε, βάζουμε και στοίχημα!» είπε ο ζητιάνος και οι άλλοι έμειναν να τον κοιτάζουν με απορία, σίγουροι βέβαια ότι δεν πρόκειται ποτέ να πάρει ελεημοσύνη από τον Πέτρο.
Εκείνος έφυγε και με την πρώτη ευκαιρία, μόλις βρέθηκε στον δρόμο του Πέτρου, άρχισε να τον παρακαλάει:
«Λυπήσου με! Δώσε μου κάτι. Έχω μέρες να φάω. Θα πεθάνω από την πείνα.»
Μα ο Πέτρος τον προσπέρασε χωρίς να του δώσει σημασία. Το ίδιο έγινε και την επόμενη μέρα και τη μεθεπόμενη. Καθόλου δεν λυπόταν τον φτωχό ζητιάνο.
«Φύγε γρήγορα από μπροστά μου» του έλεγε θυμωμένος. «Βάρος μού έχεις γίνει πια».
Έφτασε στο σημείο να τον σπρώχνει και να τον κλωτσάει για να τον απομακρύνει, μα ο ζητιάνος επέμενε. Και όσο εκείνος επέμενε, τόσο ο Πέτρος θύμωνε, γινότανε έξαλλος και από την πολλή οργή του έφτασε μία μέρα να πετάξει με βία πάνω στο κεφάλι του ζητιάνου ένα καρβέλι ψωμί, που εκείνη την ώρα κρατούσε στα χέρια του. Άλλο δεν ήθελε ο ζητιάνος. Πετούσε από τη χαρά του μόλις πήρε στα χέρια του το ψωμί και έτρεξε στους άλλους για να τους το δείξει.
Την επόμενη μέρα, ο Πέτρος αρρώστησε βαριά. Όλη μέρα ξαπλωμένος στο κρεβάτι του δεν είχε δύναμη να κάνει τίποτα. Υπέφερε από τους πόνους, καιγόταν από τον πυρετό και τα μάτια του έκλειναν από την ταλαιπωρία.
Έτσι όπως ήταν ξαπλωμένος με μισάνοιχτα τα μάτια είδε κάτι συγκλονιστικό. Είδε ότι βρισκόταν μπροστά από μία μεγάλη ζυγαριά. Ένα πλήθος από μικρούς δαίμονες στεκόταν δίπλα από τη μία πλευρά της ζυγαριάς και κρατούσαν στα χέρια τους όλες τις αμαρτίες του. Γελώντας με κακία, τις έβαλαν στο ένα από τα δύο ζύγια και τότε η ζυγαριά έγειρε τόσο πολύ από το βάρος των αμαρτιών, που λίγο ήθελε μόνο για να ακουμπήσει το ζύγι στο έδαφος. Στην άλλη πλευρά της ζυγαριάς, που ήταν άδεια, στέκονταν ολόλαμπροι άγγελοι. Ήταν πολύ λυπημένοι, γιατί τα χέρια τους ήταν άδεια. Δεν είχαν κάτι καλό που να έχει κάνει ο Πέτρος για να το βάλουν στο άδειο ζύγι. Έψαχναν να βρουν έστω μία καλή πράξη, ώστε κάπως η ζυγαριά να γείρει και προς την πλευρά του καλού. Όμως δεν υπήρχε τίποτα.
Μέσα στη μεγάλη στεναχώρια ένας από αυτούς είπε:
«Νομίζω πως δεν έχουμε να βάλουμε κάτι στο ζύγι του καλού. Το μόνο που μπορώ να δω στη ζωή του Πέτρου είναι ένα καρβέλι ψωμί, που το έριξε στο κεφάλι ενός ζητιάνου, μόλις μία μέρα πριν πεθάνει».
«Έστω και αυτό κάτι είναι. Ας βάλουμε αυτό στο ζύγι του καλού» είπαν οι άλλοι άγγελοι με μια φωνή και με το που ακούμπησαν το καρβέλι στην άδεια πλευρά της ζυγαριάς, εκείνη βάρυνε περισσότερο από όλες τις αμαρτίες που είχε κάνει στην ζωή του.
Εκείνη τη στιγμή, ο Πέτρος συνήλθε από το όραμα που έβλεπε. Ήταν μουσκεμένος από τον ιδρώτα που έτρεχε στο πρόσωπο και στο σώμα του. Συγκλονισμένος μονολογούσε πως αυτό που είδε ήταν η αλήθεια. Είδε όλες τις αμαρτίες του και από τότε που ήταν νέος και πράγματι η μόνη καλή πράξη που είχε κάνει ήταν όταν -μέσα στον θυμό του- πέταξε με δύναμη το ψωμί στο κεφάλι του ζητιάνου. Προβληματίστηκε.
«Λοιπόν, αν για να σωθεί η ψυχή μου με ωφελεί τόσο πολύ ένα καρβέλι ψωμί που έδωσα θυμωμένος, φαντάσου πόσο καλό θα έκανε στην ψυχή μου αν έδινα ελεημοσύνη με αγάπη και ταπείνωση.»
Αυτό και μόνο αρκούσε για να πάρει τη μεγάλη απόφαση. Από εκείνη τη στιγμή έγινε άλλος άνθρωπος! Μοίρασε όλη του την περιουσία σε φτωχούς και σε ανθρώπους που είχαν μεγάλη ανάγκη. Στο τέλος βρήκε έναν πλούσιο άνθρωπο.
«Έρχομαι στην δούλεψή σου» του είπε. «Δώσε μου όσα χρήματα θέλεις για να με αγοράσεις».
Και ο πλούσιος δέχτηκε και του έδωσε τριάντα χρυσά νομίσματα. Ο Πέτρος, μόλις πήρε τα χρήματα στα χέρια του, τα μοίρασε και αυτά στους φτωχούς.
Έζησε την υπόλοιπη ζωή του ως σκλάβος στο σπίτι του πλούσιου. Τα μοίρασε όλα! Τίποτα δεν του έμεινε. Δεν έχει πια τίποτα δικό του. Ούτε χρήματα ούτε καν την ελευθερία του. Όλα τα έδωσε για την αγάπη των άλλων ανθρώπων. Και από τότε ονομάστηκε «Πέτρος ο ελεήμων».