Στα βάθη της αιγυπτιακής γης υπάρχει μια αφιλόξενη έρημος. Η άμμος και τα βραχώδη βουνά της καίγονται τη μέρα και τη νύχτα παγώνουν. Σε αυτήν την έρημο, στη Θηβαΐδα, έζησαν, ασκήτευσαν και αγίασαν δεκάδες άγιοι της Εκκλησίας μας. Σκήτες, αλλά και μοναστήρια απλώνονταν σε ολόκληρη την έρημη γη, που οι προσευχές και οι αγώνες των αναχωρητών της έδιναν ζωή πνευματική.
Σε αυτόν τον επίγειο, ευλογημένο, παραδείσιο χώρο ζούσε και ένας γέροντας ασκητής μαζί με τον ταπεινό και υπάκουο υποτακτικό του. Τους ένωνε η αγάπη του Χριστού και μαζί προσπαθούσαν μέσα από τον αγώνα τους να ωφελήσουν την ψυχή τους. Κάθε βράδυ, Γέροντας και υποτακτικός έκαναν το Απόδειπνο στη μικρή εκκλησία της σκήτης τους. Μετά την ακολουθία συνήθιζαν να ανεβαίνουν στο κελλί του Γέροντα, όπου ο Αββάς άκουγε με προσοχή την εξομολόγηση του υποτακτικού και του έδινε συμβουλές για τη συνέχιση της πνευματικής του πορείας. Τελειώνοντας τη συνομιλία τους, ο Γέροντας έδινε την ευχή στον υποτακτικό και έτσι ο νεαρός καλόγερος αποσυρόταν για να κοιμηθεί.
Ο Γέροντας ήταν ξακουστός για την αρετή του και πλήθη πιστών από την Αλεξάνδρεια και από άλλες πόλεις, πήγαιναν συχνά στην σκήτη για να εξομολογηθούν και να ακούσουν τα παρήγορα λόγια του. Κάποια μέρα, έτυχε να πάει τόσο πολύς κόσμος, που ο Γέροντας έμεινε συνέχεια μαζί τους και μόνο αργά το βράδυ, όταν πια είχαν φύγει όλοι οι επισκέπτες, κατόρθωσε να ανέβει στο κελλί του. Η κούρασή του ήταν εμφανής, όμως ο γέροντας δεν παρέλειψε και πάλι την ευλογημένη συνήθεια. Κάλεσε κοντά του τον υποτακτικό κι εκείνος άρχισε αμέσως να εξομολογείται στον Γέροντά του.
Καθώς ο υποτακτικός μιλούσε, ο Γέροντας εξαντλημένος αποκοιμήθηκε. Ο νεαρός καλόγερος δεν μίλησε καθόλου. Σεβάστηκε τον κόπο του Γέροντά του και περίμενε να ξυπνήσει, για να του δώσει ευχή και να πάει και αυτός στο κελλί του. Περνούσε η ώρα και ο Γέροντας, που είχε πέσει σε βαθύ ύπνο, δεν ξυπνούσε. Ο υποτακτικός ακίνητος και αμίλητος σκέφτηκε να περιμένει λίγο ακόμα. Έβγαλε το κομποσχοίνι του και σταυρώνοντας τα χέρια στο στήθος του άρχισε να λέει νοερά την ευχή.
Η νύχτα προχωρούσε μα ο Γέροντας δεν ξυπνούσε. Ο καλόγερος άρχισε και αυτός να αισθάνεται κουρασμένος και να νυστάζει. Σκέφτηκε να φύγει χωρίς ευχή και να πάει και αυτός να πλαγιάσει. Μα αμέσως άλλαξε απόφαση.
«Πώς να φύγω;» συλλογίστηκε, «και αν ξυπνήσει ο Γέροντας και δεν με βρει εδώ; Θα τον στεναχωρήσω. Όχι, θα μείνω εδώ. Άλλωστε, όπου να ‘ναι, θα ξυπνήσει». Με τις σκέψεις αυτές πήρε κουράγιο και συνέχισε να λέει την ευχή.
Λίγο αργότερα, η ίδια σκέψη ήρθε ξανά στον υποτακτικό. Μα σαν συλλογίστηκε τον κόπο του Γέροντα, που όλη μέρα χωρίς να παραπονεθεί είχε μείνει με τους επισκέπτες της σκήτης για να τους εξομολογήσει, ντράπηκε για τον λογισμό του και αποφάσισε να μη φύγει από τη θέση του.
Ως τα μεσάνυχτα ο λογισμός αυτός, να φύγει δηλαδή χωρίς ευχή, του είχε έρθει δυο ακόμα φορές, μα με τη δύναμη του κομποσχοινιού τον ξεπερνούσε. Ήδη χάραζε η νέα μέρα και ο Γέροντας δεν είχε ξυπνήσει. Ο υποτακτικός όμως, ήταν ακόμα δίπλα του άγρυπνος. Είχε καταφέρει να νικήσει τον πειρασμό της φυγής επτά φορές συνολικά ως εκείνη τη στιγμή.
Τότε ο Γέροντας ξύπνησε από τον βαθύ ύπνο του και αντικρίζοντας τον νεαρό μοναχό μπροστά του, ακόμα ξάγρυπνο στην ίδια θέση, του είπε παραξενεμένος:
– Δεν πήγες στο κελλί σου, παιδί μου, να πλαγιάσεις;
– Όχι Γέροντα μου. Πώς να φύγω; Δεν είχα πάρει ευχή, απάντησε ο υποτακτικός.
– Και γιατί δεν με ξύπναγες, παιδί μου, νωρίτερα να πάρεις ευχή; Ρώτησε ο Γέροντας.
– Ήσασταν κουρασμένος από την εξομολόγηση, Γέροντα, και λυπήθηκα να σας ξυπνήσω, είπε ο νεαρός και αφού έβαλε μετάνοια στον Γέροντα ανέβηκαν και οι δύο στην εκκλησία να ψάλλουν μαζί τον Όρθρο.
Στην συνέχεια, ο Γέροντας είπε στον υποτακτικό να πάει στο κελλί του να ξεκουραστεί, ενώ ο ίδιος παρέμεινε στο εκκλησάκι για να συνεχίσει την προσευχή του. Καθώς όμως ο Γέροντας προσευχόταν, έπεσε σε ιερή έκσταση.
Είδε ξαφνικά μπροστά του, μέσα σε ένα υπέρλαμπρο φως, άγγελο Κυρίου να τον παίρνει από το χέρι και να τον οδηγεί σε έναν τόπο με απερίγραπτη ομορφιά. Εκεί υπήρχε ένας μεγάλος στολισμένος θρόνος που ακτινοβολούσε ουράνιο φως. Πάνω από τον θρόνο βρίσκονταν επτά ολόχρυσα στεφάνια. Ο Γέροντας σάστισε μπροστά στο μεγαλείο του θρόνου και ρώτησε τον άγγελο:
– Άγιε άγγελε του Θεού, τίνος είναι αυτός ο πανέμορφος θρόνος;
– Ο θρόνος είναι του μαθητή σου, Αββά, αποκρίθηκε ο άγγελος και συνέχισε. Τον τόπο τούτον και τον θρόνο τον έχει ετοιμάσει ο Δεσπότης Κύριος, από χρόνο τώρα, για την καλή του και τέλεια υπακοή. Μα τα επτά ολόχρυσα στεφάνια τα κέρδισε με μιας αυτή τη νύχτα που πέρασε.
Με τα λόγια αυτά του αγγέλου χάθηκε το όραμα και ο Γέροντας συνήλθε από την έκσταση. Αμέσως φώναξε κοντά του τον υποτακτικό και τον παρακάλεσε να του αποκαλύψει τους λογισμούς που είχε το προηγούμενο βράδυ, που είχε μείνει ξάγρυπνος. Ο νεαρός, αφού συλλογίστηκε λίγο, θυμήθηκε και αποκάλυψε στον γέροντα.
– Επτά φορές, γέροντα, μου ήρθε ο λογισμός να πάω να πλαγιάσω, όταν εσείς κοιμόσασταν, χωρίς να πάρω ευχή, μα με τη δύναμη της προσευχής κατόρθωσα να αντισταθώ.
Σαν άκουσε τα λόγια αυτά ο Γέροντας θαύμασε την υπομονή του υποτακτικού του. Όμως, δεν του αποκάλυψε το όραμά του, για να μην τον πιάσει ο εγωισμός και ζημιωθεί η ψυχή του. Αργότερα συνήθιζε να διηγείται την ιστορία αυτή και το όραμα, με άλλους υποτακτικούς και επισκέπτες της σκήτης για να ωφεληθούν και να πάρουν το καλό παράδειγμα. Ο καρτερικός υποτακτικός δεν έμαθε τίποτα για το όραμα ως την ημέρα που ο Κύριος τον κάλεσε στην αιώνια ζωή.