Ο Αββάς Δανιήλ ήταν ένας καλόκαρδος και ταπεινός γέροντας. Φορτωμένος με πείρα και σοφία, που είχε αποκτήσει με την άσκηση και την προσευχή, συνήθιζε να λέει στα πνευματικά του παιδία μία ιστορία που είχε ο ίδιος ζήσει. Ήταν χαραγμένη βαθιά μέσα του και τη μετέφερε στους νεότερους αδερφούς, για να τους διδάξει πως θα έπρεπε να είναι ευχαριστημένοι με τα δώρα που τους δίνει ο Θεός και να Τον δοξάζουν για αυτό. Η ιστορία ήταν πραγματικά συγκλονιστική.
Κάποτε σε ένα ερημικό καλύβι ζούσε ένας ταπεινός και ευσεβής άνθρωπος, ο Ευλόγιος. Το επάγγελμά του ήταν λατόμος, δηλαδή καθημερινά έσπαζε σκληρές πέτρες και διέθετε τις πιο πολύτιμες από αυτές για να μπορεί να συντηρηθεί. Παρόλο, όμως, που κέρδιζε ελάχιστα από την κοπιαστική αυτή εργασία, ήταν άνθρωπος μεγάλης αγάπης και ελεημοσύνης. Κάθε βράδυ, σαν τελείωνε η εργασία του, πήγαινε και στεκόταν στην άκρη του δρόμου. Όποιον φτωχό ή ξένο έβλεπε ο λατόμος, τον καλούσε στο μικρό του καλύβι, του έπλενε τα πόδια, του έστρωνε τραπέζι αγάπης και ύστερα τον έβαζε να κοιμηθεί στο δικό του φτωχικό στρώμα. Ο Ευλόγιος έτρωγε ό,τι περίσσευε από το φαγητό του ξένου και πάντοτε κρατούσε λίγο ψωμί για τα σκυλιά, που αγαπούσε. Περισσότερο, όμως, από οποιονδήποτε άλλο περαστικό ο Ευλόγιος φρόντιζε τους ερημίτες. Πίστευε πως κάθε περιποίηση σε εκείνους ήταν προσφορά στον ίδιο τον Χριστό.
Ο Αββάς Δανιήλ, ερημίτης και ο ίδιος, είχε φιλοξενηθεί αρκετές φορές από τον Ευλόγιο. Είχε συγκινηθεί τόσο από την αγάπη και την φροντίδα του, που μια παράξενη σκέψη είχε έρθει στο μυαλό του αββά. Αν ο Ευλόγιος γινόταν περισσότερο πλούσιος, τότε και αυτά που θα έδινε στους φτωχούς θα ήταν περισσότερα. Με τον λογισμό αυτόν ο αββάς Δανιήλ αποφάσισε για τρείς εβδομάδες να νηστέψει και να προσευχηθεί πολύ. Έτσι θα μπορούσε να ζητήσει από τον Θεό να κάνει τον φτωχό Ευλόγιο πλούσιο. Όταν συμπληρώθηκαν οι τρεις εβδομάδες, ο αββάς εξαντλημένος έπεσε σε βαθύ ύπνο και είδε ένα νέο, που φεγγοβολούσε από πνευματική ομορφιά, να τον ρωτά γιατί ήταν τόσο εξουθενωμένος.
– Ζήτησα από τον Θεό να δώσει πλούτη στον Ευλόγιο ώστε να μπορεί να βοηθάει περισσότερους φτωχούς, απάντησε ο αββάς.
– Αυτό που ζητάς δεν είναι σωστό. Μπορεί ο πλούτος να βλάψει τον Ευλόγιο, του είπε ο νέος που άστραφτε.
– Όχι, κύριε. Αποκτώντας περισσότερα, θα δίνει περισσότερα. Είμαι σίγουρος, επέμενε ο αββάς. Και με αγάπη πραγματική συνέχισε να λέει: «Μόνο ευλόγησέ τον εσύ. Και ύστερα ζήτησε από τα χέρια μου την ψυχή του. Σε παρακαλώ…»
Τελειώνοντας την παράκλησή του προς τον λαμπρό νέο, ο αββάς Δανιήλ είδε ατελείωτο χρυσάφι να πέφτει στην αγκαλιά του φτωχού Ευλόγιου. Η χαρά του ερημίτη ήταν τέτοια, που ξύπνησε ευτυχισμένος και δοξολογούσε τον Θεό.
O φιλόξενος λατόμος την επόμενη μέρα, μετά την πρωινή του προσευχή, ξεκίνησε τη δουλειά του. Καθώς έσκαβε για να βγάλει πέτρες, άκουσε έναν παράξενο ήχο. Συνέχισε με προσοχή και λίγο αργότερα ανακάλυψε μέσα στο χώμα ένα πιθάρι γεμάτο χρυσά νομίσματα. Ο Ευλόγιος συγκλονίστηκε. Η λάμψη από το χρυσάφι τον θάμπωσε. Μα για μεγάλη του δυστυχία, την ίδια εκείνη στιγμή, ο χρυσός θάμπωσε την ψυχή του.
– Τι ανέλπιστος θησαυρός, ψιθύρισε. Σίγουρα αν μιλήσω για αυτόν, όλοι θα νομίσουν πως τον έκλεψα και θα με κλείσουν στη φυλακή, σκέφτηκε και γύρισε το βλέμμα καχύποπτα, σαν να τον κυνηγούσαν. Μια μεγάλη σύγχυση κυρίευσε την καρδιά του και το μόνο που ήρθε στη σκέψη του ήταν να φύγει για τόπο μακρινό. Έπρεπε να πάει σε κάποιο μέρος που δεν θα γνώρισε κανέναν, αλλά και κανένας δεν θα τον ήξερε. Σαν τόπο κατάλληλο σκέφτηκε την Κωνσταντινούπολη.
Χωρίς πολλές προετοιμασίες έφυγε για την Πόλη, όπου έραψε πολυτελή ρούχα, αγόρασε ένα μεγάλο αρχοντικό και πήρε πολλούς υπηρέτες. Σιγά-σιγά έπαψε να θυμάται ποιος ήταν, ενώ η αγάπη του Χριστού, που υπήρχε στην καρδιά του, άρχισε να εξαφανίζεται. Έτσι πέρασε καιρός.
Πίσω στην πατρίδα του, οι ξένοι και οι ερημίτες δεν είχαν πλέον κανέναν να τους φιλοξενεί. Ο αββάς Δανιήλ αναρωτιόταν τι είχε συμβεί στον φτωχό και καλόκαρδο λατόμο. Είχαν περάσει δύο χρόνια από την τελευταία φορά που τον είδε. Ήταν τότε, στο παράξενο όνειρο με το χρυσάφι. Όπως έκανε πάντα ο γέροντας ερημίτης, προσευχήθηκε πολύ για να μάθει τι απέγινε. Ξαφνικά, εκεί που προσευχόταν είδε σαν όραμα έναν άγριο άνθρωπο να σέρνει με βάρβαρο τρόπο τον Ευλόγιο. Ταραγμένος ο αββάς κατάλαβε πως κάτι κακό είχε συμβεί. Έφυγε αμέσως για την περιοχή που είχε το καλύβι του ο Ευλόγιος και ξεκίνησε την αναζήτηση αυτού, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Κουρασμένος και απογοητευμένος ζήτησε πληροφορίες από μια γερόντισσα γυναίκα, που στεκόταν στην άκρη του δρόμου.
– Τώρα δεν φιλοξενεί κανείς τους ερημίτες, του είπε η γερόντισσα. Παλιά ήταν στα μέρη μας κάποιος Ευλόγιος, μα ο Θεός, βλέποντας τις καλοσύνες του, του έδωσε περιουσία και τώρα είναι μεγάλος και τρανός στην Κωνσταντινούπολη.
Ο αββάς Δανιήλ συγκλονίστηκε. Ο ίδιος είχε εγγυηθεί για την ψυχή του Ευλόγιου, όταν ζητούσε από τον Θεό να του χαρίσει περισσότερα.
– Αλίμονο, σκέφτηκε, κατέστρεψα την ψυχή του. Εγώ φταίω.
Την άλλη μέρα ο γέροντας μπήκε στο καράβι για την Κωνσταντινούπολη. Σε ολόκληρο το ταξίδι δεν σταμάτησε στιγμή να προσεύχεται, ζητώντας ο Θεός να λυπηθεί την ψυχή του Ευλόγιου και να μην τον αφήσει να χαθεί. Όταν έφτασε στην Πόλη, αναζήτησε το σπίτι του πλούσιου πια Ευλόγιου. Πάνω σε έναν όμορφο λόφο, χτισμένο με περισσή τέχνη, το αρχοντικό του έμοιαζε με παλάτι. Με δισταγμό πλησίασε ο ερημίτης, αλλά οπλισμένοι φρουροί τον έδιωξαν μακριά. Είχαν διαταγές να διώχνουν κάθε ζητιάνο. Λίγο αργότερα, όμως, βγήκε ο Ευλόγιος ντυμένος στα χρυσά. Ο αββάς τον πλησίασε και του φώναξε:
– «Άρχοντά μου, σταμάτησε λίγο. Πρέπει να σου πω δυο λόγια.», μα εκείνος πέρασε βιαστικά, χωρίς να ρίξει έστω και μια ματιά στο γέροντα.
Τις επόμενες μέρες, με παρόμοιο τρόπο, ο αββάς Δανιήλ προσπαθούσε να τον πλησιάσει. Μάταια! Ο Ευλόγιος δεν γύριζε καθόλου να δει τον ζητιάνο. Απογοητευμένος ο ερημίτης, κουρασμένος και περίλυπος αποφάσισε να γυρίσει στο κελί του.
– Θα προσευχηθώ για αυτόν, σκέφτηκε. Ο Θεός ας ελεήσει την ψυχή του.
Αποκαμωμένος από την ταλαιπωρία και αποφασισμένος την επόμενη μέρα να επιστρέψει πίσω, έγειρε να κοιμηθεί. Ξαφνικά, στον ύπνο του βλέπει τον ίδιο εκείνο λαμπροφορεμένο νέο, που είχε δει και παλαιότερα. Αυτήν τη φορά, όμως, είχε βλέμμα αυστηρό και φωνή δυνατή.
– Να μη δίνεις εγγύηση για πράγματα που δεν ξέρεις. Εσύ δεν γνωρίζεις περισσότερα από τον Θεό, είπε ο νέος.
Εκείνη την στιγμή, που φόβος και ταραχή είχαν καταλάβει το γέροντα, εμφανίσθηκε η Παναγία και έστρεψε το φιλάνθρωπο βλέμμα της στον αββά.
– Θα σε βοηθήσω, του είπε. Θα μεσιτεύσω για σένα.
Λίγο αργότερα ο αββάς άκουσε μια φωνή γλυκιά και δυνατή, σαν εντολή ουράνια.
– Πήγαινε. Ο Ευλόγιος θα επανέλθει ξανά στην παλιά ευλογημένη του φτώχεια. Πρόσεξε, όμως, εσύ. Να μην κάνεις το ίδιο λάθος.
Ο αββάς ξύπνησε δακρυσμένος. Η βαριά στεναχώρια και η απογοήτευση είχαν φύγει μακριά και τη θέση τους είχαν πάρει η γαλήνη και η χαρά. Κλαίγοντας από ευγνωμοσύνη, άρχισε να ευχαριστεί τον Χριστό και την Παναγία μητέρα Του. Μετά από λίγες μέρες ο αββάς έφθασε στο φτωχικό του καλύβι.
Ο Θεός, όμως, που φροντίζει για όλους, άλλαξε την κατάσταση στην Κωνσταντινούπολη με τρόπο αναπάντεχο. Μερικοί άρχοντες της μεγάλης πολιτείας, μεταξύ των οποίων και ο Ευλόγιος, συνωμότησαν εναντίον του αυτοκράτορα. Η πράξη τους αυτή αποκαλύφθηκε γρήγορα και οι συνωμότες θανατώθηκαν όλοι, εκτός από τον Ευλόγιο, που ντυμένος ζητιάνος δραπέτευσε και γύρισε φτωχός στο παλιό του καλύβι.
Όταν πέρασε λίγος καιρός, ο αββάς Δανιήλ βρέθηκε για άλλο λόγο περαστικός από την περιοχή όπου ζούσε ο Ευλόγιος. Τον συνάντησε εκεί να κάνει την παλιά ευλογημένη εργασία του. Να μαζεύει, δηλαδή, τους ζητιάνους και τους φτωχούς, να τους περιποιείται και να τους φιλοξενεί. Κάλεσε τον αββά στο φτωχικό καλύβι του ο Ευλόγιος, και σαν έφτασαν του είπε:
– Προσευχήσου, γέροντα, γιατί πραγματικά βρίσκομαι σε δύσκολη κατάσταση. Αυτά που βγάζω από την εργασία μου είναι ελάχιστα.
Τότε ο ερημίτης γύρισε και του είπε αποφασιστικά:
– Μακάρι, αδερφέ μου, να μην είχες αποκτήσει ποτέ εκείνα που σε τάραξαν τόσο πολύ και σε έκαναν άλλον άνθρωπο.
Ο Ευλόγιος ακούγοντας αυτά τα παράξενα λόγια συγκλονίσθηκε και ο γέροντας του είπε όλα όσα γνώριζε για εκείνον. Ο Ευλόγιος μετενόησε ειλικρινά και το ίδιο βράδυ εξομολογήθηκε όλες τις αμαρτίες του στον αββά.
– Σε παρακαλώ, του είπε, να προσευχηθείς για μένα. Να μου δίνει ο Θεός όσα μου φτάνουν για να ζήσω και να δίνω στους φτωχούς ό,τι μπορώ.
Ο αββάς Δανιήλ τον αποχαιρέτησε και γύρισε στην έρημο. Στην καρδιά του ένιωθε απέραντη χαρά, που ένα πλάσμα του Θεού βάδιζε πάλι στον σωστό δρόμο. Από τότε είχε να διηγείται σε όλους αυτήν την ιστορία και δεν έπαψε ποτέ να προσεύχεται για τον Ευλόγιο.